Η “Τούρκα” και το “Διαφάνι”,  τα αδέλφια Φαρμακίδη στην Κάρπαθο

Του
Μανώλη Δημελλά
στο karpathianrevolution.gr

 

Πρώτα με το “KASENGA” κι ύστερα με εκείνο το θηρίο, το “APOLLO”, ο Βασίλης Φαρμακίδης είναι από τους Έλληνες μετανάστες που έκαναν προκοπή και παράλληλα γνώρισαν τη βία και το διωγμό στην καρδιά της Αφρικής, στο Κεντρικό Κονγκό.

Γέννημα της Σύμης κι ανάθρεμμα της Καρπάθου. Μέσα στις φλέβες του θαρρείς πως κουβαλά ολάκερη την κληρονομιά του Αιγαίου!
Το επίθετο Φαρμακίδης είναι εξαιρετικά διαδεδομένο, σύμφωνα με μια έρευνα από τον δικηγόρο Νικόλαο Φαρμακίδη, υιό του Στέλιου, υπάρχουν περίπου 2.800 άνθρωποι σε όλη την Ελλάδα με αυτό το επώνυμο.

Από αυτούς ξεχωρίσαμε τρία αδέλφια, που άφησαν τη Σύμη το 1924 κι αποφάσισαν να μεταναστεύσουν σε ένα κοντινό νησί.
Πρώτος ο Κώστας, γεννημένος στις αρχές του 20ού αιώνα, μαζί με τον μικρότερο αδελφό του τον Στέλιο, φόρτωσε το καΐκι του και αποφάσισε να ρίξει άγκυρα στην Κάρπαθο. Δεν έμεινε στην πρωτεύουσα του νησιού, διάλεξε το πανέμορφο Μεσοχώρι και κει μετακόμισε με τη Συμιακή σύζυγό του, την Άννα, το γένος Σαρρή.

Με το καΐκι του, την “ΤΟΥΡΚΑ”, όπως ήταν το όνομά του, γύριζε σε όλα τα γνωστά μεγάλα λιμάνια, από τη Ρόδο, στην Κρήτη κι έφτανε μέχρι τον Πειραιά. Η “ΤΟΥΡΚΑ”, φορτωμένη μέχρι τα μπούνια από εμπορεύματα και επιβάτες, μα ήταν μαθημένη και δεν κουραζόταν από το Καρπάθιο, δεν έλεγε να αφήσει τα δρομολόγια και να ξαποστάσει.

Ήταν τα πρώτα χρόνια της δεκαετίας του 1920, μέσα στις θαλάσσιες λεωφόρους συναντάμε επίσης τα ιστιοφόρα των Εμμανουήλ Παναγιώτου, Εμμανουήλ Λάμπρου και Εμμανουήλ Κανάκη. Επίσης του Κασσώτη, του Νικόλαου Πιττά και του Καστελορίζιου Βαρθολομαίου Μάμιου, των Καλυμνίων Σ. Καβουκλή, Κωνστ. Φτιά, καθώς και του Εμμ. Κινδύνη και του Συμιακού Σταυριανού Ψυλλάκη.
Ο Κώστας Φαρμακίδης είχε δυο χαρίσματα, ήταν δεινός καπετάνιος μα το εμπόριο έτρεχε στις φλέβες του. Με του δικούς του αγώνες έφταναν στην κεντρική Κάρπαθο τρόφιμα και εμπορεύματα.

Τόσο ο ίδιος, όσο και η σύζυγός του, δεν απαρνήθηκαν τη Σύμη, έκαναν επτά παιδιά, όμως κάθε φορά που η Άννα ετοιμαζόταν να φέρει στον κόσμο ένα μωρό έλυναν τους κάβους, με το καΐκι τους τραβούσαν για τη Σύμη, εκεί διάλεξαν να γεννηθούν όλα τα παιδιά τους!

Ο μικρότερος αδελφός του, Στέλιος Φαρμακίδης, είχε μεταναστεύσει μαζί με τον Κώστα και παντρεύτηκε στην Όλυμπο της Καρπάθου τη Μαρία Κόνσολα. Ασχολήθηκε με το εμπόριο κι άνοιξε δικά του καταστήματα, στην Όλυμπο και τα Πηγάδια. Συναντάμε τον Στέλιο Φαρμακίδη και τη βάρκα του, σε αναφορές αντιστασιακών αγωνιστών. Σύμφωνα με αυτές, ο Στέλιος βοηθούσε και συμπαραστεκόταν, με όποιο τρόπο μπορούσε, στους αγωνιστές του νησιού που βρέθηκαν στο Διαφάνι.
Λίγα χρόνια αργότερα έφεραν στην Κάρπαθο και το στερνοπούλι της οικογένειας, τον Σωτήρη. Κι αυτός εργάστηκε μέσα στη θάλασσα, ήταν ψαράς και παντρεύτηκε στην Όλυμπο τη Μαρινία. Οι γιοι του Σωτήρη Φαρμακίδη, ο Αντώνης, ο Στέλιος και ο Κοσμάς, αρκετά χρόνια αργότερα, επένδυσαν στη θάλασσα, αγόρασαν φορτηγά πλοία που με αυτά γύριζαν τον κόσμο και συχνά ταξίδευαν με αυτά προς την Κάρπαθο.

