Σαν σήμερα το 1944, εκτελέστηκε στη Σύμη από τους Ιταλούς ο Ηγούμενος του Πανορμίτη, Αρχιμανδρίτης Χρύσανθος Μαρουλάκης

Στις 11 Φεβρουαρίου 1944 εκτελέστηκαν στην Σύμη από τους Ιταλούς, ο Ηγούμενος της Ιεράς Μονής Πανορμίτη, Αρχιμανδρίτης Χρύσανθος Μαρουλάκης από τα Καλαβάρδα της Ρόδου, ο ασυρματιστής τού Ελληνικού Στρατού, Φλώρος Ζουγανέλλης από την Μύκονο και ο οικονόμος τής Μονής, Μιχαήλ Λάμπρου από την Σύμη.

Αιτία ήταν η κατά των Ιταλών αντικατασκοπευτική τους δράση, με την εγκατάσταση και λειτουργία ασυρμάτου στον Πανορμίτη.

Ο Αρχιμανδρίτης Χρύσανθος Μαρουλάκης υπήρξε Ηγούμενος της Μονής από το 1926 έως το 1944. Θυσιάστηκε ένδοξα την εποχή τού Β’ Παγκοσμίου πολέμου, όταν η Μονή κατέστη κέντρο τής συμμαχικής αντικατασκοπείας.

Συγκεκριμένα από το 1943 στους χώρους της λειτουργούσε ασύρματος με την αμέριστη συμπαράστασή του. Το αντίτιμο αυτής τής επαναστατικής ενέργειας, όταν αυτή έγινε αντιληπτή στον εχθρό, ήταν η εκτέλεση τού ιδίου, του Έλληνα στρατιώτηασυρματιστή Φλώρου Ζουγανέλη, καθώς επίσης καιτού οικονόμου της Μονής, Μιχαήλ Λάμπρου,τον Φεβρουάριο τού 1944.

Τα θλιβερά, μα ηρωϊκά εκείνα γεγονότα, κατεγράφησαν λεπτομερώς αργότερα και δημοσιεύθηκαν στα «Συμιακά Νέα» τού 1966. Δυστυχώς σήμερα σε πολλούς είναι άγνωστα, ενώ αρκετοί αγνοούν το πώς ακριβώς εκτυλίχθηκαν.

Από τις μαρτυρίες των ανθρώπων εκείνων που έζησαν δίπλα στους πρωταγωνιστές και βίωσαν λεπτό προς λεπτό την κορύφωση τού δράματος, παραθέτουμε την ένδοξη και ηρωική ιστορία, που σημάδεψε την νεότερη ιστορία τής Μονής τής Σύμης, και ολόκληρης τής Πατρίδας μας.

ΤΟ ΙΣΤΟΡΙΚΟ

Το όλο σχέδιο είχε καταστρωθεί από την συμμαχική Υπηρεσία τής «Απλοθήκας» (περιοχή τής Μ. Ασίας, απέναντι από την Σύμη), η οποία οργάνωσε στο νησί κατασκοπευτική ομάδα, με απώτερο σκοπό την εγκατάσταση στρατιωτικής Δυνάμεως, που θα εκτελούσε δολιοφθορές στους κατακτητές.

Στην ομάδα αυτή ανήκαν οι δημοδιδάσκαλοι Αντώνιος Αγγελίδης, Ανδρέας Μοσχόβης, οι οποίοι στην συνέχεια εκτελέστηκαν, καθώς και ο Ηγούμενος Χρύσανθος Μαρουλάκης, ο Εργομηχανικός Γεώργιος Χατζησταυριός, με τον Μιχαήλ Λάμπρου, υπάλληλοι τού Μοναστηριού, και ο ασυρματιστής Λοχίας τού Ελληνικού Στρατού, Φλώρος Ζουγανέλης από την Μύκονο.

Ο Ζουγανέλης, ήταν ανεψιός τού Ηγουμένου τής Παναγίας «Τουρλιανής» τής Μυκόνου, ο οποίος υπήρξε φλογερός Δάσκαλός του, και τον έμαθε να αγαπά την Ελλάδα και να πεθαίνει γι αυτήν.

