Η ελληνική οικονομία σε τροχιά ανάκαμψης

Γράφει ο Γιάννης Σαμαρτζής
Οικονομολόγος

 

Η Ελληνική Οικονομία βρίσκεται σε τροχιά ανάκαμψης την τελευταία 3ετία, αλλά με επιβραδυντικό ρυθμό. Οι οικονομικές και χρηματοοικονομικές συνθήκες βελτιώνονται σταδιακά, οι μακροοικονομικές ανισορροπίες έχουν βελτιωθεί σε κάποιο βαθμό, η ανεργία αποκλιμακώνεται και το Ακαθάριστο Εθνικό Προϊόν (ΑΕΠ) ανακάμπτει σταδιακά.

Όμως, η μέχρι τώρα ανάπτυξη της οικονομίας μας δεν βασίστηκε στην αύξηση της παραγωγικότητας, η δε υποχρέωση του 3ου μνημονίου για πρωτογενή πλεονάσματα σε ποσοστό 3,5% του ΑΕΠ, δεν αφήνουν πολλά περιθώρια για την τόνωση, κυρίως, της ιδιωτικής κατανάλωσης, η οποία στη χώρα μας καλύπτει περίπου το 70% του ΑΕΠ.

Η παγκοσμιοποίηση και οι νέες τεχνολογίες και, κυρίως, η ψηφιακή, έχουν δημιουργήσει νέες συνθήκες οι οποίες καθορίζουν σε παγκόσμιο επίπεδο τις πολιτικές και οικονομικές εξελίξεις, όπως και τον τρόπο ζωής των νοικοκυριών. Στις ανεπτυγμένες μάλιστα οικονομικά χώρες, ο ψηφιακός και τεχνολογικός εξοπλισμός των παραγόμενων βιομηχανικών προϊόντων αποτελεί προτεραιότητα, γιατί μόνο έτσι θα επιβιώσουν και θα πρωταγωνιστήσουν στο διεθνή ανταγωνισμό.

Η Ελλάδα στον τομέα αυτό έχει παραμείνει πίσω, γιατί οι περισσότερες επιχειρηματικές μονάδες εστιάζουν την προσοχή τους σε προϊόντα που έχουν εγχώρια κυρίως ζήτηση.

Αλλά και πολλές μητρικές εταιρείες που έχουν εξαγωγική δραστηριότητα, έχουν δημιουργήσει θυγατρικές επιχειρήσεις σε άλλες χώρες της Ευρώπης και στις ΗΠΑ. Ο λόγος είναι διπλός. Αφενός, η υψηλή φορολογική επιβάρυνση που επικρατεί στη χώρα μας και αφετέρου, το υψηλό κόστος άντλησης κεφαλαίων από το τραπεζικό μας σύστημα.

Η αποτελεσματικότερη οικονομική πολιτική που εφαρμόζεται στις προηγμένες χώρες, βασίζεται στη χρηματοδότηση των επενδύσεων για τη δημιουργία νέων θέσεων εργασίας και όχι στην ενίσχυση της επιδοματικής πολιτικής. Και, όπως υποστηρίζουν, κοινωνική πολιτική δεν ασκείται όταν δίνεις επιδόματα σε φτωχούς και ανέργους, αλλά όταν φροντίζεις να μην υπάρχουν φτωχοί και άνεργοι, με εξαίρεση, βέβαια, τους ανήμπορους για εργασία και τις ευπαθείς ομάδες του πληθυσμού.

Η επενδυτική άπνοια της 10ετούς περιόδου της κρίσης στη χώρα μας δημιούργησε μεγάλα οικονομικά προβλήματα, αφού μείωσε το παραγωγικό κεφάλαιο, ιδιαίτερα στον τομέα των νέων τεχνολογιών, με αποτέλεσμα τη διατήρηση της παραγωγικότητας εργασίας σε χαμηλά επίπεδα.

