Υπό κατάρρευση η παγκόσμια οικονομία

H παγκόσμια οικονομία βρίσκεται σε σοβαρό κίνδυνο. Ή για να το πούμε αλλιώς οι πολλαπλές υφέσεις προκαλούν πονοκέφαλο στις Κεντρικές τράπεζες.

Η αποκαλούμενη ως «ατμομηχανή της Ευρώπης», Γερμανία, παραπαίει ανάμεσα στις εμπορικές συγκρούσεις των ΗΠΑ με την Κίνα αλλά και από τη μελλοντική ασάφεια στις οικονομικές σχέσεις μεταξύ Μ. Βρετανίας και ΕΕ.

Οικονομικά Ινστιτούτα στη Γερμανία καταγράφουν ύφεση ενώ οι προγνώσεις για το τέταρτο τρίμηνο του 2019 κάνουν λόγο ότι μετά τη συρρίκνωση της γερμανικής οικονομίας την άνοιξη, αναμένεται πτώση του ΑΕΠ.

Σύμφωνα με τα γερμανικά Ινστιτούτα Οικονομίας, που εκφράζουν σκεπτικισμό για την πορεία της γερμανικής οικονομίας, το ΑΕΠ θα αυξηθεί μέχρι την ολοκλήρωση του 2019 μόλις κατά 0,5% ενώ η πρόβλεψη για το 2020 είναι +1,1%. Την άνοιξη, τα Ινστιτούτα έκαναν λόγο για ανάπτυξη από 0,8% - 1,8%.

Την ίδια στιγμή, κρίσιμη παραμένει η κατάσταση με το Brexit, καθώς ο Βρετανός πρωθυπουργός Τζόνσον περιμένει υποχωρήσεις από τις Βρυξέλλες ενώ σκόπευε να στείλει στην ΕΕ τις προτάσεις του την Τετάρτη 2/10 για την επίλυση της διαμάχης  γύρω από το Brexit.

Ένα ενδεχόμενο Brexit θα προκαλέσει τριγμούς στην παγκόσμια οικονομία, παρά τις διαβεβαιώσεις περί του αντιθέτου από διάφορους οικονομικούς κύκλους.  Και η αμερικάνικη οικονομία όμως βρίσκεται σε κρίση. Εξού και η συνήθης πολεμική εξωστρέφεια που λαμβάνει χώρα σε αντίστοιχες περιπτώσεις. Πριν από περίπου ένα μήνα, το επιτόκιο για τα 10ετή αμερικανικά ομόλογα έπεσε κάτω από την απόδοση για τα 2ετή ομόλογα, γεγονός που, όπως επισημαίνουν οι οικονομολόγοι, έχει αποτελέσει, μέχρι σήμερα, προάγγελο ύφεσης.

Τελευταία φορά που είχε συμβεί κάτι ανάλογο ήταν το 2007.

Και δεν είναι μόνο αυτό. Μετά το 2007 και τη  μεγάλη κρίση στις ΗΠΑ, επακολούθησε η κρίση του ευρώ στον ευρωπαϊκό Νότο με αποκορύφωμα την Ελλάδα αλλά με πληγείσες χώρες την Κύπρο, την Ιταλία, την Ισπανία αλλά και τη Γαλλία όπου εκεί τα πράγματα είναι οριακά.

Είναι χαρακτηριστικό ότι στη χώρα αυτή, το δεύτερο τρίμηνο του 2019, το γαλλικό ΑΕΠ αναπτύχθηκε μόλις 0,2% σε σχέση με το προηγούμενο. Η Τράπεζα της Γαλλίας είχε στο παρελθόν προβλέψει ρυθμό ανάπτυξης 1,8% το 2018 και 1,7% το 2019, αλλά ανακοίνωσε ότι το πρώτο εξάμηνο του 2018 ήταν ασθενέστερο από το προβλεπόμενο και η ζήτηση από το εξωτερικό ήταν πιο αδύναμη τον επόμενο χρόνο σε σχέση με τις προηγούμενες εκτιμήσεις.

Την ίδια στιγμή, όπως προανέφερα, φουντώνει ο εμπορικός πόλεμος ΗΠΑ – Κίνας, με ό,τι αυτό συνεπάγεται για την παγκόσμια οικονομική ισορροπία, μια ισορροπία που ούτως ή άλλως δεν υφίσταται λόγω της της συνεχούς κατάρρευσης των αγορών και την υπερπαραγωγή που οδηγεί με μαθηματική ακρίβεια τις οικονομίες σε ύφεση και παρατεταμένη κρίση.

Όσα στατιστικά  στοιχεία και αν εξετάσει κανείς με προσοχή, θα διαπιστώσει ότι η αποκαλούμενη ισορροπία κατουσίαν  δεν υφίσταται. Όμως για να πούμε τα πράγματα με το όνομά τους, στους οικονομικούς κύκλους είναι προτιμότερη η «επι ξύλου κρεμάμενη» ασκούμενη οικονομική πολιτική από την απόλυτη οικονομική κατάρρευση.

Πρόκειται, με λίγα λόγια, για μια «ισορροπία τρόμου», αφού το κλαδί που κάθονται οι οικονομίες ανά τον κόσμο πριονίζεται καθημερινά με απρόβλεπτες συνέπειες. Οι επιπτώσεις όμως θα είναι και πάλι στη ζωή των πολιτών που θα βλέπουν τα εισοδήματά τους να μειώνονται αδιαλείπτως και τις τιμές να εκτοξεύονται στα ύψη.

Τα όποια «χτυπήματα» στις πετρελαιοπηγές - όπως το τελευταίο στη Σαουδική Αραβία - που επηρεάζουν τις τιμές στα χρηματιστήρια, δεν θα είναι παρά ψήγματα μπροστά στο διαφαινόμενο και επικείμενο παγκόσμιο οικονομικό κραχ.

Η υπόθεση λοιπόν «παγκόσμια οικονομία» ομοιάζει με ρώσικη ρουλέτα, οι παίχτες της οποίας είναι γνωστοί το ίδιο όπως και οι αριθμοί που ποντάρουν. Δεν απομένει παρά η αντίδραση των πολιτών σε παγκόσμιο επίπεδο για την συρρικνούμενη πορεία της οικονομίας, μιας και οι αντιδράσεις για το κλίμα δεν επαρκούν για να συνετίσουν αυτούς που εξάντλησαν απόλυτα εδώ και δεκαετίες τους φυσικούς πόρους και τα αποθέματα.

Μια καθολική αντίδραση ενάντια στη λογική του πλουτισμού των λίγων, της πριμοδότησης της ανεργίας, των μαζικών απολύσεων και της μείωσης των μισθών, της δημιουργίας τεχνητών υφέσεων και της σταδιακής φτωχοποίησης των κοινωνικών στρωμάτων.