Οι ωραίοι της Ρόδου!

«Είναι εδώ δίπλα μου ένας από τους ωραίους…», μου είπε ο Γιάννης Κλούβας, από τους «μεγάλους» της εποχής εκείνης της Ρόδου όταν με πήρε τηλέφωνο να μου μιλήσει για τον Γιώργο Αποκούραστο, που τον κυνηγούσαν τα αθηναϊκά μέσα για συνέντευξη, αλλά τους το αρνήθηκε.

«Στον τόπο μου θέλω να τα πω…», μου διευκρίνισε όταν τον είδα ένα μεσημέρι, λεπτό, και στιλάτο, με ωραίους τρόπους σαν αυτούς που έριχναν τις «πρωτοκλασάτες τουρίστριες»  όπως τις λέει και ξεχώριζαν τα… απλά καμάκια, από τους ωραίους.

Η ατμόσφαιρα μιας άλλης εποχής της Ρόδου, οι επιτυχίες στις γυναίκες που έρχονταν «για να περάσουν ωραία» και το χειροφίλημα στο τέλος από τον παλιό εραστή που έφτασε τα 73, αλλά τον φωνάζουν στο δρόμο οι φίλοι «άρχοντα και παιδαρά μου».

Εποχές περασμένες, αλλά όχι ξεχασμένες για τους βετεράνους και μπαρουτοκαπνισμένους που έχουν χιλιάδες ιστορίες να πουν.   

Άργησα! Πώς είστε, έχω ακούσει πολλά για εσάς!
Είναι η πρώτη φορά στη ζωή μου που μ’ έστησε γυναίκα.

Ποιος τη χάρη μου! Γιατί δεν τη δώσατε τη συνέντευξη στο “Έθνος” τότε που σας τη ζητούσανε; Είχαν έτοιμο και τον τίτλο: «Οι ωραίοι της Ρόδου»!
Δεν ήθελα εγώ να αντιπροσωπεύσω τους ωραίους της Ρόδου, ήταν κι άλλοι ωραίοι. Και είμαι και τοπικιστής: Ήθελα να μιλήσω στον τόπο μου, να μιλήσω σ’ εσένα.

Πολλές γυναίκες τότε, έτσι δεν είναι;
Να ξεκαθαρίσουμε κάτι γιατί βγήκαν κάποιοι στη Ρόδο και είπαν ότι πήγαν με χιλιάδες γυναίκες και το παρεξήγησαν αυτό στην άλλη Ελλάδα. «Πηγαίναμε» με τόσες πολλές γιατί άλλαζαν οι αναχωρήσεις κάθε πέντε- έξι μέρες, κι έρχονταν καινούργιες, κι  όχι επειδή ήμασταν καλύτεροι εραστές εμείς από τους  άλλους στην Ελλάδα. Υπήρχαν αφίξεις.  Τραγουδίστριες, ηθοποιοί περνούσαν από πάνω μας, μετά τις βλέπαμε σε καμιά ταινία κάπου, και λέγαμε «βρε, μπας κι είναι αυτή;»…  Πηγαίναμε με τις πρωτοκλασάτες και μετά λέγαμε, «αυτή ήτανε;». Δεν ξέραμε με ποιες πηγαίναμε.

Σε τι διέφεραν τότε τα λεγόμενα «καμάκια» από τους «ωραίους της Ρόδου»;
 Εμείς ήμασταν ανεξάρτητοι, είχαμε περισσότερη άνεση, δουλεύαμε δυο-τρεις δουλειές, βγάζαμε λεφτά, δεν ήμασταν τα καμάκια ούτε από θέση ούτε από εμφάνιση. Άλλο «τα καμάκια» που τ’ αγαπάμε όλοι, κι άλλο «οι ωραίοι της Ρόδου» που είχαν και την οικονομική κατάσταση.

Πώς γινόταν λοιπόν τότε το νταλαβέρι για τους «ωραίους»;
Μετά τη διασκέδαση υπήρχαν συμπάθειες, έρωτες… Πού  θα πηγαίναμε, στη θάλασσα θα πηγαίναμε; Μας αφήνανε οι ξενοδόχοι ν’ ανεβαίνουμε στα δωμάτια των κοριτσιών, δεν μας κάνανε παρατηρήσεις γιατί κάναμε και κατανάλωση στο μπαρ και κάναμε και διαφήμιση στη Ρόδο, με τα τραγούδια μας και τους χορούς μας.
 


