Η χριστουγεννιάτικη διακόσμηση της Νέας Αγοράς

Γράφει η Ελένη Ν. Καραγιάννη
Απόφοιτη Τμήματος Μεσογειακών  Σπουδών Πανεπιστημίου Αιγαίου,  Αθλήτρια Τριάθλου


Με αφορμή τις γιορτινές ημέρες και τον χριστουγεννιάτικο στολισμό της πόλης μας και δη του εμπορικού συγκροτήματος της Νέας Αγοράς έρχονται στο μυαλό μας θετικά και αρνητικά συναισθήματα. 

Η επιλογή του χριστουγεννιάτικου στολισμού και της δημιουργίας του χριστουγεννιάτικου χωριού στη Νέα Αγορά μας χαροποίησε ιδιαιτέρως, αφενός μεν  η Νέα Αγορά θα πρωταγωνιστούσε φέτος στις γιορτινές ημέρες των Χριστουγέννων και της Πρωτοχρονιάς κι αφετέρου οι μικροπωλητές θα ήταν προστατευμένοι από την κακοκαιρία και τα “ξεσπάσματα” του καιρού ειδικά αν αναλογιστούμε τις ζημιές που υπέστησαν πέρυσι τέτοιες μέρες οι μικροπωλητές.

Το μυαλό μοιραία τις γιορτινές μέρες αν τροφοδοτηθεί με ερεθίσματα έχει την τάση να δημιουργεί εικόνες και παραστάσεις. 

Οπότε μοιραία η επόμενη σκέψη ήταν η εγκατάλειψη και οι φθορές που έχουν υποστεί τα ιταλικά κτήρια τα οποία στέκουν πλέον των εκατό χρόνων και όπως είναι φυσικό επακόλουθο τη σκέψη την ακολούθησε ο λόγος που συνδέθηκε με αυτό το θέμα, την εγκατάλειψη των ιταλικών ιστορικών κτηρίων και φυσικά πρωταγωνίστρια όλων η Νέα Αγορά.

Παράλληλα, στη Ρόδο υπάρχουν πολλά ιστορικά κτήρια από την εποχή της Ιταλοκρατίας τα οποία κοσμούν το νησί.  Αυτά μπορεί να ήταν βιομηχανικά κτήρια, διοικητήρια, εκπαιδευτήρια, εκκλησίες ή και ιδιωτικά κτήρια  κ.λπ.
Για όλα αυτά τα κτήρια και κτιριακά συγκροτήματα ή μνημειακά σύνολα που όλοι βλέπουμε και θαυμάζουμε αυτά που προσδιορίζουν την ταυτότητα των Δωδεκανησίων, που μας θυμίζουν πόσο άντεξε ο ελληνισμός τη δύσκολη εποχή της Ιταλοκρατίας μετά την Τουρκοκρατία, θα έπρεπε να ιδρυθεί ένας φορέας, ο οποίος σε συνεργασία με τις υπάρχουσες διευθύνσεις των Υπηρεσιών, ν’ ασχολείται με την εκ νέου καταγραφή, καταγραφή των φθορών, την εξεύρεση πόρων για  τη συντήρηση, την αποκατάσταση και τη χρήση των κτηρίων αυτών.   Αυτό φυσικά για να επιτευχθεί θα πρέπει όλοι οι φορείς Αυτοδιοίκηση και αρμόδιες Δημόσιες Υπηρεσίες να προσανατολιστούν προς την κατεύθυνση αυτή.  Η περίοδος της Ιταλοκρατίας άφησε μεγάλη παρακαταθήκη στον τόπο μας.

Η αντιμετώπιση και συνολική εικόνα των κτηρίων της Δωδεκανήσου και η διατήρηση της αρχιτεκτονικής αισθητικής τους, χωρίς υπερβολές θα επιφέρει έσοδα από τον τουρισμό και στην τοπική οικονομία.
Μία αταίριαστη εικόνα που βλέπουμε καθημερινά είναι η τοποθέτηση πρόσθετων παραπηγμάτων, σε αυτά δημιουργεί μια εικόνα “φθηνής” περιβολής. 

Τα ιστορικά κτήρια της Ρόδου θυμίζουν διαμαντόπετρες.  Η αλλοιωμένη εικόνα τους με τις διάφορες κατασκευές ευκολίας, όπως θα τις ονόμαζα, μοιάζουν με δημιουργία χρωματιστού βιτρό σε διαμαντόπετρα.  Πάει το βιτρό σε διαμάντι;   Έτσι λοιπόν και η διατήρηση και η ανάδειξη της ομορφιάς των ιστορικών κτηρίων και οικισμών θ’ αναδείξουν την αυθεντία της Δωδεκανήσου.

Θα πρέπει να προσδιορίσουμε εκ νέου την ταυτότητά μας σαν Δωδεκανήσιοι.  Να θέσουμε όρια πρώτα απ’ όλα την ύπαρξή μας.  Τα κτήρια αυτά αποτελούν δείγμα ιστορικών πηγών και της Ιστορικής μας Μνήμης και μέσα από την ιστορία μας και αν αντικρίσουμε τα κτήρια αυτά προκύπτει ότι είμαστε αυτοί που επιβίωσαν από ένα συνονθύλευμα πολιτισμών.  Την Αρχαία Ελλάδα, το Βυζάντιο, διωγμούς, κατακτητές, πειρατές,  την Οθωμανική Αυτοκρατορία, την Ιταλική Κτήση, την Αγγλική Διοίκηση, την ελεύθερη Ελλάδα και τώρα βιώνουμε την κρίση του Μεταναστευτικού. 

Η επιβίωση στα νησιά σημαίνει και την αντοχή στη θάλασσα κι εμείς μείναμε ακρίτες και παλέψαμε, δεν γίναμε πειρατές.  Ο προσδιορισμός μας είναι μοναδικός στο άκρο του Αιγαίου και πρέπει να διατηρηθεί για τους επόμενους.   Αυτό λοιπόν που θα μείνει για τους επόμενους θα είναι εκτός των άλλων αυτά τα έργα τέχνης του πολιτισμού μας, αυτά τα πανέμορφα κτήρια που αξίζει να θαυμάζει κανείς να τα ζει και να χαίρεται.