Η Σύμη, ο Σουλεϊμάν ο Μεγαλοπρεπής και οι θησαυροί που διασώζονται!

Η  πόρτα βαριά, ξύλινη, ταμπλαδωτή  με σκαλίσματα, μου κάνει εντύπωση από την πρώτη στιγμή όπως και τα μπρούτζινα γρούκελα (πόμολα). Όταν κάποιο παιδάκι τη νύχτα έτριζε τα δόντια του, μου λέει ο Μανόλης Αντώνογλου,  το βάζανε να δαγκώνει τα γρούκελα, για να μην το ξανακάνει. Τα χρώματα λευκά, λουλακί, κεραμιδιά και από τους Ιταλούς αυτά της ώχρας!

Αντιλαμβάνομαι γρήγορα ότι μπαίνω σ’ έναν λαογραφικό θησαυρό, μια συλλογή που η Υπηρεσία Νεωτέρων Μνημείων και Τεχνικών Έργων της Δωδεκανήσου και του Υπουργείου Πολιτισμού και Αθλητισμού, με προϊστάμενο τον Γιώργο Ντέλα, θα ξεκινήσει να καταγράφει από μεθαύριο Τρίτη και για πολύ καιρό, προκειμένου τα εκθέματα να είναι και επίσημα καταγεγραμμένα με περιγραφές και φωτογραφίες, ώστε να χαρακτηριστούν ίσως αργότερα «διατηρητέα, κινητά, νεότερα, μνημεία»!
Σ’ ένα χώρο 180 τ.μ. στην οδό Κωνσταντίνου Υδραίου στον αριθμό 45, στον οποίο με ξεναγεί ο Σωτήρης Ζουρούδης, ο πρόεδρος του Συλλόγου Συμιακών Ρόδου «Ο Γλαύκος», με την απαραίτητη συνδρομή του Μανόλη Αντώνογλου, πλήθος παραδόσεων και θρύλων ξεδιπλώνεται.

Τα εγκαίνια του Συμιακού σπιτιού έγιναν την 1η Οκτωβρίου 1994, σε χώρο ιδιόκτητο, ο οποίος αγοράστηκε κυρίως από τις εισπράξεις του δραστήριου Συμιακού Θεάτρου. Τον διαμόρφωσαν, τον  προσάρμοσαν και τον εξόπλισαν, με τους θησαυρούς της λαογραφικής παράδοσης που ξαφνικά εμφανίζονται εμπρός μου.
Ο βάβανος: Ένας μονοκόματος κορμός δέντρου, σκαλισμένος στο χέρι, διαμορφωμένος ως σκάφη για να ζυμώνουν τα ψωμιά και τα κουλούρια τους. Oι βατσέλες, μπρούτζινες σκάφες που έπλεναν τα ρούχα, κι έλουζαν και τα παιδιά. Eνα νησί που ήκμαζε από το 17ο αιώνα λόγω της άνθησης της σπογγαλιείας και των προνομίων  που τoυς είχαν παραχωρηθεί από την Οθωμανική Αυτοκρατορία.  Συμιακά πλοία, εξυπηρετούσαν και την Υψηλή Πύλη, για το ταχυδρομείο της.  Λίγο πριν την κατάληψη από τους Ιταλούς, η Σύμη έφτασε να έχει πληθυσμό 33.000 κατοίκους.

Ο Μανόλης Αντώνογλου (αριστερά)  και ο πρόεδρος του Συμιακού Συλλόγου Σωτήρης Ζουρούδης
Ο Μανόλης Αντώνογλου (αριστερά) και ο πρόεδρος του Συμιακού Συλλόγου Σωτήρης Ζουρούδης

