Η Ελλάδα χρειάζεται υψηλή στρατηγική και στελέχη αφοσιωμένα στο εθνικό συμφέρον

Ξεκίνησε χθες ο νέος κύκλος των σεμιναρίων που διοργανώνουν η Μονάδα Έρευνας για την Ευρωπαϊκή και Διεθνή Πολιτική του Τμήματος Μεσογειακών Σπουδών του Πανεπιστημίου Αιγαίου και το Κέντρο Επαγγελματικής Κατάρτισης «Γ. Γεννηματάς», στη Ρόδο και θα καλύψουν την περίοδο Νοεμβρίου 2019- Μαΐου 2020.

Πρώτος ομιλητής ήταν ο πρέσβης Γεώργιος Σαββαΐδης, πρώην γενικός γραμματέας του Υπουργείου Εξωτερικών, πρώην επικεφαλής της δ/νσης Τουρκίας και πρώην πρέσβης στην Ουάσιγκτον.

Το θέμα της διάλεξης του κου Σαββαΐδη ήταν «Η προετοιμασία και διεξαγωγή διαπραγματεύσεων επί ζητημάτων εθνικού ενδιαφέροντος» και πραγματοποιήθηκε στην αίθουσα συνεδριάσεων του περιφερειακού συμβουλίου που ήταν γεμάτη από κόσμο. Παρών ήταν και ο αναπληρωτής καθηγητής του πανεπιστημίου Αιγαίου Σωτήρης Ντάλης καθώς και η πρόεδρος του ΚΕΚ “Γ. Γεννηματάς” Χαρούλα Γιασιράνη.

Αναφερόμενος στο θέμα της διάλεξής του ο κ. Σαββαΐδης διευκρίνισε ότι ζητήματα εθνικού ενδιαφέροντος είναι εκείνα τα ζητήματα εξωτερικής πολιτικής τα οποία άπτονται των ζωτικών δικαιωμάτων και συμφερόντων της χώρας στο πεδίο κυριαρχίας των κυριαρχικών δικαιωμάτων της εδαφικής ακεραιότητας της πολιτικής ανεξαρτησίας και της ευημερίας του λαού της.

Μάλιστα είναι απαραίτητη, όπως είπε, η ύπαρξη και η εκδήλωση πολιτικής βούλησης και υποστήριξης στο αντικείμενο της διαπραγμάτευσης καθώς αυτή είναι και η ουσία όλης της προσπάθειας. Επίσης όπως υπογράμμισε, τα εθνικά ζητήματα και ο προκλήσεις αντιμετώπισής τους υπήρχαν, υπάρχουν και θα υπάρχουν και θα ανακύπτουν και στο μέλλον. Η εξωτερική και η αμυντική πολιτική της χώρας μας θα χαράσσεται και θα εφαρμόζεται σχεδόν πάντοτε σε ένα ασταθές δύσκολο και απρόβλεπτο περιβάλλον.

Για το λόγο αυτό ο κ. Σαββαΐδης εκτιμά ότι η Ελλάδα χρειάζεται υψηλή στρατηγική στους τομείς αυτούς και πεπειραμένα και αφοσιωμένα στο εθνικό συμφέρον στελέχη για την προώθηση και εφαρμογή τους. Και το γεγονός ότι η χώρα επανακάμπτει με φιλοδοξίες στο διεθνές γίγνεσθαι μετά την οικονομική κρίση επαυξάνει, όπως είπε, τις προκλήσεις και τις δυσκολίες αντιμετώπισής τους.

Για να κατανοήσει το κοινό τι σημαίνει διαπραγμάτευση επί ζητημάτων εθνικού ενδιαφέροντος παρέθεσε και συγκεκριμένα παραδείγματα όπως:
- Τις διαπραγματεύσεις για την οριοθέτηση των θαλάσσιων ζωνών της Ελλάδας με τις όμορες χώρες πλην Τουρκίας
- Τις ελληνοαμερικανικές συμφωνίες αμυντικής συνεργασίας και
- Την εγκατάσταση των  δύο στρατηγείων του ΝΑΤΟ στην Ελλάδα το 1999 (στις σχετικές διεργασίες και διαπραγματεύσεις ενεπλάκη μάλιστα και ο ίδιος ως μόνιμος αντιπρόσωπος της χώρας μας στο ΝΑΤΟ το διάστημα 1996-2000).
Όπως εξήγησε ο κ. Σαββαΐδης, αναλύοντας εκτενώς το τρίτο παράδειγμα:

• Η εγκατάσταση ενός νατοϊκού στρατηγείου σε χώρα-μέλος του ΝΑΤΟ συνιστά αναγνώριση της γεωπολιτικής και γεωστρατηγικής σημασίας της συγκεκριμένης χώρας για τη Βορειατλαντική Συμμαχία.