Στην Απλοθήκα ήρθε με την 133η Δύναμη τον Μάϊο τού 1943 από την Μέση Ανατολή όπου υπηρετούσε ως χειριστής ασυρμάτου γιά ειδικές επιχειρήσεις σε εχθρικό έδαφος. Στον Πανορμίτη αποβιβάστηκε την 10η Οκτωβρίου εκείνου τού έτους, και εμφανίστηκε ως ανεψιός τού Χρυσάνθου και υποψήφιος Μοναχός, ταμένος απ την μάνα του στον Αρχάγγελο τής Σύμης.

Εκεί εγκατέστησε σταθμό ασυρμάτου γιά επικοινωνία με την Απλοθήκα και το Στρατηγείο τής Μέσης Ανατολής. Υπό την έμπειρη καθοδήγηση τού Ζουγανέλη, η Μονή μετετράπη σε ένα αξιόλογο κέντρο κατασκοπείας.

 

 

Ο ασύρματος είχε τοποθετηθεί με τέχνη από τον εργομηχανικό Γεώργιο Χατζησταυριό στον Ηγουμενικό οντά, κάτω από την «ποδιά» τού παραθύρου που βλέπει προς τον όρμο τής Φανερωμένης και από εκεί, λειτουργούσε εκ τού ασφαλούς μέρα-νύκτα. Αλλά και ο Ηγούμενος Χρύσανθος, προσέφερε με τον δικό του τρόπο τις πολύτιμες υπηρεσίες του.

Οι φιλοφρονήσεις ήταν σε ημερήσια διάταξη και τα τραπέζια με παρακαθήμενους, πότε Ιταλούς και πότε Γερμανούς, έδιναν και έπαιρναν. Πολλοί ήταν βέβαια εκείνοι που απερίσκεπτα παρεξηγούσαν αυτές τις κινήσεις του, μη μπορώντας να διανοηθούν τους απώτερους σκοπούς και τα σχέδια τού γενναίου και φιλοπάτριδος ιερωμένου.

Θείος και υποτιθέμενος ανεψιός, έπαιζαν καλά τον ρόλο τους. Η πρώτη επιτυχία ήρθε, όταν το σκάφος τής Γερμανικής φρουράς έφυγε απ τον όρμο τής Μονής στις έξι τα χαράματα γιά περιπολία, και μετά λίγα λεπτά τής ώρας, εξουδετερώθηκε απ το Αγγλικό υποβρύχιο που είχε αξιοποιήσει στο έπακρο τις σαφείς πληροφορίες τού ασυρμάτου τού Πανορμίτη.

Μια μέρα ξεκίνησε γιά τον Γιαλό υπό άκρα μυστικότητα μία βάρκα ενός ιταλικού συνδέσμου και βρέθηκε άθελά της καταδιωκόμενη στα απέναντι παράλια. Εν συνεχεία, η Ιταλική φρουρά τής Μονής εναγωνίως ζητώντας την λύση τού μυστηρίου, ακολούθησε τα ίχνη μέχρι που απροσανατολισμένη αποδεκατίστηκε από τους Εγγλέζους καταδρομείς που καραδοκούσαν.

Το περιστατικό αυτό, έγινε η αιτία να υποψιαστούν οι κατακτητές ότι κάτι συμβαίνει με την Μονή και να ενισχύσουν την φρουρά της με 35 περίπου άνδρες, υπό την εποπτεία τού Γερμανού Λοχαγού Μπάγερ, στον οποίο στρατιωτικά είχε ανατεθεί η Σύμη.

Στην συνέχεια, κατέστρωσαν μιά καλοστημένη παγίδα, γιά να στοιχειοθετήσουν τις υποψίες τους και να φανερωθεί η ανάμειξη τού Ηγουμένου σ όλα τούτα. Παρουσιάστηκαν λοιπόν δύο Ιταλοί φασίστες, ο Λοχίας Γιακομίνο και ο στρατιώτης Πάολο, και επί ημέρες πολλές ικέτευαν τον Χρύσανθο να τους δώσει συστατική επιστολή, απευθυνόμενη σε ανθρώπους του στην Απλοθήκα, προφασιζόμενοι ότι λιποτάκτησαν. Μετά από παρέμβαση κι άλλων παραγόντων, φαίνεται ότι η άδολη καρδιά τού ιερωμένου κάμφθηκε και τους εφοδίασε με το χαρτί που ζητούσαν, πέφτοντας στην παγίδα.