Και όχι μόνον! Δεν ήταν οι ίδιες οι κοπέλες στις οποίες απευθυνόσασταν όλοι; Άλλες ήταν για τα καμάκια, κι άλλες για τους ωραίους;
Τις κοπέλες που είχαμε εμείς δεν τις πλησίαζαν τα καμάκια. Σου λέει «του Αποκούραστου την κοπέλα θα πειράξουμε, του Γιώργου…»; Μας σέβονταν. Τη ζωή της Ρόδου εμείς τη φτιάξαμε, αλλά κι εμείς ήμασταν μαθητές, άλλοι ήταν οι πρωτεργάτες: o Άγγελος Καραγιαννίδης τουριστικός πράκτορας, ο Γιώργος Παγκάς επίσης τουριστικός πράκτορας, ο Γκορσούν Ρωμιός της Πόλης που έμενε στη Σουηδία, κι έφερε το πρώτο γκρουπ Σουηδών στη Ρόδο. Ο πράκτορας και ξενοδόχος Νίκος Σολούνιας, ο Μιχάλης Παπαθανάσης, αυτοί και πολλοί άλλοι. Με τις προδιαγραφές αυτές ξεκινήσαμε, κι έγινε η Ρόδος η πέμπτη κοσμοπολίτικη πόλη στον κόσμο, με τους πιο πλούσιους, τους άρχοντες, τους βασιλιάδες. Εμείς τους τουρίστες μας, τους κάναμε φίλους, τους  βγάζαμε έξω για φαγητό. Και τώρα η Παλιά Πόλη κατάντησε όπως κατάντησε. Τα ενοίκια πήγαν στα ύψη και αναγκάστηκαν  οι καταστηματάρχες να φέρνουν κινέζικα πια για να αντεπεξέλθουν. Τι να’ ρθει να κάνει ο πλούσιος τουρίστας, να πάρει το κορδονάκι;

Πού γεννηθήκατε, από πού είστε;
Στη Μητρόπολη γεννήθηκα, στα Μαράσια, Ροδίταρος και μοναχογιός, με δύο μεγαλύτερες αδελφές, η μία εννέα χρόνια πιο μεγάλη από εμένα και η άλλη έξι. Η μάνα μου, με τάιζε μες στο στόμα, η αδελφή μου, μού έραβε ρούχα, δεν ήμασταν πλούσιοι, αλλά εμένα με μεγάλωσαν πλουσιοπάροχα. Τη γειτονιά μας τη λέγανε Σιλιγκούρι, από τις πιο παλιές, στην καρδιά της Μητρόπολης. Από πέντε χρονών είδα τους πρώτους τουρίστες. Οι πρώτοι τουρίστες της Ρόδου ήταν χίπηδες, το 1952 κοιμόντουσαν στα πάρκα, δεν υπήρχαν ξενοδοχεία. Τότε το γραφείο τουρισμού, παρότρυνε τους ντόπιους να δίνουν δωμάτια από τα σπίτια τους. Με την εμπειρία που έχουμε εμείς είναι για να συμβουλέψουμε υπουργούς Τουρισμού, να μάθουν πέντε πράγματα.

Πότε ξεκινήσατε να δουλεύετε;
Στα 12 μου δούλεψα στο ξενοδοχείο των Ρόδων, γκρουμάκι.

Με το Νικολάκι θα ήσασταν!
Με το Νικολάκι. Είχε ένα αστέρι παραπάνω από εμάς εκείνες τις εποχές, μας οργάνωνε. Έπρεπε να έχεις συστάσεις για να πας εκεί που έρχονταν βασιλιάδες και πρόεδροι. Έβγαζα πολλά λεφτά, φεύγανε και μας αφήνανε ολόκληρο πεντακοσάρικο, μισό μισθό τότε. Αργότερα, έμπειρος πια, έγινα ρεσεψιονίστ. Δεν μου άρεσε, ήθελα ελευθερία. Έγινα πωλητής σε ακριβά μαγαζιά.