• Όταν η Ελλάδα και η Τουρκία εντάχθηκαν στο ΝΑΤΟ το 1952 εγκαταστάθηκαν δύο συμμαχικά στρατηγεία στην Τουρκία (Σμύρνη), χερσαίο και αεροπορικό με Αμερικανούς Διοικητές, ένα στην Άγκυρα, ναυτικό, με Τούρκο Διοικητή τον εκάστοτε Αρχηγό του τουρκικού ΓΕΝ σε διπλό ρόλο (εθνικό και νατοϊκό) και ένα στην Ελλάδα (Αθήνα) ναυτικό, με Έλληνα Διοικητή, τον εκάστοτε Αρχηγό ΓΕΝ σε διπλό ρόλο (εθνικό και νατοϊκό). Τα εν λόγω στρατηγεία ήταν τετάρτου επιπέδου, δηλ. υποτεταγμένα σε τρεις ανώτερες νατοϊκές κλίμακες διοικήσεων.

• Η κατάσταση αυτή διατηρήθηκε μέχρι το έτος 1974, οπότε η Ελλάδα αποχώρησε από την ενοποιημένη δομή στρατιωτικής διοικήσεως της Συμμαχίας, το λεγόμενο στρατιωτικό σκέλος του ΝΑΤΟ λόγω των γεγονότων της Κύπρου. Είχε προηγηθεί δύο φορές, η προσωρινή απόσυρση των Ελλήνων επιτελών από τα Στρατηγεία της Σμύρνης, λόγω των εις βάρος τους επεισοδίων εκ μέρους του τουρκικού όχλου σε περιόδους εκτραχύνσεως των ελληνοτουρκικών σχέσεων.

• Η ελληνική αποχώρηση από το λεγόμενο στρατιωτικό σκέλος του ΝΑΤΟ διήρκεσε μέχρι το 1980. Κατά την περίοδο αυτή οι Αμερικανοί Διοικητές αποχώρησαν από τα Στρατηγεία της Σμύρνης και τις θέσεις τους κατέλαβαν Τούρκοι.
“Η Συμφωνία επανένταξης της Ελλάδας στο ΝΑΤΟ το 1980, εν πολλοίς ελλειμματική, ασαφής και με αμφισβητούμενους όρους προέβλεπε, παρά ταύτα, την εγκατάσταση δύο νατοϊκών στρατηγείων στην Ελλάδα (Λάρισα) ενός χερσαίου και ενός αεροπορικού με Έλληνες Διοικητές) (προφανώς σε αντιστάθμισμα της αναλήψεως της διοικήσεως των δύο στρατηγείων της Σμύρνης από Τούρκους).

Η ίδρυση όμως των στρατηγείων αυτών δεν υλοποιήθηκε διότι η τότε Ελληνική Κυβέρνηση αρνήθηκε την εγκατάσταση και λειτουργία τους στη χώρα, πριν τα  στρατηγεία αυτά αποκτήσουν περιοχή επιχειρησιακής ευθύνης (ιδιαίτερα το αεροπορικό).

- Η όλη δεκαετία του 1980 χαρακτηρίσθηκε από αντινατοϊκές, αντιευρωπαϊκές και αντιαμερικανικές ρητορείες. Όμως η κατάσταση αυτή δεν εμπόδισε το ΝΑΤΟ να σχεδιάζει και να διεξάγει ασκήσεις στο χώρο ζωτικού ελληνικού ενδιαφέροντος (Αιγαίο), πάντοτε με τουρκική συμμετοχή, υπό τη διοίκηση υπερκειμένων νατοϊκών διοικητών (συνήθως από τη Νεάπολη της Ιταλίας). Ο κανόνας σχεδόν σε όλες τις περιπτώσεις αυτές ήταν η μη συμμετοχή των ελληνικών Ενόπλων Δυνάμεων, στις εν λόγω ασκήσεις. Επιπλέον υπήρξαν και περιπτώσεις όπου στη διάρκεια παρόμοιων ασκήσεων, εκλείσθησαν και νατοϊκές ευκολίες επί ελληνικού εδάφους (π.χ. Σούδα) γεγονός που προκάλεσε έντονες διαμαρτυρίες από ορισμένες συμμαχικές χώρες.

Οι επιπτώσεις από τις καταστάσεις αυτές γίνονται εύκολα αντιληπτές στον γεωστρατηγικό χάρτη της περιοχής, με μια Ελλάδα απούσα και μια Τουρκία μονοπωλούσα τους νατοϊκούς ρόλους στην περιοχή”, είπε ο κ. Σαββαΐδης και συνέχισε λέγοντας:

“Το 1992 το ΝΑΤΟ αποφάσισε περιορισμένες αλλαγές στη δομή στρατιωτικής διοίκησης, κυριότερη των οποίων ήταν η κατάργηση των ορίων επιχειρησιακής ευθύνης όλων των υφιστάμενων στρατηγείων τετάρτου επιπέδου, δηλ. και της Σμύρνης, αλλά και των υπό ίδρυση, δηλ. της Λάρισας.
Παρά ταύτα, νατοϊκά στρατηγεία στην Ελλάδα δεν εγκαταστάθηκαν.