Ποιος ήταν ο Γλαύκος, που έδωσε τ’ όνομά του και στο Σύλλογο;
Μέχρι το 1863 η σπογγαλιεία γινόταν με τον πατροπαράδοτο τρόπο των γυμνών δυτών. Σύμφωνα με τη παράδοση, ο πρώτος κάτοικος του νησιού ήταν ο Γλαύκος, δεινός κολυμβητής ο οποίος δίδαξε τη σπογγαλιεία.  Το 1863 ήρθε στο νησί το πρώτο σκάφανδρο που το έφερε ο Φώτης Μαστορίδης, που δούλευε στην Ινδία σε εταιρεία Αγγλικών συμφερόντων. Μάλιστα, στην προσπάθειά του να φορέσει σκάφανδρο στους γυμνούς δύτες οι οποίοι το φοβόντουσαν, το φόρεσε στη γυναίκα του την Ευγενία Μαστορίδου, η οποία αν και εγκυμονούσα ήταν αυτή που έκανε την πρώτη κατάδυση με σκάφανδρο, στο λιμάνι της Σύμης. Ήταν οι εποχές που οι Συμιακοί αλώνιζαν με τα σκάφη τους ως έμποροι κι ως σφουγγαράδες, μεταφέροντας στο νησί τους πολλές επιρροές από τη Γαλλία, την Ιταλία, αλλά και τη Ρωσία.

Η αρχιτεκτονική των μεγάλων αρχοντικών, ο διάκοσμός τους, οι βενετσιάνικοι καθρέφτες, οι πορσελάνες, όλα ζηλευτά! Βλέπω και στο Συμιακό σπίτι όμως τον σουφά!
Ο σουφάς στον οποίο κοιμόντουσαν κυρίως τα παιδιά, με τον αποκρέβατο από κάτω, που χρησιμοποιούταν ως αποθηκευτικός χώρος για την κουμπάνια τους. Η μουσάντρα, πάνω από το σουφά στην οποία  ανέβαιναν να κοιμηθούν οι γονείς,  από την ξύλινη σκαλίτσα. Αργότερα, ο σουφάς αντικαταστάθηκε από την καριόλα, το μεταλλικό κρεβάτι, με  την «αμουσία» όπως έλεγαν την κουνουπιέρα. Κάτω από την καριόλα,  το «αγγειό» που φυλασσόταν  για ώρα ανάγκης ώστε να μην τρέχουν μέσα στη νύχτα έξω από το σπίτι. Μέχρι τη φασκιά, που τύλιγαν τα μωρά σαν λαζαράκια, βλέπετε εδώ.

Βενετσιάνικο σερβίτσιο
Βενετσιάνικο σερβίτσιο

(Το λαογραφικό υλικό που στεγάζεται στο συμιακό σπίτι, περιλαμβάνει έπιπλα Συμιακά από σπουδαίους  Συμιακούς  ξυλογλύπτες, όπως τα κομό για τα κεντήματα και τη φύλαξη της προίκας, την κασέλα με την προίκα του γαμπρού που πήγαινε στο σπίτι της νύφης τις παραμονές του γάμου, τους  βενετσιάνικους καθρέφτες, σπάνιες πορσελάνες και πήλινα αντικείμενα μεγάλης αξίας, κεντήματα με τη διάσημη βελονιά το «γαρύφαλλο της Σύμης», κάδρα, σκεύη καθημερινής χρήσης, τη βούβα (αργαλειό), φωτιστικά γιαννιώτικης τεχνοτροπίας και είδη σπογγαλιείας. Μια μητριαρχική κοινωνία αφού οι άντρες έφευγαν στα σφουγγάρια και στα καράβια αργότερα και γυρνώντας έβρισκαν τις κόρες τους ακόμα και αρραβωνιασμένες, με την έγκριση μόνο της μάνας.)

Είναι πλούσιες οι φορεσιές ανδρών και γυναικών, αλλά οι γυναικείες που εκτίθενται στο Σύλλογο, παρουσιάζουν ακόμα μεγαλύτερο ενδιαφέρον. Πώς θα τις περιγράφατε εσείς;