Ωστόσο, τα αίτια αντανακλώνται πρωτίστως, στο αντιπαραγωγικό μοντέλο οργάνωσης της οικονομίας μας το οποίο εφαρμόζεται επί σειρά ετών, όπως π.χ. είναι ο δυσκίνητος δημόσιος τομέας για τις αδειοδοτήσεις των επενδύσεων, η ανισορροπία του Ισοζυγίου Τρεχουσών Συναλλαγών (εισαγωγών-εξαγωγών), η επιχειρηματική εσωστρέφεια, δηλαδή αυτή που βασίζεται στις οικογενειακές επιχειρήσεις, τα μεγάλα δημοσιονομικά ελλείμματα, το πολύ χαμηλό ποσοστό ξένων άμεσων επενδύσεων, το αναποτελεσματικό ασφαλιστικό σύστημα, το ανεπαρκές εκπαιδευτικό σύστημα που δεν στοχεύει στην έρευνα και την τεχνολογία, κ.ά.

Οι επενδύσεις, την τρέχουσα περίοδο στην Ελλάδα, αντιστοιχούν στο 10% του ΑΕΠ, ενώ το ποσοστό προ κρίσης ήταν περίπου διπλάσιο, όπως διπλάσιο (20%) είναι το ποσοστό των επενδύσεων, του μέσου όρου των χωρών της Ευρωζώνης. Επειδή η εγχώρια αποταμίευση κρίνεται ανεπαρκής για την κάλυψη των επενδύσεων, η κάλυψη αυτή του «επενδυτικού κενού» συνιστά εθνική προτεραιότητα για τη χώρα μας. Επομένως, η προσέλκυση ξένων άμεσων επενδύσεων αποτελεί μονόδρομο για τη συμπλήρωση του κενού αυτού και, κατά συνέπεια, για την ανάκαμψη της οικονομίας μας.

Το ζητούμενο για τη χώρα μας, είναι ο ρυθμός μεγέθυνσης του ΑΕΠ να μην κολλήσει στο 1% και στο 2% των τριών τελευταίων χρόνων - συμπεριλαμβανομένου και του 2019, όπου εκτιμάται να είναι κατά τι υψηλότερο του 2%  -, αλλά να ξεπερνά το 3% ετησίως.

Η Ελλάδα υπέστη την τελευταία δεκαετία μία τεράστια αποεπένδυση, γι’ αυτό επιβάλλεται οι επενδύσεις που θα γίνουν να είναι της τάξεως τουλάχιστον του 15%, ώστε να καλυφθεί αυτό το υπέρογκο «επενδυτικό κενό». Ειδικότερα, χρειάζεται να προστεθούν νέες επενδύσεις σε τομείς με μεγάλη εγχώρια προστιθέμενη αξία και, κυρίως, σε τομείς νέας τεχνολογίας.

Στόχος θα πρέπει να είναι η συνέχιση της αποκλιμάκωσης της ανεργίας, με τη δημιουργία νέων θέσεων εργασίας και καλά αμειβόμενων εργαζομένων, που θα αποτρέψουν τη φυγή άλλων επιστημόνων μας στο εξωτερικό, ενώ, παράλληλα, θα συμβάλλουν στην επιστροφή χιλιάδων ταλαντούχων νέων που έφυγαν τα χρόνια της κρίσης. Και όλα αυτά, σε συνδυασμό με τη δυνατότητα άσκησης μιας ισχυρής κοινωνικής πολιτικής, για τη στήριξη των ασθενέστερων και ευπαθών στρωμάτων του πληθυσμού.

Η Ελλάδα έχει τις δυνατότητες και τις προϋποθέσεις να πρωταγωνιστήσει στο διεθνές περιβάλλον και να γίνει χώρα ποιοτικών αγαθών και υπηρεσιών, με εξωστρέφεια και με κύριο ανταγωνιστικό πλεονέκτημα - εκτός από τη γεωγραφική της θέση, το κλίμα και τον πολιτισμό της - την υψηλή ποιότητα του ανεκμετάλλευτου ανθρώπινου δυναμικού της.

Αυτό μπορεί να επιτευχθεί με δυναμικότερες εγχώριες και ξένες άμεσες επενδύσεις, με ανταγωνιστική φορολογία, τόσο στην παραγωγή όσο και στην εργασία, με ολοκληρωμένη ψηφιοποίηση της οικονομίας, με αναμόρφωση της παιδείας, δίνοντας προτεραιότητα στον τομέα των τεχνολογικών γνώσεων που θα είναι προσαρμοσμένες στις ανάγκες της οικονομίας, με την πιστή εφαρμογή του κράτους δικαίου, με τη φιλικότητα στο υγιές επιχειρηματικό περιβάλλον, στηριζόμενο στις ανθρώπινες αξίες - σε ακέραιους, ταλαντούχους και ικανούς ανθρώπους.
Κατά συνέπεια, η χώρα μας οφείλει να αναβαθμιστεί οικονομικά και να υπερνικήσει τα εμπόδια που την περικλείουν, χωρίς καθυστερήσεις και περιορισμούς.

