Tο βιβλίο του Αιμίλιου Γάσπαρη “Συνθέσεις Ρόδων”

Γράφει η Κωνσταντίνα Πατέρου
Φιλόλογος

 

«Συνθέσεις Ρόδων», ένας τίτλος αμφίσημος, που ανταποκρίνεται στη λογική αλλά και στο συναίσθημα του αναγνώστη. Μια εικόνα, ένα μπουκέτο από ρόδα που μαζεύτηκαν στο νησί των Ιπποτών, στη μαγευτική Ρόδο με την πλούσια ιστορία. Ένα έργο-σύνθεση είναι  το βιβλίο του Αιμίλιου Γάσπαρη, μια σύνθεση αυτοβιογραφικής αφήγησης υπό τη μορφή ημερολογιακών σημειώσεων και ποίησης. 

Πρόκειται  για ημερολογιακές σημειώσεις από την περίοδο που ο συγγραφέας διέμενε στη Ρόδο, ως στρατιώτης αρχικά  και αργότερα ως καθηγητής.

Οι σημειώσεις αφορούν στην καθημερινότητά του και αντλούν εικόνες από το άμεσο περιβάλλον του, από το σπίτι του εκεί, στην οδό Κέννεντυ και την προσωπική του ζωή. Ξεκινούν το έτος 1980 που,  όπως επισημαίνει ο Αιμίλιος Γάσπαρης, η Ρόδος λειτουργεί ως τόπος εμπειριών και αυτοσυγκέντρωσης για έναν νέο άνθρωπο που περιμένει το παιδί του.

Τα θέματα που τον απασχολούν ποικίλλουν. Διάχυτος είναι ο θαυμασμός του για την ιστορία, την αρχιτεκτονική και το τοπίο του νησιού που χάνονται με τη βίαιη εισβολή ποικίλων καταστάσεων: "Γίνονται τόσες σωστικές ανασκαφές στον δρόμο μας. Μετά την άδεια οικοδομής έρχονται οι αρχαιολόγοι και σκάβουν με προσοχή. Βρίσκουν διάφορα πράγματα. Ύστερα οι εργολάβοι ρίχνουν γερά θεμέλια και υψώνονται σιγά-σιγά οι πολυκατοικίες και προχωρούν κι οι δρόμοι αλλάζουν όψη. Παιχνίδια συμφερόντων".

Με ύφος νοσταλγικό περιφέρεται και μας παίρνει μαζί του  σ’ αυτή την περιδιάβαση στους μιναρέδες και το τζαμί του Ιμπραήμ, στο Νοσοκομείο των Ιπποτών που είναι σήμερα το μουσείο της Πόλης, το Λιμάνι με τα ελάφια, την Πόρτα Μαρίνα και  έχοντας βαθιά συναίσθηση της επερχόμενης αλλαγής, δεν διστάζει να μας ταξιδέψει στο παρελθόν, στην παράδοση, στην ανάγκη να κρατηθούμε από τις ρίζες που αλλοιώνονται κάτω από τη σαρωτική επικράτηση της παγκοσμιοποίησης, της ευκολίας και  του τουρισμού.  

Η περιγραφή του μοναχικού ροδίτικου πάγκου, ενός παραδοσιακού επίπλου που βρισκόταν σε όλα τα σπίτια στα χωριά της Ρόδου και της προσπάθειας διατήρησής του στην καθημερινότητα του συγγραφέα λειτουργεί, κατά τη γνώμη μου, συμβολικά. Αναφέρει ο συγγραφέας: "Βλέπω με θλίψη άδειο το μεγάλο δωμάτιο. Με τον μοναχικό ροδίτικο πάγκο να προσμένει, αυτοκρατορικό, υπέροχο δημιούργημα. 

Ήταν χρόνια στην αποθήκη,  στο χωράφι που χρησίμευε και για στάβλος και κοτέτσι, παρατημένος. Σκόνη, στρώσεις του χρόνου τον είχαν σκεπάσει. Άχρηστος για τον ιδιοκτήτη του πια. Τα σύγχρονα έπιπλα που είχε φέρει από τη Γερμανία δεν ταίριαζαν μαζί του και δεν χωρούσαν μαζί. Κι έτσι σχεδόν μας τον χάρισε... Από τότε δεν ήταν δυνατόν κάτι να βρούμε ακόμα καμωμένο από τα σοφά, λαϊκά και χωριάτικα χέρια. Παλιά τα χέρια αυτά ό,τι έφτιαχναν το έφτιαχναν θαυμάσιο, τέλειο, λειτουργικό. Τώρα τα ίδια χέρια έχουν τόσο αλλάξει. Είναι σπάνιο πια το ανώνυμο αριστούργημα,  το απλό και το αψεγάδιαστο.

Τι να φταίει άραγε για τη διαφθορά αυτή σήμερα, γιατί αυτή η αλλοίωση και η φθορά". Και λίγο παρακάτω: "Τους βάψανε, σκορπίστηκαν, ρημάχτηκαν και οι πάγκοι και τα σπίτια. Τα πιάτα μοιράστηκαν στα παιδιά και στα εγγόνια και πιάνουν κάποια γωνιά στα διαμερίσματά τους ή πουλιούνται ακριβούτσικα στα παλαιοπωλεία για τους τουρίστες".