Πουλούσατε γούνες! Είχατε την εμφάνιση, αλλά και τον τρόπο για να το κάνετε! Πώς έγινε όμως η αρχή;
Δεκαέξι χρονών, με φωνάζει ένας γουναράς ενώ περνούσα από την Παλιά Πόλη και μου λέει: «πόσα παίρνεις εκεί; Λέω «δύο χιλιάδες», μου λέει «εγώ θα σου δίνω δέκα για λίγες ώρες. Θα κάθεσαι στην πόρτα…»! Οι γυναίκες τότε έρχονταν στη Ρόδο για να περάσουν ωραία. Στην πόρτα που περνάγανε, φρενάρανε. Μπαίνανε μέσα και με τις γούνες γινόταν χαμός, πάρα πολλή δουλειά, αλλά ήτανε και οι γούνες φτηνές τότε.
 

Όταν ήταν 20 χρονών
Όταν ήταν 20 χρονών


Τόσο πολύ τις θέλανε πια τις γούνες ή ήτανε που τις πείθατε κι εσείς οι Ροδίτες;
Ήμασταν ευγενικοί, εξυπηρετικοί, τους λέγαμε κιόλας «αν δεν πάρεις γούνα, θα με διώξει τ’ αφεντικό μου…». Και την άλλη μέρα έφερνε και πέντε φίλες της. Έβγαζα πολλά λεφτά από τα ποσοστά, αλλά άρχισα και την άστατη ζωή μου γιατί εθίστηκα στο ποτό. Στα 20 μου ήμουν εθισμένος και σήμερα μου απαγορεύει ο γιατρός να πιω κι ένα ποτηράκι ακόμα. Η έντονη ζωή μας έκανε και εθιστήκαμε. Και μαριχουάνα δοκιμάσαμε. Είναι πραγματικότητες αυτά, Ροδούλα μου. Τα μυστικά μου όλα σου είπα!

Είκοσι χρονών εθισμένος στο ποτό, αλλά ήσασταν και στα πάνω σας!
Και δούλευα και τρεις δουλειές. Δεν υπήρχε προσωπικό τότε για τον τουρισμό, κι ήταν μεγάλη η ζήτηση. Διασκέδαση, κοιμόμουνα στις οκτώ το πρωί, αλλά στις 10 πήγαινα στη δουλειά, πανέτοιμος. Και το μεσημέρι δυο-τρεις ώρες, κι αυτό ήτανε.

Οι γυναίκες σήμερα πώς είναι σε σχέση  μ’ εκείνες τις εποχές;
 Αλλάξανε και χειροτερέψανε. Τουλάχιστον εκείνες είχαν στο μυαλό τους το σεξ, ήταν ανοιχτές, ξεκάθαρες κοπέλες. Τώρα οι δικές μας έχουνε την πονηριά μέσα τους.

Ερωτευόσασταν τότε;
Όχι, εγώ δεν ερωτευόμουν, αλλά ήθελα να ξαναδώ μια κοπέλα που ήμουν δέκα μέρες μαζί της. Έρχονταν. Κι άλλες φορές μας έστελναν και λεφτά να πάμε πάνω να τις δούμε. Πω, πω  τι γράφουμε μέσα, φτηνιάρικα πράγματα. Εγώ θέλω να με διατηρήσεις άρχοντα όπως ήμουν τότε. Περπατώ στο δρόμο και μου φωνάζουν «άρχοντά μου, παιδαρά μου…», μην το χαλάσουμε αυτό.

Αν την ξαναζούσατε τη ζωή σας, τι θ’ αλλάζατε;
Τι θα διόρθωνα; Τη συμπεριφορά μου. Το ποτό αλλάζει  τη συμπεριφορά, αλλά ο θυμός μου ήταν δυο λεπτά. Είμαι σαν μικρό παιδί. Τα λεφτά τα σκορπούσα, τα χάριζα κιόλας, αλλά αισθανόμουνα μέσα μου ωραία.

Μου δείχνει τις φωτογραφίες του. «Εδώ ήμουν 20 χρονών, εδώ μεγαλύτερος στην παραλία…». «Αυτός ο ζεν πρεμιέ πέθανε, κι έδωσε τη θέση του σ’ εμένα…», μου λέει, μαζεύοντας πίσω τις φωτογραφίες.