Προς το τέλος της δεκαετίας του 1930 ο Κώστας Φαρμακίδης παρήγγειλε σε Διαφανιώτες καραβομαραγκούς το δεύτερο σκάφος του. Το ονόμασε “ΔΙΑΦΑΝΙ”, από το όνομα του επινείου της Ολύμπου.
Με το “ΔΙΑΦΑΝΙ” δεν υπήρχαν όρια, έφερνε βόλτα όλο το Αιγαίο και με αυτό τρόπο τροφοδοτούσε με εμπορεύματα το νησί.
Στις αρχές του 2ου Παγκοσμίου Πολέμου βρέθηκε στη Σύμη, ο Κώστας Φαρμακίδης είχε τραβήξει το σκάφος στη στεριά και πραγματοποιούσε την περιοδική συντήρηση. Για να γλιτώσει την επίταξη από τα γερμανικά χέρια, διέφυγε για τα παράλια της Τουρκίας και εκεί το σκάφος πέρασε στα χέρια των Εγγλέζων.

Στο “ΔΙΑΦΑΝΙ” έγιναν τροποποιήσεις, του φόρεσαν και μια εξακύλινδρη πετρελαιομηχανή και σε συνεργασία με ακόμα έναν Συμιακό-Κασιώτη θρύλο της θάλασσας. Τον ξάδελφο του καπετάν Πανάγο Παραλή, ο Φαρμακίδης μετέφερε τα μηνύματα της κατασκοπείας.

Η ιστορία δεν είναι γνωστή, ο καπετάν Κώστας φρόντισε να κρύψει τα μυστικά του πολύ βαθιά. Ακόμη και σήμερα δεν γνωρίζουμε λεπτομέρειες για τη δράση της «προπαγάνδας», όπως είναι το χαρακτηριστικό όνομα των αντιστασιακών δράσεων στην Κάρπαθο.
Τα ταξίδια είχαν δυο σκέλη, το πρώτο είχε να κάνει με τα θαλασσινά περάσματα κι αυτά τα γνώριζε πολύ καλά ο καπετάν Κώστας, το δεύτερο ίσως να ήταν ακόμα πιο δύσκολο.

Θα έπρεπε να κινηθεί με επιδεξιότητα και τη μέγιστη ασφάλεια στη στεριά. Από την αποθήκη του, στον Καύκαλο, φόρτωνε το μουλάρι και μαζί με τη νέα πραμάτεια μετέφερε τα μηνύματα της αντίστασης. Η επιτυχία του ήταν δεν τον αντιλήφθηκε κανένας, ούτε οι Γερμανοί, ούτε οι συγχωριανοί του!

Παρόμοια άγνωστη ιστορία έχει και ο καπετάν Γεώργιος Ε. Παναγιώτου. Κι αυτός ριψοκινδύνευσε με το καΐκι που εκείνα τα χρόνια ήταν κυβερνήτης, με το “ΔΕΛΦΙΝΙ”. Ο Μαστροπαναγιώτης λειτούργησε ως μυστικός σύνδεσμος του στρατηγείου της Μέσης Ανατολής, κατά τη δημιουργία της τοπικής αντιστασιακής ομάδας.
Λίγο μετά τον ερχομό των Γερμανών, ήταν Σεπτέμβρης του 1943 όταν πάτησαν την Κάρπαθο, ο Κώστας και η Άννα αντιμετώπισαν το πιο σκληρό πρόσωπο της μοίρας.

Είχαν ήδη οκτώ παιδιά, τέσσερις κόρες και τέσσερις γιους. Από το εμπορικό τους τροφοδοτούσαν κυρίως το Σπόα, το Μεσοχώρι κι έφταναν μέχρι το Διαφάνι. Με τους περισσότερους Μεσοχωρίτες να βρίσκονται μετανάστες στο Μαρόκο και στην Περσία, ο Κώστας έδινε προϊόντα και δεν έπαιρνε χρήματα, έγραφε σε ένα τετράδιο τα χρέη. Όμως το τεφτέρι με τα γραμμάτια το πήραν οι Γερμανοί και το έκαψαν, έτσι χάθηκαν όλα. Για τον Κώστα και τη σύζυγό του, αυτή η υπόθεση ήταν μια ανείπωτη πίκρα, που κράτησε μέχρι το τέλος της ζωής τους.

