Συγκλονιστική εξομολόγηση μιας Δωδεκανήσιας: «Ζήσαμε τον εφιάλτη στις Μπαχάμες»

Της Μαριάννας Κακαουνάκη στην “Καθημερινή”

 

Η Καλλιόπη Κλωνάρη ένιωθε απόλυτα προετοιμασμένη για τον τυφώνα «Ντόριαν». Είχε αγοράσει φακούς και πολλές μπαταρίες, γιατί ήξερε πως δεν θα έχει ρεύμα, τρόφιμα για εκείνη και τον σκύλο της για τουλάχιστον μία εβδομάδα.

Στο διαμέρισμά της στο νησί Γκραντ Μπαχάμα είχε από παλιά τοποθετήσει ενισχυμένες πόρτες και μια ειδική κατασκευή που κάλυπτε όλα τα ανοίγματα με αλουμίνιο από άκρη σε άκρη.

Ισως γι’ αυτό όταν έμαθε για τον «Ντόριαν» ήταν ψύχραιμη. «Παρά τις προειδοποιήσεις, όλοι σκεφτόμασταν πως δεν θα μπορούσε να είναι χειρότερα από τις προηγούμενες φορές. Θεωρούσαμε πως και πάλι θα ήταν κάτι περαστικό.

Κι όμως, από τη μια στιγμή στην άλλη το νησί μας καταστράφηκε και ακόμη δεν ξέρουμε τον αριθμό των νεκρών μας», λέει στην «Καθημερινή». Εκείνες οι 48 ώρες ήταν οι χειρότερες της ζωής της.

Τις τελευταίες δύο εβδομάδες μιλήσαμε πολλές φορές στο τηλέφωνο. Σε άπταιστα ελληνικά τόσο η Καλλιόπη όσο και άλλοι Ελληνες που ζουν στις Μπαχάμες διηγήθηκαν τα όσα έζησαν τις ώρες της καταστροφής αλλά και τις οργανωμένες προσπάθειες της ελληνικής κοινότητας να βοηθήσει την επόμενη ημέρα.

Οι κρίσιμες ώρες
Εκείνο το Σάββατο έβρεχε καταρρακτωδώς από νωρίς και κανείς δεν επιτρεπόταν να κινείται στον δρόμο. Η Καλλιόπη είχε από νωρίς κλείσει ερμητικά το διαμέρισμά της στον τρίτο όροφο μιας πολυκατοικίας. Οσο περίμενε τον τυφώνα, τηλεφώνησε και στους άλλους δέκα Ελληνες του νησιού της.

Ο Νομικός Πελεκάνος της είπε πως είχε μετακομίσει στο σπίτι της κόρης του, όπου πίστευε πως θα ήταν ασφαλής, αλλά ότι ήταν ανήσυχος γιατί ο γιος του είχε μόλις αποκτήσει, εκείνο το πρωινό, ένα μωρό και δεν μπορούσε να μετακινηθεί εύκολα. Εδωσαν ευχές για δύναμη ο ένας στον άλλο και έκλεισαν το τηλέφωνο.

Δεν πέρασε πολλή ώρα και ο κ. Πελεκάνος πρόσεξε πως έμπαινε νερό μέσα στο σπίτι. Χωρίς δεύτερη σκέψη, αψήφησε τις εντολές της αστυνομίας, έβαλε την οικογένειά του σε ένα βαν και ξεκίνησαν για το διαμέρισμα μιας ανιψιάς του. Κανονικά θα τους έπαιρνε το πολύ 10 λεπτά για να φτάσουν εκεί, εκείνο το βράδυ όμως τους πήρε πάνω από μία ώρα.

«Ηταν σαν σκηνή από θρίλερ», θυμάται. «Αναγκαστικά οδηγούσαμε σε δρόμους ήδη πλημμυρισμένους και με ανέμους τόσο ισχυρούς, που πολλές φορές παράσερναν το αυτοκίνητο. Τα παιδιά έκλαιγαν και παρότι προσπαθούσαμε να τα καθησυχάσουμε, είχαμε και εμείς πανικοβληθεί». Πρόλαβαν, όμως, να φτάσουν στο διαμέρισμα. Ηταν σε όροφο, οπότε θεωρητικά εκεί θα ήταν ασφαλείς.

Στην άλλη άκρη του νησιού, η Καλλιόπη δεν είχε ιδέα τι γινόταν έξω, ο θόρυβος όμως που άκουγε την είχε τρομοκρατήσει. «Δεν θα τον ξεχάσω ποτέ όσο ζω. Ηταν σαν ένα τρένο να έρχεται καταπάνω μας», θυμάται. «Για 48 ώρες απλά καθόμουν αγκαλιά με τον σκύλο μου σε μια γωνία και προσευχόμουν. Εννοείται πως δεν έκλεισα μάτι ούτε λεπτό, μην ξεχνάς πως έχω ελληνικό αίμα και είμαι νευρική».