Ο κειμενικός αλλά και ποιητικός λόγος του συγγραφέα βρίθει από όμορφες εικόνες από το νησί αυτό που μαρτυρούν την αγάπη του για τη ζωή, τη φύση, το ροδίτικο τοπίο που του γεννά πλούσια συναισθήματα και την προσδοκία ενός αύριο   ακόμα πιο ελπιδοφόρου, γεμάτου από ανθρώπους, πράγματα, ταξίδια και εμπειρίες.

Τα βουνά με τα φιλόξενα μοναστήρια, τα δάση και τα βράχια σ’ ακρογιαλιές με γλάρους και κύματα, το μπλε της θάλασσας και τ’ ουρανού που τυλίγει την πλάση και τ’ αθάνατα αποτελούν βασική πηγή έμπνευσης και στα πεζά και στα ποιήματα που συνθέτουν τη συλλογή αυτή. Ακόμα παράλληλα με την ομορφιά του τοπίου υπάρχει και επιμένει η εικόνα της γυναίκας που στοργικά κρατά στα σπλάχνα της την ελπίδα της μητρότητας αλλά και την προοπτική που την συνοδεύει.

Εκτός όμως από την ομορφιά της περιρρέουσας ατμόσφαιρας του νησιού των Ιπποτών, ο συγγραφέας  στηλιτεύει, μέσα από έναν λόγο κοφτό και σύντομο, τη συγκαιρινή του πολιτική και κοινωνική πραγματικότητα, τόσο στην επαρχία, όσο και στην πρωτεύουσα. Η αλλοτρίωση, ο συμβιβασμός, το ξεπούλημα, η εξαργύρωση των ιδανικών είναι προβλήματα που αναδεικνύονται μέσα από μια αφήγηση απλή αλλά και κρυπτική, με εμφανή την έντονη ειρωνεία.  

Όσο και αν οι ιδέες και οι αρχές που διατρέχουν το έργο του συγγραφέα, όσο και αν η ανάγκη του για ηθική συνέπεια και ακεραιότητα τον ταλανίζει, η καθημερινή ανάγκη, η ανθρώπινη ανάγκη για επαφή, ο πόθος της συντροφικότητας, η αναζήτηση της γυναικείας παρουσίας που θα καλύψει το κενό της μοναξιάς αναδεικνύονται σε μείζονα ζητήματα: "Μικρό χαμόγελο. Μικρό παιδί με τα χέρια στον ήλιο. Πασχαλιές σκορπισμένες στα χνάρια σου. Αγαπημένη. Πήραμε το μονοπάτι. Το παλιό ξωκλήσι, πέτρα στην πέτρα πρόσμενε. ‘Ένα φιλί και μια υπόσχεση. Ξεχασμένα μάτια ενθύμια. Όμορφες γυναίκες με νοσταλγία στα βλέφαρα. Σε ψάχνω βουτηγμένος στ’ αλμυρό κύμα. Χαϊδεύω την ανάμνηση. Ακούω τη φωνή σου, βλέπω στα μάτια σου τα πεύκα, τους φοίνικες, τους κέδρους".

Καταστάσεις από τη ζωή στο στρατόπεδο, αφού στο νησί της Ρόδου υπηρέτησε το μεγαλύτερο μέρος της στρατιωτικής του θητείας, αποτελούν επίσης κύρια στοιχεία στο συγκεκριμένο βιβλίο:   "Σαρωτική αλλαγή. Πάει καιρός που έχω να φυλάξω στο φυλάκιο. Αυτές τις μέρες που έχει φεγγάρι δεν θα μετρήσω τις ώρες, ούτε θα βυθίσω το βλέμμα στο σκοτάδι να δω ποιος έρχεται. Δεν θα μετρήσω το θρόισμα, τους ήχους. Το κλαψούρισμα της γάτας. Ούτε το κυνηγητό των σκύλων. Ο ύπνος δεν θα με ξεκουράσει στην καλύβα με το βρώμικο χώμα. Ούτε τα κουνούπια θα με εξοργίσουν. Τώρα κοιμούμαι με τη γυναίκα μου και ερωτεύομαι".

Παρά το γεγονός ότι ο συγγραφέας αντιλαμβάνεται τα κακώς κείμενα και τα επισημαίνει, δεν χάνει την αισιοδοξία και την όρεξη για ζωή. Η λιτότητα των εκφραστικών του μέσων, σε συνδυασμό με τη γλωσσοπλαστική και εικονοπλαστική του δεινότητα, τον καυστικό του λόγο αλλά και τα σκίτσα που περίτεχνα πλαισιώνουν τα κείμενα, όλα αυτά λειτουργούν ως εργαλεία για την πρόκληση των συναισθημάτων του αναγνώστη, που ζει μαζί με τον συγγραφέα τις αγωνίες και την προσδοκία ενός κόσμου πιο γνήσιου και αυθεντικού, απαλλαγμένου από την υποκρισία και τη σήψη.

Η τέχνη για τον Αιμίλιο Γάσπαρη  λειτούργησε ως το «καταφύγιο που φθονούμε». Το καταφύγιο που έχουμε όλοι μας ανάγκη για να ζούμε. Η Ρόδος επίσης λειτούργησε ως καταφύγιο και απότελεσε την κινητήρια δύναμη στη σύνθεση αυτή.