Λίγο αργότερα το καΐκι “ΔΙΑΦΑΝΙ” πέρασε στα χέρια του τρίτου γιού, του Βασίλη. Εκείνος συνέχισε τα ταξίδια στη Ρόδο, στην Κρήτη και στον Πειραιά, για αρκετά χρόνια κράτησε το δρομολόγιο από τον Άγιο Νικόλαο Σπόων για τα Πηγάδια.
Το 1962 πέθανε ο Κώστας Φαρμακίδης, λίγους μήνες αργότερα ειδοποίησαν τον γιο του Βασίλη, τα χαρτιά του ήταν έτοιμα, μπορούσε να μεταναστεύσει για την Αφρική, εκεί ήδη βρισκόταν ένας από τους μεγαλύτερους αδελφούς του.

Τότε πραγματοποίησε το τελευταίο ταξίδι με το “ΔΙΑΦΑΝΙ”. Το πήγε στη Ρόδο και το τράβηξε στο καρνάγιο.
Το σκάφος μαράζωσε, τα ξύλα του κορμιού του στέγνωσαν και σάπιζαν πάνω στη στεριά. Το άλλοτε ατρόμητο καΐκι, που δεν λογάριαζε τις ανάποδες φουρτούνες του Καρπάθιου Πελάγους, δεν άργησε να σβήσει μοναχό και αβοήθητο.

Ο Βασίλης Φαρμακίδης το1963 μετανάστευσε στο Κεντρικό Κονγκό, εκεί πολύ σύντομα είδε τις ευκαιρίες που γεννούσε το γλυκό νερό.
Στη μεγάλη λίμνη MWERU, δεύτερη σε μέγεθος στο Κονγκό, με μήκος 131km, πλάτος 56km, επιφάνεια 5.120 km2 και με δυο νησάκια στο εσωτερικό της, το Kilwa και το Isokwe, διέκρινε τους «δρόμους» του ποταμού. Έτσι αποφάσισε να επενδύσει στην αγορά ενός πλοίου.
Ξεκίνησε με το “KASENGA” και τα επόμενα χρόνια αγόρασε ακόμα ένα μεγαλύτερο ποταμόπλοιο, το “APOLLO”.

Οι Δωδεκανήσιοι ψαράδες στη λίμνη Mweru και στον ποταμό Luapula ήταν πρωτοπόροι. Σχεδόν από τα μέσα του 19ου αιώνα εγκαταστάθηκαν στην πόλη Kasenga, της ΛΔ του Κονγκό, όπως και στη δυτική όχθη του ποταμού Luapula. Χρησιμοποίησαν βάρκες κατασκευασμένες σε ελληνικό στιλ, αρχικά είχαν ατμομηχανές που λειτουργούσαν με κάρβουνο, ενώ αργότερα τις μετέτρεψαν σε πετρελαιομηχανές.
Επίσης παρείχαν τροφή στο εργατικό δυναμικό των μεταλλείων χαλκού στο Lubumbashi (αργότερα ολόκληρο το Copperbelt). Έστελναν τα ψάρια που είχαν ψαρέψει και συσκευαστεί σε πάγο στην “Kasenga”. Σύμφωνα με εκτιμήσεις ντόπιων, το 1950 υπήρχαν 50 ελληνικά σκάφη που ψάρευαν ετησίως 4.000 τόνους νωπών ψαριών.

Ο Βασίλης Φαρμακίδης επένδυσε στις θαλάσσιες μεταφορές, το κάθε πλοίο του είχε δεκαμελές πλήρωμα και πραγματοποιούσε τακτικότατα δρομολόγια μέσα στη λίμνη, με κυκλική διάρκεια περίπου 2μιση ημερών.
Εκτός από τους επιβάτες, μετέφερε τρόφιμα, αλάτι και επίσης μηνιαία φόρτωνε 100-150 τόνους μπακαλιάρο, με προορισμό τους εργάτες της εταιρείας εξόρυξης διαμαντιών.
Ένα πρωί το όνειρο του μετανάστη έγινε εφιάλτης. Αξιωματικοί της αστυνομίας του Κονγκό ήρθαν και τους πήραν τα κλειδιά, τους κατάσχεσαν όλη την περιουσία, τους άρπαξαν ακόμη και το αυτοκίνητο.

Ήταν το 1974, τότε πια είχαν χαθεί όλα. «Μας πήραν στο αεροδρόμιο και μας έδιωξαν».
Θυμάται με πίκρα ο Βασίλης, όπως επίσης δε μπορεί να ξεχάσει και την αδιαφορία του ελληνικού κράτους και την ανύπαρκτη βοήθεια από το ελληνικό κράτος. Οι περιουσίες των Ελλήνων της νυν Δημοκρατίας του Κονγκό, δημεύθηκαν το Φεβρουάριο του 1973. Η οικογένεια του Βασίλη Φαρμακίδη είναι μια από τις 476 ελληνικές, των οποίων η περιουσία, εκατοντάδων εκατομμυρίων δολαρίων των ΗΠΑ, δημεύθηκε και χάθηκε. Η κυβέρνηση της Δημοκρατίας του Κονγκό έχει καθυστερήσει για 35 ολόκληρα χρόνια την πληρωμή των δημευθεισών ελληνικών περιουσιών!