Οι δύο Ιταλοί σκηνοθέτησαν αμέσως μιά νυκτερινή δραπέτευση με ψαροκάϊκο, η οποία όμως απέτυχε και αυτοί υποτίθεται συνελήφθησαν. Σκοπίμως διεδόθη ότι κάποια γράμματα που είχαν πριν συλληφθούν,τα πέταξαν στην θάλασσα.

Ο Ηγούμενος προς στιγμήν παραπλανήθηκε. Το μεσημέρι τής 10ης Φεβρουαρίου 1944 κατά την συνήθειά του, καλεί τον Γερμανό υποδιοικητή τής Αστυνομίας και τον Ιταλό ανθυπολοχαγό Τσέτσι γιά φαγητό στην Μονή, με απώτερο σκοπό να ενισχύσει την εμπιστοσύνη τους προς το πρόσωπό του και να συγκεντρώσει χρήσιμες πληροφορίες γιά τους συμμάχους.

Ο Γερμανός αξιωματικός ανταποκρίνεται πρόθυμα στην πρόσκληση, και προσποιούμενος τον βαθύτατα υποχρεωμένο στον Χρύσανθο γιά τις πάντοτε φιλόξενες διαθέσεις του, μετά το φαγητό ρωτά σε τί θα μπορούσε να φανεί χρήσιμος στον Γέροντα.

Εκείνος έχοντας κατά νου την ανέχεια και την πείνα που μαστίζει τους υπόδουλους συμπατριώτες του, και μη υποπτευόμενος την παγίδα, σπεύδει να επωφεληθεί τής ευκαιρίας, ζητώντας 500 οκάδες σπόρο πατάτας από την Ρόδο. Ο Γερμανός διοικητής τότε, ανασύρει μιά κάρτα από την τσέπη του και την προτείνει μαζί με τον στυλό του στον Ηγούμενο, γιά να σημειώσει σε αυτή την επιθυμία του, καθώς και το πρόσωπο που θα μεριμνούσε γιά την παραλαβή τής πατάτας.

Πραγματικά· εκείνος γράφει τα σχετικά με την παραγγελία, καθώς και το όνομα τού ιερέως τής Κρεμαστής τής Ρόδου Παπά-Βασίλη, ο οποίος ως πρόσωπο απολύτου εμπιστοσύνης, θα φρόντιζε γιά την παραλαβή καιτην αποστολή τού σπόρου.

Ο Γερμανός αξιωματικός με τον Ιταλό συνάδελφό του έφυγαν με προσποιητή χαρά και πολλές ευχαριστίες, κατέχοντας δυστυχώς το αδιάψευστο τεκμήριο τής επιστολής, με τον γραφικό χαρακτήρα τού Χρύσανθου. Ούτε μια ώρα μετά, τρεις στρατιώτες κατ εντολήν τους, συλλαμβάνουν τον Ηγούμενο, τον Ζουγανέλλη και τον Λάμπρου, τους οποίους βρήκαν να συνομιλούν ακόμη στο «Υδραίικο», όπου νωρίτερα είχαν συμφάγει.  

Από την πρόχειρη ανάκριση δεν προέκυψε κάποιο επί πλέον στοιχείο από τα υπάρχοντα, δηλαδή τις δύο ιδιόχειρες επιστολές τού Χρύσανθου, εκ των οποίων η πρώτη μαρτυρά την στενή σχέση που διατηρούσε με τους Άγγλους τής μυστικής υπηρεσίας τής Απλοθήκας, και η δεύτερη βεβαιώνειτην αυθεντικότητα τής πρώτης,ταυτίζοντας τον γραφικό χαρακτήρα των δύο επιστολών.

