H παραγωγή, κινητήρια δύναμη  επανεκκίνησης της αναπτυξιακής μας πορείας

Γράφει ο Γιάννης Σαμαρτζής
giansamar@gmail.com

 

Όπως είναι γνωστό στους οικονομολόγους, για τη μέτρηση του Ακαθάριστου Εθνικού Προϊόντος (ΑΕΠ) χρησιμοποιούνται τρεις μέθοδοι, οι οποίες είναι αλληλεξαρτώμενες και μας οδηγούν στο ίδιο αποτέλεσμα.

Η πρώτη είναι εκείνη που χρησιμοποιεί ως βάση την Παραγωγή και μετρά την προστιθέμενη αξία ή τα παραγόμενα τελικά αγαθά και υπηρεσίες, η δεύτερη είναι εκείνη που χρησιμοποιεί ως βάση το Εθνικό Εισόδημα (η Συνολική Προσφορά της Οικονομίας), το οποίο αποκτούν οι πολίτες της χώρας κατά το στάδιο της παραγωγικής διαδικασίας και η τρίτη είναι η μέθοδος της Εθνικής Δαπάνης (η Συνολική Ζήτηση της Οικονομίας) κατά την οποία ξοδεύονται τα εισοδήματα των πολιτών, είτε για κατανάλωση, είτε για επενδύσεις, κ.α.

Οι μέθοδοι αυτοί μας οδηγούν στον «ενάρετο κύκλο» της οικονομίας, που λογίζεται ως: Παραγωγή - Εισόδημα – Ζήτηση (Κατανάλωση) - Παραγωγή.

Δηλαδή το παραγόμενο προϊόν δημιουργεί το εισόδημα, αυτό με τη σειρά του οδηγεί στην κατανάλωση, δηλαδή στη ζήτηση των αγαθών και υπηρεσιών, και αυτή τελικά, μας οδηγεί στην παραγωγή προϊόντων και υπηρεσιών. Η διαδικασία αυτή αποτελεί, κατά κάποιο απλό τρόπο, τον λεγόμενο Οικονομικό Κύκλο.

Ο ρυθμός της οικονομικής ανάπτυξης, δηλαδή της μεγέθυνσης της οικονομίας μιας χώρας, στηρίζεται στο βαθμό ανάπτυξης των τριών βασικών τομέων της παραγωγής, που είναι: η πρωτογενής παραγωγή (γεωργία, κτηνοτροφία, κ.α.), η δευτερογενής παραγωγή (βιομηχανία, βιοτεχνία) και η τριτογενής παραγωγή (υπηρεσίες και εμπόριο). Συνεπώς, μόνο η αύξηση της παραγωγής, μέσω παραγωγικότητας, οδηγεί στην αύξηση του συνολικού προϊόντος που παράγεται σε μια χώρα.

Η παραγωγή, σε συνδυασμό με την παραγωγικότητα, είναι οι μόνες κινητήριες δυνάμεις που μπορούν να συμβάλλον τη σημερινή περίοδο, σταδιακά, στην τόνωση της οικονομίας, δηλαδή στη βελτίωση των εισοδημάτων και στη μείωση της ανεργίας. Η παραγωγή και ειδικότερα η παραγωγικότητα, αποτελούν τους σημαντικότερους ίσως παράγοντες, ενίσχυσης της ανταγωνιστικότητας, και της βελτίωσης της ευημερίας των πολιτών μιας χώρας, μακροπρόθεσμα.

Ωστόσο, τον κύριο προωθητικό παράγοντα για τη βελτίωση της παραγωγής και παραγωγικότητας, αποτελούν οι επενδύσεις. Η οικονομική ανάπτυξη μιας χώρας επιτυγχάνεται με τις παραγωγικές επενδύσεις, είτε του δημόσιου τομέα μέσω του προϋπολογισμού δημοσίων επενδύσεων, με την κατασκευή διάφορων δημοσίων έργων, κλπ., είτε μέσω του ιδιωτικού τομέα, με διάφορες ιδιωτικές παραγωγικές επενδύσεις, είτε με το συνδυασμό ή τη σύμπραξη και των δύο, δηλαδή των δημοσίων και ιδιωτικών επενδύσεων.