Οταν ανακοινώθηκε πως πλέον μπορούσαν να βγουν στους δρόμους, εκείνη δεν το τολμούσε. Τελικά, βγήκε δύο ημέρες αργότερα, αντικρίζοντας εικόνες απόλυτης καταστροφής. «Σε κάποιες περιοχές, εκεί όπου παλαιότερα έβρισκες λεωφόρους, τώρα έβλεπες αυτοκίνητα και σκάφη να πλέουν στο νερό σαν βαρκούλες, ενώ στέγες ξεπρόβαλλαν από το νερό», διηγείται.

 

«Ηταν σαν σκηνή θρίλερ», λέει ο Νομικός Πελεκάνος περιγράφοντας όσα αντιμετώπισε με την οικογένειά του το Σάββατο που ξέσπασε το κακό (φωτ. από παλαιότερες ανέμελες στιγμές)
«Ηταν σαν σκηνή θρίλερ», λέει ο Νομικός Πελεκάνος περιγράφοντας όσα αντιμετώπισε με την οικογένειά του το Σάββατο που ξέσπασε το κακό (φωτ. από παλαιότερες ανέμελες στιγμές)


Ο κ. Πελεκάνος με την κόρη του Τάσα έφτασαν με δυσκολία στο σπίτι που μόλις είχε αγοράσει εκείνη και το βρήκαν τελείως κατεστραμμένο. Αλλά αυτό δεν ήταν τίποτα μπροστά στην αγωνία που πέρασαν προσπαθώντας να βρουν τον γιο του με τη γυναίκα και το νεογέννητο μωρό. Εβαλαν παντού φωτογραφίες αναζητώντας τους, μέχρι που τελικά, τρεις ημέρες αργότερα, κάποιος τους εντόπισε στο νοσοκομείο της πόλης, όπου είχαν βρει καταφύγιο.

Η Καλλιόπη, εξαντλημένη από την αϋπνία, πέρασε και εκείνη από όλα τα προσωρινά κέντρα υποδοχής μέχρι να βρει τους φίλους της (ευτυχώς ήταν όλοι τους καλά). Οι συνθήκες εκεί ήταν τραγικές: «Εβλεπες 200 άτομα σε έναν χώρο να κοιμούνται ο ένας πάνω στον άλλο και να μοιράζονται δύο τουαλέτες, και ήξερες πως μπορεί να είχαν χάσει τα πάντα, οι περισσότεροι είχαν χάσει κάποιον αγαπημένο τους».

Στους δρόμους είχαν σχηματιστεί ατελείωτες ουρές στα ελάχιστα ανοιχτά βενζινάδικα ή στα παντοπωλεία, όπου το νερό ή ο πάγος ήταν σαν χρυσός. Χωρίς ηλεκτρικό ή νερό, η Καλλιόπη θεωρείτο από τους τυχερούς, γιατί η πολυκατοικία της είχε πισίνα και από εκεί έβγαζε με κουβά νερό για να μπορεί να χρησιμοποιεί την τουαλέτα της. Το ότι το διαμέρισμά της δεν είχε υποστεί ζημιά σήμαινε βέβαια πως δεν μπορούσε να ταξιδέψει στην πρωτεύουσα Νασάου, όπου βρισκόταν η οικογένειά της. Προτεραιότητα είχαν οι τραυματίες και οι άστεγοι.

Η λύση βρέθηκε από έναν Ελληνα ομογενή, ξάδελφό της. «Καλλιοπίτσα, πάρε μια τσάντα, τον σκύλο και ετοιμάσου. Θα σε πάρω από εκεί», της είπε. Είχε ναυλώσει από το Νασάου ένα ιδιωτικό αεροπλάνο για να μπορέσει η ομάδα του να μεταβεί στο νησί της και να αξιολογήσει την καταστροφή στα εστιατόριά του. Σε όλο το ταξίδι εκείνη έκλαιγε. Ηταν δάκρυα πόνου για όσους έχασαν τη ζωή τους, για τον τόπο της που θα κάνει χρόνια να ανακάμψει, αλλά και δάκρυα ανακούφισης. Η ίδια και οι δικοί της είχαν σωθεί.

Ιστορίες ξενιτεμού
Στο Νασάου, ασφαλής πλέον, η Καλλιόπη θέλησε να πάει στην εκκλησία. «Είναι φοβερό ότι είχα να πάω 40 χρόνια, αλλά κατά έναν περίεργο τρόπο, όταν σου συμβαίνει κάτι τόσο τραυματικό, επιστρέφεις στις ρίζες σου», εξηγεί. Ο παππούς της είχε έρθει στις Μπαχάμες από την Κάλυμνο και είχε φτιάξει ένα μικρό μαγαζί με είδη πρώτης ανάγκης.

