Ο κ. Σταύρος, με τα φαγητά  που μοσχοβολούν παράδοση! (βίντεο)

Είναι μια απόλαυση ν’ ακούς τον μπαμπά Κωνσταντάκη να περιγράφει πώς φτιάχνει το φαΐ, τα υλικά, την τεχνική, όλα απλά και πεντανόστιμα, μάλλον βαριά, αλλά άντε ν’ αντισταθείς στον πειρασμό.

 Χρόνια παρακολουθούν από το facebook τις συνταγές του, όλο και περισσότεροι, χρόνια θέλω κι εγώ να τον γνωρίσω, να μου πει πώς ξεκίνησε να βγάζει βιντεάκια και να τα  «πέμπει» στο internet, κι αν είναι εκείνος που μαγειρεύει τελικά ή η γυναίκα του η Παναγιούλα που τον αφήνει να παίρνει τη δόξα ως έξυπνη γυναίκα που ξέρει να κάνει ένα βήμα πίσω.
Κυριακή μεσημεράκι, συνεννοημένη με τον Κυριάκο, ερχόμαστε στο σπιτικό που ζεσταίνει η τσιμιά και μοσχοβολούν οι ετοιμασίες.

«Εδώ νηστικός δεν πομένεις. Πολλές φορές έρχομαι απροειδοποίητα, ξεσπιέται η μάνα μου, αλλά σε δευτερόλεπτα το καλοκαίρι, φτιάχνει ντομάτα με τ’ αφκά, που μοσχομυρίζει, πιτταρούδια, κατημέρια…»…

Κι έτσι, μέσα στη χαρά και την απλότητα, ξετυλίγονται μνήμες, αποκαλύπτονται συνταγές που έθρεψαν γενιές ολόκληρες και περνά ένα μεσημέρι στο χωριό σαν αυτό των παιδικών χρόνων που νοσταλγείς όσα χρόνια κι αν περάσουν.

Ωραίο το τζάκι σας, τι καίτε όλη μέρα, κ. Σταύρο;
Η τσιμιά μας. Ό,τι έβρουμε, ξερά πεύκα, κυπαρίσσι, περνάλια, με το βάι, την καρδιά του πεύκου, το δαδί που λέμε. Το κόβω κομματάκια με το σκεπάρνι και το κάνω προσάναμμα. Εδώ μαγειρεύαμε το πλιγούρι μας, εκάναμε  γιαπράκια, πιτταρούδια, σφογγάτο. Στο πλιγούρι ψιλόκοβε η μάνα μου κρεμμυδάκι, το τσιγάριζε και το ‘ριχνε μέσα στον τσουβρά. Κι έλεγε κιόλας: «όποιος εγλέπει τον οντά, τρώει και τον τσουβρά». Μας έκανε η μάνα μου η συγχωρεμένη τέτοια φαγιά, φτωχικά, αλλά  νόστιμα. Χοιρόμιλνττο, ήταν το λίπος του χοίρου. Τηγανίζαμε τ’ αυγά, κάναμε κατημέρια (πίτες τηγανισμένες) ή με μέλι, ή με ντομάτα και φέτα πάνω.

Δύσκολη η ζωή στο χωριό εκείνα τα χρόνια. Πώς ζούσατε εδώ;
Μπονιάτες, αγρότες και τσοπάνηδες. Ο κόσμος είχε μαντριά, κατσίκες, όλοι  πάνω στον Αττάβυρο. Η κοπέλα για να κάνει το σπίτι ντης, γιατί εν επαντρεύουνταν αλλιώς, έπρεπε να ‘χει  μαντρί, κι αν δεν είχε η οικογένεια, δούλευε στης Εκκλησίας, που είχε μεγάλη μάντρα. Τσοπάνισσες όλες οι κοπέλες, με τα φουστάνια της Μπονιάτισσας και τα ποήματα.

Το «δέλτα» δεν το λέτε στον Έμπωνα! Γιατί δεν υπάρχει αυτό το γράμμα ανάμεσα στις λέξεις σας;
Κυριάκος Kωνσταντάκης: Μας λέγανε μικρά: «για πες  τον αλφάβητο;»,  « Άλφα, βήτα, γάμα, έψιλον…»… Λέει, «δέλτα δεν έχει;»… «Έν έχει…»… Το δεμάτι το λέγανε γεμάτι, το δέρμα πετσί.

Αλλάζατε και τα ονόματα, κ. Σταύρο, αγνώριστα τα κάνατε!
Τη μάνα μου τη λέγανε Αναστασία. Για ν’ ακούει  τ’ όνομά της πάνω στο βουνό έπρεπε να υπάρχει φωνήεν ψηλό και γι’ αυτό τη φωνάζανε Κασούλνττι… τη Γεωργία, Γερκούλνττα, όλα είχαν «λνττα», στο τέλος. Τη γυναίκα μου Παναγιούλνττα. Τη Δέσποινα, Ππινή. Τη φέτα το ψωμί, φέλντττα. Λέγανε «φέλντττα με τ’ αφκά»… Οι φέλνττες με τ’ αφκά, ήταν ψωμί Μπονιάτικο, κομμένο, τηγανισμένο με αφκά ομελέτα, από τις πούλνττες. Δίναμε τ’ αφκά ανταλλαγή στο μπακάλη για να μας δώσει λίγο πετρέλαιο, ν’ ανάψουμε τη λάμπα με το φιτίλι.