Όμως, ο εντεινόμενος εμπορικός προστατευτισμός, κυρίως μεταξύ των ΗΠΑ και της Κίνας, καθώς και οι γεωπολιτικές εντάσεις στην ευρύτερη περιοχή μας, αποτελούν αστάθμητους παράγοντες, που πιθανόν να επιβραδύνουν τα αναμενόμενα θετικά αποτελέσματα στις εγχώριες οικονομικές εξελίξεις και, κυρίως, στην εκτιμώμενη αύξηση του ΑΕΠ.

Σύμφωνα με την τελευταία έκθεση της Παγκόσμιας Τράπεζας για την περίοδο 2010-2020, η Ελλάδα κατατάσσεται στην 79η θέση στο γενικό δείκτη άσκησης επιχειρηματικότητας, αρκετά χαμηλότερη από το μέσο όρο των χωρών της Ευρωζώνης, με τη μεγαλύτερη μάλιστα πτώση να παρουσιάζεται την τελευταία πενταετία. Συνεπεία και της πτώσης της ανταγωνιστικότητας της χώρας μας σε γενικότερο επίπεδο, επιβάλλεται η άμεση ανάγκη καθορισμού και εφαρμογής των απαραίτητων μεταρρυθμιστικών παρεμβάσεων για τη βελτίωση του επιχειρηματικού περιβάλλοντος, ώστε να επιτευχθεί η ενίσχυση της συνολικής παραγωγικότητας της οικονομίας.

Εν κατακλείδι, η βασική αναπτυξιακή διέξοδος της χώρας μας οφείλει να επικεντρωθεί στη δημιουργία ενός σχεδίου παραγωγικής ανασυγκρότησης με ένα αναπτυξιακό άλμα, επενδύοντας στον εκσυγχρονισμό και τη νέα τεχνολογία, στοχεύοντας έτσι στον ψηφιακό μετασχηματισμό, που θα οδηγήσει ομαλά τη μετάβαση της οικονομίας μας στην εποχή της 4ης βιομηχανικής επανάστασης. Παράλληλα, με την προσδοκώμενη αύξηση, τόσο των εγχώριων ιδιωτικών και δημόσιων επενδύσεων όσο και των ξένων άμεσων παραγωγικών επενδύσεων - που μας προσφέρουν και την τεχνογνωσία τους -, θα προκληθεί μία ισχυρή έκρηξη των εξαγωγών και μία εξωστρεφής αναβάθμιση της οικονομίας μας.

Οι αναγκαίοι οικονομικοί πόροι μπορούν να ενισχυθούν και από τα διαθέσιμα χρηματοδοτικά εργαλεία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, όπως είναι: αυτά, των συγχρηματοδοτούμενων πόρων (ΕΣΠΑ), τα τραπεζικά προϊόντα από την Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων, την Ευρωπαϊκή Τράπεζα Ανασυγκρότησης και Ανάπτυξης, το Ευρωπαϊκό Ταμείο Επενδύσεων, καθώς και από άλλα κεφάλαια που διαχειρίζεται η Ευρωπαϊκή Επιτροπή.

Η Ελλάδα, δεν έχει άλλο χρόνο για χάσιμο. Γι’ αυτό, το έτος 2020, πρέπει να αποτελέσει την αφετηρία ενός νέου ενάρετου κύκλου, με στόχο την αναθέρμανση και την ισχυροποίηση της οικονομίας μας με ταχύτερους ρυθμούς, έτσι, όπως τουλάχιστον εκτιμάται, τόσο από τον επιχειρηματικό μας κόσμο όσο και από τα στοιχεία και τις προβλέψεις του Οικονομικού Οργανισμού Συνεργασίας και Ανάπτυξης (ΟΟΣΑ).