Ο φύλακας του Αλατιού

Του Μανώλη Δημελλά στο pemptousia.gr

Ξεχασμένος από το χρόνο, είχε ξεμείνει ολομόναχος, εκεί στις πέρα παραλίες, να αγναντεύει και να χάνεται στη θάλασσα, ήταν τα χρώματα τόσο έντονα και αληθινά, μπλε, τιρκουάζ, πορτοκαλί, όλα τόσο φορτωμένα από μπογιά, τόσο απλόχερα, που άφησε για λίγο τον πολύτιμο, λευκό κρύσταλλο μακριά από τη φροντίδα του. Ξέμεινε να τα κοιτά, να τα θαυμάζει και να ρουφά αχόρταγα, λίγο από το χρώμα, εκείνο που χανόταν άπληστα μέσα στο πέλαγος.

Ρουφηγμένος από εκείνες τις ίδιες θαλασσινές θίνες, σκληρές ριπές αέρα, γέμιζαν άμμο τη διάφανη ψυχή, τριγυρνούσε για αιώνες πάνω στο νησί, επαναλαμβάνοντας τις ίδιες κινήσεις με την παλιά εποχή που φορούσε εκείνη την περιορισμένη μαλακή σάρκα, το σώμα του.

Ανέβηκε ξανά στη βάρκα και τράβηξε ίσα για το μικρό, γυμνό και ξερό νησάκι, εκείνο που στέκει έρημο, γεμάτο από κοφτερά βράχια, αυτά που σκεπάζουν όλη την επιφάνειά του, συγκρατούν το θαλασσινό νερό και με τον ήλιο να κάνει πάντα τη δουλειά του, σαν παιγνίδι, να ρουφά αχόρταγα το νερό, να το μεταμορφώνει σιγά-σιγά σε άσπρο χιόνι το αλάτι.

Ήταν το μικρό, δίχως όνομα νησάκι, που είχε κάθε άνοιξη και καλοκαίρι την τιμητική του, γέμιζε ανθρώπους, το τρυγούσαν, ζωντανές φωνές έδιναν πνοή, στη σιωπή του χρόνου. Όλο τον υπόλοιπο καιρό, ο αέρας, τα βράχια και η θάλασσα πάλευαν τη μοναξιά τους με τις μικρές συνήθειες του ήλιου, να δίνουν νόημα στο ατέρμονο κύλισμα ενός χρόνου που έμοιαζε απόλυτα ακίνητος.

Δεν θυμάται πια πόσα χρόνια πίσω, σίγουρα αιώνες, διορίστηκε να φυλά το αλάτι πάνω στο πέρασμα. Στην αρχή ήταν ένα καλύβι, ένα μικρό ξύλινο δωμάτιο, γεμάτο τρύπες, κενά ανάμεσα στα ξύλα, έτσι που έκαναν τις αχτίδες του Θεού να ξυπνούν πονηρά, κάθε κύτταρο του κορμιού του. Ήταν τότε που ανέμελος και γυμνός άφηνε τη σκέψη του, μέσα στο στενό πέρασμα, να την τρώει κι αυτή η αλμύρα, μακριά από ντροπές και φόβους.

Εκείνα, τα πρώτα χρόνια, το λευκό παιδί αυτής της παράξενης ερωτικής συμφωνίας, ήλιου και θάλασσας, το αλάτι, δεν ήταν απλώς το κάτι παραπάνω στην ανθρώπινη στιγμή, είχε μοναδικό ρόλο στην καθημερινότητα.

Σάρκες φυτών και ζώων, εκείνα τα κομμάτια της αλυσίδας, που με το θάνατό τους φόρτωναν ενέργεια τους ζωντανούς, έμεναν στη ζωή, διατηρούσαν τα πολύτιμα συστατικά τους, μέσα από αυτό.Το αλάτι, με τα ψυγεία και τον πάγο να μην έχουν βρει ακόμη θέση και ρόλο, να είναι στο μέλλον, αυτό το λευκό, χοντρό και κρυσταλλικό, στα σίγουρα Θεϊκό δώρο, δεν ήταν κάποιες μικρές πινελιές γεύσης, αλλά απαραίτητο όσο και το ψάξιμο για τροφή.

Ένας φύλακας από τους πολλούς, ξέμεινε πάνω στο έρημο νησί για χρόνια, βολεύτηκε πάνω στον στενόμακρο βράχο, βρέθηκε από παιδί, έφηβος, ένας άντρας, να δουλεύει προστατεύοντας το λευκό δώρο από τις επιδρομές, είχε μονάχα μια υποχρέωση, έτσι του είχαν μάθει, να ανάβει μια φωτιά, όταν έβλεπε να πλησιάζουν ξενικά σκαριά, εκεί, στις αλυκές, μόνο οι απέναντι, οι ντόπιοι είχαν ρόλο και θέση, όλοι οι άλλοι, οι ξένοι, δεν είχαν δικαίωμα στο λευκό χρυσάφι.