Ο Μιχαήλ Λάμπρου μόλις 19 ετών, πιέζεται και βασανίζεται γιά να ομολογήσει. Είναι όμως ο μόνος που δεν γνωρίζει απολύτως τίποτα γιά την πραγματική ιδιότητα τού Ζουγανέλλη, γιά τον οποίο πιστεύει ότι πράγματι είναι ανεψιός τού Χρύσανθου.

Το πρωί τής επομένης 11ης Φεβρουαρίου γύρω στις 08:00, υπό συνοδεία 6 Ιταλών στρατιωτών με επί κεφαλής τον λοχία Τσερβίνι, οι τρεις συλληφθέντες οδηγούνται πεζή απ το ανηφορικό μονοπάτι προς την πόλη τής Σύμης.

Σ’ όλη την διάρκεια τής διαδρομής, ο Τσερβίνι ειρωνεύεται τον Ηγούμενο και τον Ζουγανέλη και παροτρύνει τους στρατιώτες να τους χλευάζουν και να τους χτυπούν με τους υποκόπανους των όπλων, δίδοντας πρώτος το παράδειγμα. Μετά το εκκλησάκι τού Προφήτη Ηλία, ο Ζουγανέλλης δέρεται ανηλεώς και το πρόσωπό του γεμίζει αίματα από τα χτυπήματα τού Τσερβίνι.

Στην κορυφογραμμή τού βουνού στην περιοχή τού Κουρκουνιώτη, ο Ηγούμενος Χρύσανθος κοντοστέκεται συγκινημένος και κάνει τον σταυρό του, ρίχνοντας μιά τελευταία αποχαιρετιστήρια ματιά στην Μονή τής μετανοίας του, πριν αυτή χαθεί οριστικά απ τα μάτια του.

Η σεβάσμια μορφή του ούτε η ιερή τούτη στιγμή τής καρδιακής προσευχής του, συγκινούν τον απάνθρωπο φασίστα. Πριν τελειώσει τούτη την στερνή ικεσία στον λατρευτό του Αρχάγγελο, ο Τσερβίνι με μιά απότομη κίνηση τον αρπάζει απ τα πυκνά του γένια και τον σπρώχνει βάναυσα μπροστά, ξεστομίζοντας παράλληλα βρωμερές και ανομολόγητες ύβρεις.

Ο Ζουγανέλης δαγκώνει τα χείλη του. Ο εξευτελισμός τού Ηγουμένου τού κοστίζει περισσότερο από τον δικό του. Η ψυχή του πλημμυρισμένη από αγανάκτηση και μίσος, ραγίζει από ανέκφραστο πόνο και τα μάτια του βουρκώνουν. Είναι αδύνατο να κρατηθεί περισσότερο.

Η κατάλληλη ευκαιρία τού δίνεται λίγα λεπτά μετά. Μόλις φτάνουν στην Παναγία την «Στρατερή» και καθίζουν γιά να ξεκουραστούν, σε μιά στιγμή που ο Τσερβίνι προσπαθεί με τον αναπτήρα ενός στρατιώτη να ανάψει το τσιγάρο του, ο Ζουγανέλης επωφελείται τής ευκαιρίας και μαζί με τον Ηγούμενο, ορμούν καταπάνω του με σκοπό να τον αφοπλίσουν.

Ακολουθεί μιά ηρωική και απεγνωσμένη πάλη. Σε μιά στιγμή ο Χρύσανθος κατορθώνει να αποσπάσει το αυτόματο τού Τσερβίνι, μα αλίμονο δεν γνωρίζει πώς να απασφαλίσει το όπλο, προκειμένου να βάλλει εναντίον των δεσμωτών τους.

Η άγνοιά του αυτή, δίνει πολύτιμο χρόνο στους Ιταλούς να καλυφθούν και να ρίξουν καταπάνω τους δύο χειροβομβίδες, με αποτέλεσμα τον σοβαρό τραυματισμό τού Χρύσανθου καιτού Ζουγανέλη, όπως καιτον ελαφρύτερο,τού Λάμπρου.