Την τελευταία όμως δεκαετία — περίοδο της πτώχευσης — το δημόσιο αδυνατεί να προβεί σε μεγάλες επενδύσεις, γιατί θα επιβαρύνει το δημοσιονομικό έλλειμμα και εξ αυτού το δημόσιο χρέος. Τον ρόλο αυτό, δηλαδή της υποκατάστασης των δημοσίων επενδύσεων, συμπληρωματικά και υπό κανονικές συνθήκες, θα έπρεπε να τον αναλάβει ο ιδιωτικός εγχώριος τομέας, ο οποίος όμως και αυτός, λόγω της παρατεταμένης ύφεσης αλλά και της έλλειψης τραπεζικής ρευστότητας, αδυνατεί να εκτελέσει.

Το κενό, συνήθως, σε αυτές τις οικονομικά δύσκολες καταστάσεις «αναλαμβάνουν» να καλύψουν οι ιδιωτικές, είτε άμεσες, είτε έμμεσες ξένες επενδύσεις.
 Η χώρα μας, δυστυχώς, έχει δομικό πρόβλημα ανάπτυξης με στρεβλωτικά στοιχεία υπανάπτυξης, όπου βασικοί της εργοδότες είναι το δημόσιο και οι οικογενειακές επιχειρήσεις.

Οι τεχνοκράτες της Ευρωπαϊκής Ένωσης και του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου, για την έννοια της οικονομικής ανάπτυξης έχουν άλλη άποψη και δεν εννοούν να συντηρηθεί αυτό που ισχύει στην Ελλάδα, όπου το 40% περίπου των εργαζομένων είναι αυτοαπασχολούμενοι και η επιχειρηματικότητα είναι κατά 90% οικογενειακή υπόθεση.

Οι τεχνοκράτες αυτοί υποστηρίζουν ότι για την ενίσχυση της παραγωγικής βάσης, χρειάζεται μεταστροφή τμημάτων της απασχόλησης προς τη μισθωτή εργασία και παράλληλα, μετατόπιση του καταναλωτικού μας μοντέλου της ζήτησης, από εισαγόμενα σε παραγόμενα εγχώρια προϊόντα. Δηλαδή, ζητούν τη στροφή της παραγωγής μας σε διεθνώς εμπορεύσιμα αγαθά και υπηρεσίες, ώστε να αυξηθούν οι εξαγωγές και εξ αυτών η εισροή ξένου συναλλάγματος και, παράλληλα, να επιτευχθεί η κάλυψη ενός μέρους των εισαγωγών μας. Επίσης, ζητούν τη μετατόπιση τμημάτων της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης προς την επαγγελματική κατάρτιση, ώστε να δημιουργηθούν νέοι πόλοι ανάπτυξης.

Την εικοσαετία 1987-2007, όπου οι ρυθμοί ανάπτυξης στη χώρα μας προσέγγιζαν το 4% ετησίως, αντί να αυξηθεί η παραγωγικότητα της οικονομίας, οι παραγωγικοί μας πόροι μετακινήθηκαν, από τους υγιείς κλάδους που παράγουν διεθνώς εμπορεύσιμα αγαθά και υπηρεσίες — οι τιμές των οποίων καθορίζονται σε διεθνές επίπεδο —, στους προστατευόμενους κλάδους, όπως π.χ. της οικοδομής και του λιανικού εμπορίου, όπου οι τιμές τους ανέβαιναν, παράλληλα με τους μισθούς.

Έτσι, με τον υπερδανεισμό των νοικοκυριών, για καταναλωτικά προϊόντα και υπηρεσίες, και με τις μισθολογικές αυξήσεις που υπερέβαιναν την αύξηση της παραγωγικότητας, δημιουργήθηκε ένα υπέρμετρο έλλειμμα στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών, το οποίο το έτος 2008 έφτασε στα 35 δισ. ευρώ και προσέγγιζε σε ποσοστά το 15% του ΑΕΠ.

Ωστόσο, εξαιτίας της βελτίωσης της διεθνούς ανταγωνιστικότητας στη χώρας μας — όπως αυτή μετριέται διεθνώς με το σχετικό δείκτη κόστους εργασίας ανά μονάδα προϊόντος — έστω, τη μικρή περίοδο της διετίας 2010-2011, σύμφωνα με τα στοιχεία της τριμηνιαίας έκδοσης του «οικονομικού δελτίου» της ALPHA BANK, τεύχος 117, είχαμε εντυπωσιακές επιδόσεις, τόσο στις ελληνικές εξαγωγές αγαθών και υπηρεσιών, όσο και στη μείωση των εισαγωγών.