Μαγειρεύει κι η γυναίκα σας πολύ ωραία, κάτι μου λέει μάλιστα ότι αυτή είναι η πραγματική μαγείρισσα! Από πότε ξεκινήσατε να βγάζετε τα βιντεάκια αυτά και να περιγράφετε τον τρόπο και τα υλικά;
Η γυναίκα μου έμαθε από τη γιαγιά της. Η γιαγιά της έκανε σχοινιά που δένουνε τα ζώα, με τις τρίχες της κατσίκας και ήταν και χειροπράκτης έβαζε τα χέρια, έφτιαχνε όλα τα ορθοπεδικά. Κι έκανε και σχοινιά. Τα βιντεάκια τα ξεκίνησα πό το 2014 που μ’ έφερε από τη Γερμανία ο γιος μου ο μεγάλος, ο Παναγιώτης ένα τάμπλετ. Είπε μου, έδειξέ μου δυό βασικά πράματα και μετά, μοναχός μου. Ρώτα τον ένα, ρώτα τον άλλο… ξεκίνησα να βάζω βιντεάκια. Ξαφνικά μια μέρα που εμαγείρευε η Παναγιούλνττα, επήγα με το τάμπλετ, κι έβγαζά την και μετά έμαθα στο facebook, πώς να πέμπω.  Έβγαλα που ζύμωνε, που πύρωνε το φούρνο, που έφερνε κλαδιά... (Κυριάκος:  Σκηνοθέτης...) Μα, αυτή ξέρει να φέρει σφόγγκιο, αλεσφακιά, που σκουπίζουν το φούρνο (διαμαρτύρεται ο μπαμπάς).
 

Η Παναγιούλα επί το έργον
Η Παναγιούλα επί το έργον


Σας έμαθε όλος ο κόσμος έτσι!
Στη Ρόδο μας βλέπουνε, κι έρχουνται στο χωριό και μας λένε «συγχαρητήρια». Λέω, «εγώ δεν σας ξέρω», λέει «εμείς σε ξέρουμε, σε είδαμε στο internet»...

Τι θα φτιάξετε τώρα να δούμε;
Με τρία υλικά φτιάχνεις φαγητό. Αυγό, ψωμί και λάδι. Ούτε βούτυρα, ούτε πιπέρια, μόνο λίγο αλάτι στο αυγό.  (Η μαμά Παναγιούλα, πάει στο τηγανάκι της, ανάβει τη φωτιά και όλα γίνονται  γρήγορα): Τηγανίζεις το ψωμί με το λάδι, σπας τ’ αυγά, τα χτυπάς και τα ρίχνεις μέσα. Είχαμε τις πούλνττες (συμπληρώνει ο κ. Σταύρος) και ξυπνούσαν μας που το πουρνό. (με ωμέγα μην μας παρεξηγήσουν, διευκρινίζει ο Κυριάκος)... Τον είχαμε για ρολόι τον πετεινό. (Κυριάκος: Σύστημα αφύπνισης).
 


Τι άλλο θυμάστε, πώς ζήσατε παιδάκι  στην κατοχή;
Παιδάκι τεσσάρων  χρονών, οι Γερμανοί παίρναν τα βόδια. Εγώ είμαι γεννημένος το 1940. Όποιος είχε δυό βόδια, του παίρναν το ένα. Η μάνα μου, ήθελε να δώσει το βόδι για να μη μας σκοτώσουν, ο πατέρας μου δεν ήθελε. Επήγαμε στο καφενείο του Κλεόβουλου τώρα, τότε ήταν  πιάτσα, που ήταν οι Γερμανοί αξιωματικοί και ο διερμηνέας. Όποιος έδινε βόδι, υπέγραφε κιόλας. Ο πατέρας μου πήγε να του πει ψέματα, ότι τα ‘χασε τα βόδια. Ο αξιωματικός τον κατάλαβε, κι όταν πηγαίναμε να φύγουμε έβγαλε το όπλο και τον σημάδεψε. Εκείνη την ώρα έρχουταν η μάνα μου, κι έφερνε το βόδι. Το είδε ο διερμηνέας και του λέει «στοπ», κι έτσι κατέβασε το όπλο.