Οι συστηματικές εξελίξεις στο ζήτημα αυτό άρχισαν να διαμορφώνονται από τα επόμενα χρόνια, οπότε άρχισε η λεγόμενη μετεξέλιξη (adaptation) του ΝΑΤΟ, εξωτερική και εσωτερική, από αμυντική συμμαχία κλειστού τύπου βασιζόμενη στη συλλογική άμυνα έναντι εξωτερικής επιθέσεως, σε αμυντικό οργανισμό παγκόσμιας εμβέλειας με αντικείμενο, πλην της παραδοσιακής συλλογικής άμυνας, και την προσθήκη ρόλων παγκόσμιας και περιφερειακής ασφάλειας, τη διατήρηση ή και την επιβολή της ειρήνης κ.λπ.

Στο πλαίσιο των αποφάσεων για την εσωτερική μετεξέλιξη του ΝΑΤΟ αποφασίσθηκε το 1997, η εισαγωγή νέας δομής στρατιωτικής διοίκησης, προσαρμοσμένης στα νέα δεδομένα διευρύνσεως της Συμμαχίας προς τις χώρες της Ανατολικής Ευρώπης, πρώην μέλη του Συμφώνου της Βαρσοβίας, με περιορισμό των επιπέδων στρατιωτικής διοίκησης από τέσσερα σε τρία και με δραστική μείωση των στρατηγείων στο ένα τρίτο των υφισταμένων.

Είχε φθάσει η αποφασιστική στιγμή της διεκδικήσεως εκ μέρους της χώρας μας των υπεσχημένων από το 1980 και μη εγκατασταθέντων στρατηγείων επί ελληνικού εδάφους (Λάρισα). Η διαπραγμάτευση εντός Συμμαχίας διήρκεσε δύο σχεδόν χρόνια και έγινε σε επίπεδο πρώτα της Στρατιωτικής Επιτροπής και κατόπιν σε επίπεδο Βορειοατλαντικού Συμβουλίου, δηλ. σε επίπεδο Πρέσβεων/Μόνιμων Αντιπροσώπων, που είχαν και την τελική ευθύνη. Η τυπική υιοθέτηση έγινε από το Συμβούλιο Κορυφής του ΝΑΤΟ που συνήλθε στη Washington, τον Απρίλιο 1999, όπου το ΝΑΤΟ εόρταζε την 50ή επέτειο της ιδρύσεώς του και ενώ μαίνονταν οι βομβαρδισμοί της Σερβίας εξαιτίας του ζητήματος του Κοσσόβου.

Σε όλο αυτό το σκηνικό η χώρα μας, μετά από σκληρή διαπραγμάτευση, εξασφάλισε δύο από τα είκοσι νατοϊκά στρατηγεία, ένα διακλαδικό στη Λάρισα (Τύρναβος) με βαρύνον στοιχείο τον στρατό ξηράς (Land Heavy) και ένα αεροπορικό (CAOC) στο Κουτσόχερο Λάρισης. Με τις αποφάσεις αυτές ολοκληρωνόταν επιτέλους, μετά δεκαεννέα χρόνια, η εφαρμογή  της Συμφωνίας Επανένταξης της χώρας μας στο στρατιωτικό σκέλος της Συμμαχίας.

Εν τούτοις οι αποφάσεις του 1999 έμελλε να είναι βραχύβιες. Συγκεκριμένα τέσσερα χρόνια αργότερα (2003), το ΝΑΤΟ αποφάσισε περαιτέρω αλλαγές στις Δομές Στρατιωτικών Διοικήσεών του, με δραστικότερες μειώσεις του αριθμού των στρατηγείων και με ολοσχερή κατάργηση του τρίτου επιπέδου αυτών. Καταργήθηκαν έτσι τα στρατηγεία της Τουρκίας, της Ελλάδας και άλλων χωρών που φιλοξενούσαν στρατηγεία του επιπέδου αυτού.

Η νατοϊκή διοίκηση, σε μια προσπάθεια εξοικονόμησης πόρων, ανθρωπίνων και οικονομικών, προέβη σε περαιτέρω συμπτύξεις, μεταφέροντας αρμοδιότητες και διοικήσεις σε υψηλότερο επίπεδο, δηλ. το σύστημα κατέστη πολύ πιο συγκεντρωτικό”.

Και ολοκληρώνοντας την αναφορά του στο τρίτο παράδειγμα κατέληξε λέγοντας:
“Ειδικά για την Ελλάδα, εάν αυτό μπορεί να θεωρηθεί κίνηση παρηγοριάς, εγκρίθηκε η εγκατάσταση στη Σούδα νατοϊκού κέντρου ναυτικής αποτροπής εκπαιδευτικού κατ’ ουσίαν χαρακτήρος  (όχι στρατηγείου), αλλά με αναγνώριση της αυξανόμενης σημασίας που έχουν για τον νατοϊκό σχεδιασμό, οι εξελίξεις στο νότιο τομέα της Συμμαχίας και ειδικά στη Μεσόγειο”.