Στην αρχή ήταν παιγνίδι, σαν ψάρι κολυμπούσε για την ακτή και συναντούσε τους ανθρώπους, μοιραζόταν σκέψεις, έκανε χασομέρι τις κουβέντες, έπλαθε και έδενε τη ζωή μαζί τους.

Όσο κυλούσαν οι μήνες, τόσο έμπαινε το αλάτι βαθιά μέσα στο κορμί του, έβλεπε τους απέναντι διαφορετικούς, ξένους, ενώ μεταμορφωνόταν, γινόταν μοναχικός βασιλιάς πάνω στον άσπρο βράχο.

Ήρθαν οι εποχές που η μικρή κοινωνία καιγόταν και άλλαζε, μεταμορφωνόταν, πότε απ’ έξω, τους πειρατές και πότε από μέσα, με τους άπληστους γηγενείς κουρσάρους.

Ήταν από τη μια οι επιδρομές από τους ξένους, εκείνους που άρπαζαν ό,τι κουβαλιέται, με μια προτίμηση στις γυναίκες, για να χορτάσουν πρώτα φρέσκια και ζωντανή σάρκα κι έπειτα να γεμίσουν την άπληστη κοιλιά, αυτοί, δίχως μεγάλους στόχους, ήταν ξενόφερτοι, αλλόγλωσσοι, οι βάρβαροι πειρατές.

Είχε και τους ντόπιους, εκείνους που έψηναν και παρέσυραν πάνω σε ανύπαρκτους Θεούς και διαβόλους, τη μικρή κοινωνία να αλλάξει, να γράψει νόμους που να βολεύουν πρώτα εκείνους, τους ξύπνιους, έπειτα έστηναν χορό πάνω στην ηθική, στους δικούς τους άγραφους κανόνες. Φόρτωναν έτσι με ατέλειωτες μοιραίες αμαρτίες, σαν κατάρες, κάθε περαστικό, ανήμπορο να αντισταθεί πλάσμα, από εκείνα που είχαν για οδηγό τα συναισθήματα.

Ο φύλακας στεκόταν απέναντι, ποτέ δεν πήρε θέση, είχε άτυχη τύχη, να συντηρεί για πάντα την ψυχή του, μέσα στο βασίλειο του αλατιού.

Έβλεπε κάθε τόσο χωριά να καίγονται, να ξεπετάγονται φλόγες και να αφήνουν στάχτες, κι όταν έβγαινε και περπατούσε πάνω στα καμένα, γέμιζε απορία, ήταν οι ανθρώπινες διαφορές, αυτές και πάλι εξέλισσαν τα πράματα, προχωρούσαν βίαια την ιστορία, έδιναν λύσεις μέσα από αιματηρές διαγραφές.

Αναποδογύρισε ο κόσμος, ήρθαν οι στιγμές που δεν είχαν ανάγκη το λευκό θαύμα, το δώρο του Θεού.Το ζευγάρωμα του ήλιου με τη θάλασσα, έμενε σχεδόν ατρύγητο, ένα καμένο, άχρηστο σπέρμα, μοσχοπουλιόταν στους περαστικούς ταξιδιώτες, για ένα ψευτο-χαρτονόμισμα, για λίγες ξεραμένες αλμυρές μνήμες.

Ξαναπήρε τη βάρκα και βγήκε στην ακτή, αναζητούσε επίμονα, απαντήσεις από τους ανθρώπους.
Εκείνοι δεν καταλάβαιναν ούτε τις μικρές στίξεις από τις ερωτήσεις του. Τα έχασε, με αυτή την καθ’ όλα λογική, πρωτοβουλία της ακινησίας.

Γύρισε βιαστικά στο μικρό, έρημο νησί του, στην αλμύρα που το διατηρούσε για αιώνες, το προσπέρασε, δεν είχε ανάγκη πια από φύλακες ο τόπος, δεν υπάρχει ανάγκη για τα δώρα της φύσης, το καλοσκέφτηκε καθώς ξεμάκραινε, τραβούσε ίσα στον ορίζοντα, εκεί που τελειώνει η θάλασσα, δεν μπορεί, σκέφτηκε, κάπου θα τελειώνει, θα χύνεται κάπου κι αυτή και εκεί θα στέκει γαλήνια ο Θεός και θα μας περιμένει.