Τρία είναι τα είδη της γυναικείας φορεσιάς. Η αρχοντική φορεσιά της Σύμης, η γουνελάτη, η καθημερινή φορεσιά, και η φορεσιά της Παλαιάς, η οποία καθιερώθηκε να φοριέται μετά το 1828 ως απομίμηση της φορεσιάς της βασίλισσας Αμαλίας, με μόνη διαφορά ότι η Συμιακιά φορεσιά συνοδευόταν από πασούμια και στο κεφάλι τη σκούφια. Η γούνα που στεγάζεται στο Συμιακό σπίτι είναι η μοναδική που σώζεται σήμερα στο σύνολό της και κυρίως μαζί και με τα κοσμήματά της, τη μοναδική βέργωση. Το κόσμημα αυτό είχαν ορισμένες μόνο αρχόντισσες της Σύμης. Μάλιστα, σύμφωνα με τον Κώστα Φαρμακίδη, ο οποίος είχε αφιερώσει σημαντικό μέρος της ζωής του στην ανάδειξη των φορεσιών της Σύμης όταν ένα οικόπεδο στο Χωριό κόστιζε 50 γρόσια, ένα σπίτι στην Καλή Στράτα 100 γρόσια και ένα αρχοντικό στο Γιαλό 180 γρόσια, η βέργωση της αρχοντικής φορεσιάς ξεπερνούσε τα 280 γρόσια!

Η
Η "βέργωση", το πανάκριβο κόσμημα της αρχοντικής στολής

Οι μαντήλες πολύχρωμες, και η παράδοση πλούσια. Πείτε μου το θρύλο με τον Σουλεϊμάν τον Μεγαλοπρεπή, σύμφωνα με τον οποίο επέτρεψε να τις φορούν!
Ο Σουλεϊμάν ο Μεγαλοπρεπής, στην προσπάθειά του να καταλάβει τη Ρόδο, στρατοπέδευσε απέναντι από τη Σύμη. Κάποια πλοία της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας κυνηγημένα από πειρατές, κατέφυγαν για την ασφάλειά τους στο λιμάνι της Σύμης. Οι Συμιακές, των οποίων οι άντρες έλειπαν στο «βούτος», από το φόβο κι αυτές των πειρατών, φόρεσαν στο κεφάλι τους πολύχρωμες μαντήλες και πήραν στα χέρια τους τα φουρνέφτια (το ξύλο που βγάζεις το ψωμί από το φούρνο). Οι πειρατές βλέποντας τις γυναίκες της Σύμης να κατεβαίνουν στο λιμάνι οργανωμένες, τις πέρασαν για γενίτσαρους και τράπηκαν σε φυγή. Τιμώντας τις γυναίκες της Σύμης ο Σουλεϊμάν τις επέτρεψε να φοράνε τη φορεσιά των βυζαντινών αυτοκρατόρων και εις ανάμνηση του γεγονότος με τους πειρατές, καθιερώθηκε να φοράνε στο κεφάλι τους πολύχρωμες μαντήλες. Στην καθημερινή φορεσιά μάλιστα η σκούφια στο κεφάλι αποτελείτο  από 12 έως και 42 μαντήλια τα οποία δημιουργούσαν μια περικεφαλαία, έως 35 πόντους ψηλή.

Στο βεστιάριο του Συλλόγου με ξενάγησαν στο τέλος. Υπέροχα γυναικεία και αντρικά κοστούμια, πιστά αντίγραφα των πρωτοτύπων που χρησιμοποιούν για τις ανάγκες των παραστάσεων του Συμιακού Θεάτρου, για τις παρελάσεις και τα χορευτικά.
Φεύγοντας το μάτι μου έπεσε στο νυφικό της γιαγιάς του γιατρού Μιχάλη Φωτάρα και στο νυφικό της γιαγιάς του Μανόλη Αντώνογλου. Το τελευταίο ειδικά θα μπορούσε να είναι φόρεμα  καλλονής της δεκαετίας του ‘20 στο Παρίσι.

Το νυφικό της γιαγιάς  του γιατρού Μιχάλη Φωτάρα
Το νυφικό της γιαγιάς του γιατρού Μιχάλη Φωτάρα
Το νυφικό της γιαγιάς  του Μανόλη Αντώνογλου
Το νυφικό της γιαγιάς του Μανόλη Αντώνογλου
Η φορεσιά του Μηχανικού με το σκάφανδρο, από τις τελευταίες που διασώθηκαν
Η φορεσιά του Μηχανικού με το σκάφανδρο, από τις τελευταίες που διασώθηκαν