«Πέντε η ώρα το πρωί άνοιγα, πέντε η ώρα το πρωί ανοίγω…»!

«Είναι και Ολυμπιακός…», μου λέει, ένας θαμώνας, για τον Στάθη τον αεικίνητο καφετζή που φτιάχνει σβέλτα τον καφέ και σβέλτα τον σερβίρει. «Φωνάζει για τον Ολυμπιακό, χύνεται ο καφές, φτου κι από την αρχή…» τον πειράζει …

«Μην το λέτε αυτό, δεν θα ‘ρχονται οι Παναθηναϊκοί…», λέει ένας άλλος.

Κι ένας τρίτος, φωνάζει από μακριά: «εγώ πριν τρία χρόνια ανακάλυψα αυτό το καφενείο, κι από τότε δεν ξαναπήγα σ’ άλλο.»…

«Κάθε χρόνο έχουμε 10% με 20% απώλειες», συμπληρώνει ένας από το βάθος.

«Είναι σοβαρό εντευκτήριο απλών ανθρώπων, για ανταλλαγή απόψεων επί σοβαρών θεμάτων»  μας βοηθά ένας πέμπτος.

Μου αρέσει πολύ το καφενείο! Χωρίς μουσικές, χωρίς χρώματα, χωρίς τίποτα το ελκυστικό, προκαλεί συζήτηση. Αντικριστά κάθονται και ανταλλάσσουν απόψεις, διαφωνούν, λύνουν τα οικονομικά προβλήματα της χώρας, τα εθνικά, πειράζονται μεταξύ τους…  Το καφενείο έγινε ελκυστικό εκ των υστέρων στη ζωγραφική του Τσαρούχη και άλλων ζωγράφων, οι οποίοι ανακάλυψαν τη γραφικότητά του.

Δεν υπάρχει πια το κλασικό καφενείο, υπάρχουν μαγαζιά όπου παίζουν τάβλι ή και χαρτιά. Εκτός κι αν πας στο καφενείο του Στάθη, μέσα στη Νέα Αγορά, από την είσοδο των δύο περιπτέρων. Πετάει στη δουλειά αυτός ο Απολακκιάτης που πήγε ως γαμπρός στο  «Καφενείον του Καλλέζη», του πεθερού του, όπως γράφει η ταμπέλα μέχρι σήμερα.

Αυτό ήθελα, ένα παραδοσιακό καφενείο για συνταξιούχους που λύνουν με τις ώρες  όλα τα προβλήματα της χώρας και μετρούν τις απουσίες στα μητρώα που σημειώνονται!

Κύριε Στάθη, από πότε είστε εδώ;
Το καφενείο εδώ λειτουργεί από το 1954, το άνοιξε ο πεθερός μου ο Σταύρος Καλλέζης από τη Σύμη, κι ήρθα κι εγώ από νεαρός και το δούλεψα.

Τι έβρισκες τότε στη Νέα Αγορά που δεν το βρίσκεις πια σήμερα;
Όλα φρουτάδικα ήταν, παράγκες με μαναβική και η Ψαραγορά. Κάθε πάγκος της είχε δυό ψαράδες να πουλάνε, ήταν τόση πολύ η ζήτηση που έρχονταν τα ψάρια από τα νησιά.  Στη Ρόδο, ο μόνος που θυμάμαι εγώ να έχει τράτα, ήταν ο Βαζάκας. Γόπες, λυθρίνια, σαρδέλα, τα αγόραζε ο κόσμος και τα ‘φερνε να τα ψήσουμε. Είχαμε εδώ φουφού, ο πεθερός μου έφτιαχνε παστό, σαρδέλες…  Όλοι ευχαριστιούνταν. Είμαι 40 χρόνια εγώ μέσα στη Νέα Αγορά. Είχε περίπτερο ο Λυκούργος μέσα, δίπλα κάβα ποτών, είχε ζωντάνια. Ο Χριστοφής είχε το μπακάλικο, ο Μηλιός πουλούσε τα τυριά, ο Πολιάς είχε μπακάλικο πουλούσε ρέγκες, σαρδέλες, δίπλα από το Φαρμακείο του Φωτάκη, του πατέρα τότε. Και η «Καλή Καρδιά» εδώ δίπλα μας, με το καλύτερο κοτόπουλο στη σούβλα. Έκλεισε το 1996, κι έγινε τουριστικό.

Πόσο έκανε ο καφές τότε;
Ήταν δεκάρες, πέντε δεκάρες ο καφές, σαν να λέμε 50 λεπτά σήμερα. Πέντε η ώρα το πρωί άνοιγα τότε, πέντε η ώρα το πρωί, ο αντάρτης, ανοίγω και σήμερα. Και φύλακας της Νέας Αγοράς είμαι στα σκοτάδια μέσα, που κανένας δεν κυκλοφορεί. Ανοίγω την Αγορά το πρωί, χειμώνα, καλοκαίρι, βρέχει, βροντά, είμαι εδώ.
Υπήρχαν σε όλες τις πύλες της καγκελόπορτες που κλείνανε;
Να, δες τα, μέχρι σήμερα τα κάγκελα… Ήρθε ο Καραγιάννης δήμαρχος και τις άφησε ανοιχτές τις  πόρτες. Κι αυτά τα μεγάλα δέντρα μέσα στη μέση δεν υπήρχαν. Ήταν ο πλάτανος μόνο και δάφνες  μέσα στη μέση, με καγκελάκια γύρω-γύρω.

Ποιοι έρχονται στο καφενείο σας σήμερα;
Όλοι, άντρες, γυναίκες, Από την Ανάληψη, από τους Αγίους Αποστόλους, από το Ροδίνι, από τους Δασκάλους, κι απ’ όλα τα χωριά. Νεαρούς πελάτες δεν έχω. Είναι άνθρωποι που περιμένουν το λεωφορείο για να γυρίσουν στα σπίτια τους. Και να μην πάρουνε τίποτα να πιούνε, δεν τους ρωτώ. Είναι το μόνο παραδοσιακό καφενείο και πρέπει να παραμείνει ανοιχτό για τον κόσμο, να τους το πείτε αυτό. Μ’ ένα ευρώ που κάνει ο καφές, κάθεσαι μέχρι τις 2 το μεσημέρι. Κάποτε κατέβαιναν από πάνω από τον όροφο, συμβολαιογράφοι και δικηγόροι. Σήμερα είναι εντευκτήριο συνταξιούχων και έτσι πρέπει να παραμείνει, είναι των συνταξιούχων το καφενείο.

Είναι αλήθεια ότι στις προεκλογικές περιόδους βάζετε ταμπέλα πάνω στην κολόνα του καφενείου η οποία γράφει ότι απαγορεύονται οι πολιτικές συζητήσεις;
Βεβαίως. Η ταμπέλα γράφει «Όχι πολιτικά, όχι φωνές!»

«Να κάθεσαι και να μιλάς με τις ώρες! Το καφενείο απαιτεί χάσιμο ώρας και ο κόσμος δεν ξέρει σήμερα τι πολύτιμο είναι να χάνεις ώρα. Οι άνθρωποι θέλουν να εκμεταλλεύονται τις ώρες τους…», είχε πει κάποτε ο Μάνος Χατζιδάκις, λάτρης των καφενείων, τα οποία τα θεωρούσε «ιερή υπόθεση»!