Το αποτέλεσμα ήταν, στο τέλος του 2011 το έλλειμμα του Ισοζυγίου Τρεχουσών Συναλλαγών να κατέλθει στα 18,4 δισ. ευρώ, από τα 35 δισ. ευρώ που ήταν το 2008. Το μεγάλο «άνοιγμα» εισαγωγών - εξαγωγών, όπου οι εισαγωγείς της χώρας μας πριν από την περίοδο της κρίσης ήταν τριπλάσιες των εξαγωγών — η σχέση αυτή τη διετία 2010-2011, όπως προανέφερα, βελτιώθηκε αισθητά —, αποτέλεσε αυτό που στην οικονομική επιστήμη αποκαλείται «παραγωγικό κενό». Το μεγάλο, δηλαδή, εμπορικό έλλειμμα που προϋπήρχε της περιόδου της κρίσεως, δημιουργούσε τροχοπέδη στην ανάπτυξη, καθώς και άλλες παρενέργειες στην οικονομία μας.

Με άλλα λόγια, η χρόνια επιδείνωση της ανταγωνιστικότητας της ελληνικής οικονομίας, αντικατοπτριζόταν στο Ισοζύγιο Τρεχουσών Συναλλαγών, το οποίο εδώ και δεκαετίες ήταν μονίμως ελλειμματικό. Και, αναφέροντας παραπάνω το «παραγωγικό κενό», εννοούμε τη διαφορά του επιπέδου της τρέχουσας παραγωγής (ΑΕΠ), από την πραγματική παραγωγική δυνατότητα της χώρας μας (επίπεδο του δυνητικού ΑΕΠ), ως ποσοστό του επιπέδου του δυνητικού ΑΕΠ. Δηλαδή, το «παραγωγικό κενό» υποδηλώνει ότι η Οικονομία μας λειτουργεί κάτω από τις πραγματικές της δυνατότητες.

Οι οικονομολόγοι υποστηρίζουν, αλλά και η εμπειρία αποδεικνύει, ότι το κατά κεφαλήν επίπεδο διαβίωσης σε μία οικονομία, μπορεί να αυξηθεί μόνον χάρη στην αύξηση της παραγωγικότητας, δηλαδή στο πόσο αποδοτικά επιτυγχάνει μία οικονομία να αυξάνει την παραγωγή της ανά εργαζόμενο. Ακόμα, υποστηρίζουν ότι η οικονομία μας έχει ανάγκη από στοχευμένες και αποτελεσματικές μεταρρυθμίσεις, οι οποίες θα συμβάλουν στην αύξηση της παραγωγικότητας και, επομένως, στην αυξημένη αποδοτικότητα της οικονομίας.

Δηλαδή, υποστηρίζουν ότι, μόνον η βελτίωση της παραγωγικότητας και το αυξημένο μέγεθος της παραγωγής, μπορούν να οδηγήσουν στην αύξηση του πλούτου και, κατά συνέπεια, στην αύξηση των εισοδημάτων και στη μείωση της ανεργίας.

Η Ελλάδα, διαθέτει σημαντικά συγκριτικά πλεονεκτήματα που έχουν να κάνουν με τη γεωγραφική της θέση, την πολιτιστική της κληρονομιά (αρχαιολογικοί χώροι, μουσεία), τους τουριστικούς της προορισμούς, καθώς και όλα τα στοιχεία εκείνα, που της επιτρέπουν να προσφέρει στους κατοίκους της ένα δυνητικό επίπεδο διαβίωσης, με την προϋπόθεση, ότι οι πολίτες της θα αποτελέσουν την κινητήρια δύναμη για την οικονομική της ανάπτυξη, στη διάρκεια των επόμενων χρόνων.

Ωστόσο, δεν πρέπει να ξεχνάμε  πως με το πλαστικό χρήμα (πιστωτικές κάρτες) και τα δανεικά — τα δικά μας, και προπαντός αυτά του κράτους —, αποκτήσαμε στο παρελθόν, ως λαός, μία επίπλαστη καταναλωτική ευδαιμονία, η οποία δεν ανταποκρινόταν στην οικονομική δυνατότητα της χώρας μας.
 Και, ακόμη, θα πρέπει να μάθουμε αυτό που λένε οι οικονομολόγοι ότι, της αύξησης της «διανομής» της πίτας, προηγείται η αύξηση της «παραγωγής» της πίτας.
 

Σημείωση:  Το άρθρο αυτό αποτελεί Κεφάλαιο του υπό έκδοση (εντός των ημερών) βιβλίου μου με τίτλο: «ΒΑΣΙΚΑ ΘΕΜΑΤΑ ΜΑΚΡΟΟΙΚΟΝΟΜΙΑΣ -  ΜΕ ΕΜΦΑΣΗ ΣΤΗΝ  ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ».