Άγης Βερούτης: Γραφειοκρατία: cui bono

Άγης Βερούτης: Γραφειοκρατία: cui bono

Άγης Βερούτης: Γραφειοκρατία: cui bono

Rodiaki NewsRoom

ΑΝΑΓΝΩΣΤΗΚΕ 142 ΦΟΡΕΣ

Του Άγη Βερούτη

Οι διαδικασίες του κράτους στην Ελλάδα δεν ψηφιοποιήθηκαν για να μειωθούν, αλλά για να κρυφτούν πίσω από μια οθόνη. Αυτό το εμφανίζουμε ως πρόοδο. Για χρόνια η ίδια υπόσχεση επαναλαμβάνεται σχεδόν τελετουργικά από τους εκάστοτε κυβερνώντες: λιγότερα χαρτιά, λιγότερες ουρές, λιγότερη ταλαιπωρία, λιγότερη τριβή στα γκισέ των υπηρεσιών, περισσότερο κράτος στην υπηρεσία του πολίτη!

Η εικόνα είναι μαγική, γυαλισμένη, έτοιμη για δελτίο Τύπου ιλουστρασιόν και υπουργική παρουσίαση. Μπαίνεις σε μια πλατφόρμα, συμπληρώνεις τα πεδία, ανεβάζεις τα αρχεία, πατάς υποβολή και όλα λύνονται. Υποτίθεται πως κινούμαστε σε νέα λογική.

  Μόνο που αυτό ισχύει μόνο σε επίπεδο βιτρίνας. Για τον μικρομεσαίο που πρέπει να ζει μέσα σε αυτό το πολυπλόκαμο σύστημα πλατφορμών, όχι απλώς να το δοκιμάσει μια φορά μπροστά στις κάμερες, η εμπειρία παραμένει η ίδια γνωστή παλιά ελληνική ταλαιπωρία.

Για όσους ακόμα αναρωτιούνται, η γραφειοκρατία δεν μειώθηκε. Απλώς μεταφέρθηκε στο cloud!

Το χαρτί έγινε αρχείο, η ουρά έγινε ειδοποίηση, η καθυστέρηση έγινε εκκρεμότητα και αριθμός πρωτοκόλλου εξυπηρέτησης. Η ουσία όμως παρέμεινε άθικτη. Τα δικαιολογητικά όχι μόνο δεν καταργήθηκαν, αλλά πολλαπλασιάστηκαν, ακριβώς επειδή τώρα μπορούν να ζητούνται ευκολότερα, πιο αθόρυβα, σχεδόν αυτόματα. Κάθε υπηρεσία προσθέτει το δικό της βήμα, το δικό της πεδίο, τη δική της πλατφόρμα, το δικό της ψηφιακό φέουδο που μαζεύει data για να ξέρει το κράτος τί γίνεται κι από ποιον και πότε, μόνο που ο καταχωρητής δεν είναι κάποιος δημόσιος υπάλληλος παρά το σύνολο των πολιτών.

Κι έτσι ο πολίτης, αντί να απαλλαγεί από τις άχρηστες και χρονοβόρες διαδικασίες του παρελθόντος, καλείται πλέον να λειτουργήσει ως άμισθος καταχωρητής δεδομένων, ανάμεσα σε μηχανισμούς που το κράτος διαφημίζει ως σύγχρονους, ενώ στην πράξη αρνούνται πεισματικά να συνεννοηθούν μεταξύ τους. Βγάζουν όμως ωραία στατιστικά. Θα μου πείτε "τσάμπα είναι η καταχώρηση, ρώτα κι ό,τι άλλο θέλεις να ‘χουμε data για ανάλυση...”

Εδώ ακριβώς βρίσκεται και η μεγάλη χίμαιρα της ψηφιακής διοίκησης.
Η περιβόητη διασυνδεσιμότητα των συστημάτων παραμένει αποσπασματική. Το κράτος έχει ήδη ΟΛΑ τα στοιχεία που ζητά, αλλά τα κρατά σε διαφορετικά κουτιά, σε διαφορετικές λογικές πρόσβασης.

Έτσι ο επαγγελματίας θα ξαναστέλνει πιστοποιητικά που υπάρχουν ήδη στα συστήματα, ξαναδηλώνει στοιχεία που έχουν ήδη καταχωρηθεί, ξαναποδεικνύει πληροφορίες που η ίδια η διοίκηση κατέχει. Μάλιστα σε ορισμένες περιπτώσεις θα πρέπει να μπει σε μια πλατφόρμα να κατεβάσει ένα pdf αρχείο και μετά να το ανεβάσει σε μια άλλη πλατφόρμα.

Δεν έχουμε δηλαδή ψηφιακή απλοποίηση. Έχουμε ψηφιακή μεταφορά του διοικητικού βάρους στον αδύναμο κρίκο, που είναι πάντα ο πολίτης και, ακόμη περισσότερο, ο μικρομεσαίος επαγγελματίας. Αυτό ουδείς μπορεί να το ορίσει ως τεχνική αδυναμία. Είναι μια αρχιτεκτονική και δομική επιλογή ασύνδετων συστημάτων.

Η γραφειοκρατία στην Ελλάδα δεν είναι ατύχημα. Ούτε είναι ένα κουσούρι του παρελθόντος που ακόμη δεν προλάβαμε να θεραπεύσουμε. Είναι ένας μηχανισμός αιτιολόγησης, ελέγχου, αυτοπροστασίας και διάχυσης ευθύνης που προκύπτει από ένα δαιδαλώδες νομικό και κανονιστικό πλαίσιο λειτουργίας. Κάθε δικαιολογητικό, κάθε ενδιάμεσο βήμα, κάθε ασύνδετο σύστημα, κάθε νέα ψηφιακή φόρμα λέει στον πολίτη το ίδιο πράγμα: το βάρος της απόδειξης είναι δικό σου.

Το κράτος δεν σε εμπιστεύεται, αλλά ούτε αναλαμβάνει το κόστος της ασυνεννοησίας του. Τα φορτώνει σε εσένα, και μετά το ονομάζει εγκύκλιο ή ακόμα χειρότερα "διαδικασία”.

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο κινούνται υποχρεωτικά και οι δημόσιοι υπάλληλοι.
Πολλοί είναι κακοπληρωμένοι, αρκετοί έχουν μείνει πίσω χωρίς σοβαρή εκπαίδευση στις νέες τεχνολογίες που καλούνται να χρησιμοποιήσουν. Σχεδόν όλοι λειτουργούν μέσα σε περιβάλλον όπου η αλλαγή εργαλείων δεν συνοδεύεται από αλλαγή κουλτούρας. Το πρόβλημα όμως δεν σταματά εκεί. Διότι το σύστημα δεν τους ζητάει πραγματικά αποτέλεσμα. Τους ζητά συμμόρφωση με τη διαδικασία, να κλωτσήσουν το τενεκεδάκι στο επόμενο βήμα. Φυσικά, όταν το αποτέλεσμα δεν είναι η βασική ύλη της αξιολόγησής τους, η αδιέξοδη διαδικασία γίνεται το καταφύγιό τους.

Εκεί φαίνεται πλέον το πραγματικό έλλειμμα αποτελεσματικότητας. Όταν η αξιολόγηση είναι τυπική, ο έλεγχος της αποδοτικότητας σχεδόν ανύπαρκτος, και η μονιμότητα είναι ασύνδετη με την απόδοσή τους, η πίεση να εργαστούν εξαφανίζεται. Το σύστημα δεν επιβραβεύει την ταχύτητα, ούτε τη λύση, ούτε τον υπάλληλο που ξεμπλοκάρει μια υπόθεση. Επιβραβεύει τη διεκπεραίωση χωρίς προσωπικό ρίσκο.

Εδώ αρχίζει να φαίνεται ποιος πραγματικά βολεύεται: εκείνος που δεν λογοδοτεί ποτέ για το αποτέλεσμα της δουλειάς του, εκείνος που αρκεί να είναι παρών, να υπογράφει μηχανικά, να μετακινεί την υπόθεση λίγο παρακάτω, να θυμάται πότε-πότε να κάνει κάτι, χωρίς καμία αληθινή πίεση να λυθεί το πρόβλημα του πολίτη στην ώρα του.

Η αδιαφορία δεν είναι χαρακτήρας κάποιου συγκεκριμένου εργαζόμενου. Είναι το δομικό διοικητικό προνόμιο που συνεπάγεται η δουλειά.

Αυτό συνήθως κρύβεται πίσω από τις γενικόλογες φράσεις περί ψηφιακού κράτους.
Η τεχνολογία εισήχθη χωρίς να σπάσει τον πυρήνα της διοικητικής ανευθυνότητας. Έτσι η παλιά αναποτελεσματικότητα απλώς απέκτησε νέο περιβάλλον εφαρμογής. Δεν βλέπει κανείς πλέον το φάκελο να σκονίζεται πάνω σ’ ένα γραφείο. Βλέπει μόνο μια οθόνη που γράφει "σε εξέλιξη". Και αυτή η εξέλιξη μπορεί να κρατήσει μέρες, εβδομάδες, μήνες, χρόνια ακόμη ακόμη, χωρίς πρόσωπο, χωρίς έκθεση, χωρίς συνέπεια. Η καθυστέρηση έγινε απρόσωπη, άρα έγινε και πιο ανθεκτική στις αντιρρήσεις.