Στις Μπαχάμες γεννήθηκε ο πατέρας της – η μητέρα της ήρθε 18 ετών από την Κάλυμνο για να παντρευτεί. Στο σπίτι της μιλούσαν μόνο ελληνικά και τηρούσαν ευλαβικά όλες τις ελληνικές παραδόσεις, αλλά και κάποιες που είχαν φτιάξει οι ίδιοι, όπως ότι κάθε πρωί τραγουδούσαν απαραιτήτως στον δρόμο για το σχολείο τον εθνικό ύμνο. Και εννοείται πως κάθε Κυριακή πήγαιναν στην εκκλησία μαζί με την υπόλοιπη ελληνική κοινότητα.

Η πρώτη επίσημη καταγραφή της κοινότητας έγινε το 1888. Είκοσι τέσσερις Ελληνες στον αριθμό είχαν φτάσει στο εξωτικό αρχιπέλαγος, κυρίως από την Κάλυμνο, αλλά και από την Κρήτη και τη Σκόπελο. Οι περισσότεροι σφουγγαράδες, δούλευαν σκληρά, πρόκοψαν και έφεραν στη συνέχεια συγγενείς και φίλους που αναζητούσαν μια καλύτερη ζωή. Η ελληνική ορθόδοξη εκκλησία χτίστηκε με χρήματά τους και το 1953 κατάφεραν να φέρουν ιερέα από την Ελλάδα και να καλύπτουν για πολλά χρόνια τον μισθό του. Κάποια στιγμή οι Ελληνες ξεπερνούσαν τις 3.000.

Τα χρόνια πέρασαν και ο αριθμός μίκρυνε (δεν υπάρχει πλέον επίσημη καταγραφή, υπολογίζεται πως υπάρχουν περίπου 300 οικογένειες), αλλά αποτελούν (ακόμη και οι τρίτης γενιάς ομογενείς) μια δεμένη κοινότητα που συναντιέται τις Κυριακές στην εκκλησία, στις εθνικές γιορτές, στο ετήσιο ελληνικό φεστιβάλ και με κάθε ευκαιρία μοιράζονται τις χαρές και στηρίζουν ο ένας τον άλλον στις λύπες.
 

Ο επιχειρηματίας Θεόδωρος Τσαβούσης έχει οργανώσει το κέντρο υποδοχής των πληγέντων στο αεροδρόμιο
Ο επιχειρηματίας Θεόδωρος Τσαβούσης έχει οργανώσει το κέντρο υποδοχής των πληγέντων στο αεροδρόμιο


Ετσι και τώρα, όλοι με κάποιον τρόπο βοηθούν. Ο επιχειρηματίας Θεόδωρος Τσαβούσης έχει οργανώσει και εθελοντικά βοηθάει καθημερινά στο κέντρο υποδοχής των πληγέντων στο αεροδρόμιο, ενώ στην εκκλησία, μια παρέα γυναικών κάθε πρωί μαγειρεύει 600 μερίδες φαγητού για τα ορφανά και τους άστεγους του τυφώνα.

«Δυστυχώς δεν προλαβαίνουμε να τους φτιάξουμε τις σπεσιαλιτέ μας, το παστίτσιο ή τα σουτζουκάκια, γιατί είναι μπελαλίδικα και δεν προλαβαίνουμε», εξηγεί η Αρτεμισία Ζερβός, η οποία είναι εδώ και χρόνια υπεύθυνη για το συσσίτιο της εκκλησίας. Εκεί τώρα περνάει τα πρωινά της η Καλλιόπη. «Οταν μαγειρεύω, είναι η μόνη ώρα που μπορώ να ξεχαστώ. Παίρνω τεράστια δύναμη από το ότι μπορώ να βοηθήσω. Εμείς οι Ελληνες πολλές φορές μπορεί να τρωγόμαστε μεταξύ μας, αλλά στα δύσκολα γινόμαστε ένα και αυτό μου δίνει κουράγιο», εξηγεί.

Πράγματι, σε μια φωτογραφία που μας έστειλε από την κουζίνα της εκκλησίας χαμογελούσε. Είχαν μόλις μαγειρέψει και ήταν έτοιμοι να φορτώσουν το φαγητό στα αυτοκίνητα για να το διανείμουν.
 

Η Αρτεμισία Ζερβός, μαζί με άλλες γυναίκες, μαγειρεύει καθημερινά στην εκκλησία 600 μερίδες φαγητό για το συσσίτιο
Η Αρτεμισία Ζερβός, μαζί με άλλες γυναίκες, μαγειρεύει καθημερινά στην εκκλησία 600 μερίδες φαγητό για το συσσίτιο