Και μετά ήρθαν οι Έλληνες!
Είχα ένα μπάρμπα που είχε ένα βιβλίο που έγραφε την ιστορία των Ελλήνων: του Ηρακλή και του Θησέα και του Κολοκοτρώνη, κι όλοι θαυμάζαμε τους Έλληνες γιατί ήταν ήρωες. Το 1948, εγώ οκτώ χρονών, μετά την Ενσωμάτωση, στο σχολείο μας είπαν ότι θα ‘ρθουν οι Έλληνες, θα ‘ρθει κι ο βασιλιάς, αυτός που σκότωσε το Μινώταυρο, κι ο άλλος το λιοντάρι και θα μας βάλουν και φαγιά καλά, να φάμε. Λέει η μάνα μου, «έλα Σταυράκι μου, να σου βάλω κομμάτι ψωμί και βάλε και μες την πούγκα σου μερικές ελιές, γιατί δεν θα σας ταΐσουν...»…  Μπαίνουμε στην καρότσα όλα τα παιδιά του σχολείου, ήμπαμε στη σειρά       και τραγουδούσαμε «σφίξε μας μάνα σφίξε μας, μέσα στην αγκαλιά σου, δεν είμαστε πια μοναχοί γιατί είμαστε κοντά σου…»… Δασκαλεμένοι. Περίμενα  να δω τον Κολοκοτρώνη και τον Ηρακλή, λέω θα μας βάλουν και φαί να φάμε. Ούτε σημασία δεν μας δώσαν. Ήτανε ο βασιλιάς ο Παύλος, ήταν και ο Κωνσταντίνος ο διάδοχος, εχάσαν τον κάποια στιγμή,  ήβγε πάνω σε μια κουκουναριά, να κόψει κουκουνάρια, κι αυτοί τον εψάχναν κάτω.

Ωραίες ιστορίες! Τι άλλο γινόταν τότε εδώ, είχατε επάρκεια προϊόντων κι ήσασταν αυτάρκεις, από τότε!
Πονούσες το δόντι, είχαμε δυο που τα βγάζασι, ο καθένας με τη δική του τεχνική, με τη βοντάγρα κι όχι δοντάγρα, είπαμε, την τανάλια δηλαδή, το βονταγρί. Σ’ έδινε πρώτα τη σούμα να σε μεθύσει, κι εσύ τον έλεγες «έλα πρε και πονώ»… κι εκείνος σ’ έλεγε «λάμενε πρε, Κουσούλντττι, (τη μάνα μου) να πιώ κόμα μιά, γιατί τρέμει το χέρι μου, αν δεν μεθύσω δεν θα σε το βγάλω»…

Δηλαδή, μεθυσμένοι κι οι δυο!
Ήμουν κι εγώ παρών, παιδάκι. Ο άλλος ο… γιατρός,  που ήταν γείτονάς μου, έβγαζε το σχοινί του σαμαριού του γαϊδάρου και σ’ έδενε πάνω στη ρίζα της μουριάς, πισθάγκωνα και τα πόδια σου γύρου-γύρου. Πήγε ένας, κι «έχανε»,  είχε ανοιχτό το στόμα του, δηλαδή. Τον Κυριάκο, τον λέγανε Κούλγκιακκο. Ο Κούλκγιακκος, επόνιε το βόντι του, κι επήε στον πρακτικό να του το βγάλει. Τον έδεσε πάνω στη μουνουριά, κι έφερε το τενεκί του τσαρτελκιού, για να κάνει απολύμανση τη βοντάγρα. Έβαλντέ ντην μέσα στο τενεκί με το νερό και μετά εσκούπαν την πάνω στη βράκα ντου. Όλοι εκείνοι την εποχή ήταν βρακάδες. Δεν υπήρχε άγχος, άγχος μηδέν. Τώρα, έφαέ μας το Λύκειο. Εσπουδάζαν ορισμένοι, κι είχαν και αξία. Τώρα το Λύκειο το βγάζει κι ο ταχράς, κι ο ξύπνιος.

Τι θέλατε να γίνετε όταν ήσασταν μικρός;
Εμένα μ’ άρεσε πολύ η μουσική, έθελα ν’ αγοράσω ένα όργανο, ένα βιολί, ένα ακορντεόν να το μάθω τάκα-τάκα, αλλά εν μ’  έφηνε ο πατέρας μου. Ήταν και φτωχός καντηλανάφτης στην εκκλησία, ήθελε  να γίνω ψάλτης. Το είχα μανία, επειδή δεν έμαθα εγώ ήθελα να μάθουν τα παιδιά μου.

Όμως μάθατε, κι όχι μόνο ένα, αλλά τρία όργανα!
 Μοναχός μου. Παίζω κλαρίνο, ακορντεόν παίζω, μπουζούκι, πρακτικά όλα, ψεύτικα. Άμα ήταν να τραγουδήσω ο πατέρας μου με πετροβολούσε, δεν ήθελε.

Εδώ να τραγουδήσετε όμως, κ. Σταύρο, και να παίξετε, να μας δώσετε χαρά, τι θέλετε να μας πείτε;
Με το ακορντεόν μου...

Παίρνει τ’ ακορντεόν και ξεκινά, έτσι πρακτικά, μα όχι ψεύτικα...
«Τα βάσανά μου χαίρομαι, τα βάσανά  μου χαίρομαι, τα βάσανά μου χαίρομαι, τις πίκρες μου γλεντίζω, Αμάν... κι όπως τον έχω τον καιρό, κι όπως τον έχω τον καιρό, κι όπως τον έχω τον καιρό, ετσί τον αρμενίζω...»