Στο μεταξύ, ο μικρομεσαίος πληρώνει από παντού. Πληρώνει με χρόνο, που είναι ο ακριβότερος πόρος για όποιον δουλεύει πραγματικά. Πληρώνει λογιστές, συμβούλους, προγραμματιστές, ενδιάμεσους που ξέρουν να διαβάζουν το διοικητικό λαβύρινθο. Πληρώνει σε ψυχική φθορά, σε εκνευρισμό, σε ανασφάλεια και χαμένες μέρες παραγωγής. Κάθε φορά που μια δουλειά κολλάει επειδή ένα σύστημα δεν επικοινωνεί με ένα άλλο, κάθε φορά που ζητείται ξανάπαλι ένα χαρτί που ήδη υπάρχει, κάθε φορά που η λύση εξαρτάται από το πότε θα αξιωθεί κάποιος να ασχοληθεί, το κόστος περνά αθόρυβα στην πραγματική οικονομία.

Και κάπου εκεί έρχεται το ερώτημα που σχεδόν κανείς μας δεν θέλει να απαντήσει καθαρά: cui bono; Σίγουρα όχι ο απλός πολίτης. Ούτε ο μικρομεσαίος που σπρώχνει στις πλάτες του την παραγωγή, το ρίσκο και το φορολογικό βάρος. Ούτε καν ο ικανός δημόσιος υπάλληλος, που χάνεται κι αυτός μέσα σε μια κουλτούρα όπου η προσπάθεια και η αδιαφορία αμείβονται σχεδόν το ίδιο.

Εκείνοι που πραγματικά ωφελούνται είναι όσοι έχουν εξασφαλίσει χώρο εργασίας χωρίς λογοδοσία, χωρίς πίεση, χωρίς συνέπειες για την καθυστέρηση και τη μετριότητα. Όσοι μπορούν να υπάρχουν διοικητικά, χωρίς να αποδίδουν πραγματικά.

Αυτό είναι το πιο τοξικό στοιχείο της ιστορίας μας. Η γραφειοκρατία δεν επιβιώνει παρά τα προβλήματά της. Επιβιώνει επειδή μοιράζει βολέματα και βάρη με τρόπο που να προστατεύει τους εσωτερικούς της χρήστες και να φορτώνει το κόστος στους εξωτερικούς της πελάτες. Που στην πραγματικότητα είναι οι φορολογούμενοι πολίτες.

Η ψηφιοποίηση δεν διόρθωσε τη γραφειοκρατία. Την έκανε λιγότερο ορατή, πιο εύκολα υπερασπίσιμη, πιο κομψή στην παρουσίαση και πιο απροσπέλαστη στην πράξη.

Αν η ψηφιοποίηση βολεύει κυρίως αυτούς που δεν θέλουν να βλέπουν πολίτη στο γκισέ, ποιος ακριβώς υποστηρίζουμε ότι ωφελήθηκε από αυτήν;

πηγή: capital.gr

Διαβάστε ακόμη

Θάνος Ζέλκας: Η γυναίκα του Καίσαρα

Αγαπητός Ξάνθης: Λίγα λόγια για τη χαρακτική έκθεση της Ευστρατίας Μαχαιρίδη στη Ρόδο

Κοσμάς Σφυρίου: Καταλυτικός ο ρόλος της συμμετοχής στις εκλογές για πολιτική αλλαγή

Δημήτρης Προκοπίου: Αιγιαλός και οικιστική ανάπτυξη

Ελευθερία Μουρσελλά-Δράκου: «Τιμή και σεβασμός στους αγωνιστές και ήρωες της ελληνικής φυλής»

Αργύρης Αργυριάδης: Το τροπάριο της Κασσιανής και το… πελατειακό σύστημα

Γιάννης Σαμαρτζής: Επενδύσεις και Παραγωγικότητα: οι βασικότεροι παράγοντες που μπορούν να αυξήσουν το εισόδημα της χώρας

Χρ. Γιαννούτσος: Μονοήμερο ταξίδι Ρόδος-Σύμη 192 ευρώ για 3 άτομα – Ποια νησιωτική πολιτική;