Αμέσως μετά ο Τσερβίνι, δίνει το σύνθημα και τα κορμιά των τριών ηρώων σωριάζονται καταγής χιλιοτρυπημένα από τα ιταλικά πυροβόλα.

Στην Ανατολική πλευρά τής Παναγίας τής «Στρατερής» δίπλα στο Ιερό, τρεις ξύλινοι σταυροί έδειχναν αργότερα γιά χρόνια,τους τάφους των εθνομαρτύρων.

Αρκετά χρόνια μετά, τα οστά των ηρώων μεταφέρθηκαν στην Μονή τού Πανορμίτη, όπου το Μοναστήρι γιά να τιμήσει την ιερή τους μνήμη, έχει ανεγείρει επιβλητικό Ηρώο στην προκυμαία του, το οποίο «με δωρική λιτότητα» απεικονίζει σε ανάγλυφο ορείχαλκο μεγάλων διαστάσεων, την στιγμή τής εκτελέσεως. Το έργο τούτο, φιλοτεχνήθηκε από τον σπουδαίο Συμαίο γλύπτη, Κώστα Βαλσάμη.

Ακόμη, στον χώρο που στεγάζεται σήμερα το Λαογραφικό Μουσείο τής Μονής, μία μικρή κρύπτη αφιερωμένη στους τρεις εκτελεσθέντες, φιλοξενεί τον ασύρματο και άλλα αντικείμενα τής εποχής τού Β΄ παγκοσμίου πολέμου, προκειμένου ο επισκέπτης-προσκυνητής να αποτίει ύστατο φόρο τιμής σε αυτούς που έπεσαν αγωνιζόμενοι γιά την επικράτηση των ευγενεστέρων ιδανικών τής ανθρωπότητας,τού Δικαίου καιτής Ελευθερίας.

Τέλος και στα Καλαβάρδα τής Ρόδου, την γενέτειρα τού μακαριστού Ηγουμένου Χρύσανθου, έχει στηθεί μαρμάρινη προτομή του, γιά να υπομιμνήσκει πάντοτε την υπέρτατη θυσία του.

Μετά από τα δραματικά γεγονότα, επακολούθησαν γενικές έρευνες και συλλήψεις στην Μονή, οπότε και αποκαλύφθηκαν πράγματα αδιανόητα γιά τον κοινό νου: Η δεξαμενή τού «Καβαλλάρη» κάτω απ την μύτη κυριολεκτικά των Ιταλο-Γερμανών, έκρυβε ολόκληρη αποθήκη πυρομαχικών.

Ο τάφος τού Ιερομονάχου Παϊσίου, αποτελούσε γιά πολύ καιρό το χρηματοκιβώτιο τής Μονής, κρύβοντας μέσα ολόκληρη την περιουσία της σε λίρες και κοσμήματα. Αυτά λεηλατήθηκαν αγρίως από τους Ιταλούς, που γιά μέρες άρπαζαν, κατέστρεφαν και λαφυραγωγούσαν. Το απαράμιλλο κάλλος του Πανορμίτη αμαυρώθηκε και γιά κάποιο διάστημα έπαυσε να λειτουργείται.

Ευτυχώς διά τής φοβεράς προστασίας τού Ταξιάρχου, απεφεύχθησαν ανεπανόρθωτες καταστροφές εις τον Ιερόν Ναόν και τα κειμήλια.

Συγκεκριμένα, χρεωστικώς σημειώνεται, ότι η διάσωσις των σήμερα υπαρχόντων κειμηλίων, οφείλεται στην πρόνοια τής ευλαβούς Νεωκόρου τής Μονής, Σταματούλας Παπανικολάου εκ Κρεμαστής Ρόδου, η οποία εγκαίρως προέβλεψε γινόμενα και προ τής συλλήψεως των τριών εκτελεσθέντων ηρώων, μερίμνησε γιά την μεταφορά και φύλαξή τους σε ασφαλή χώρο.

Την αδιάκοπη προστασία τού Αρχαγγέλου προς την Μονή του, μαρτυρά επίσης και το εξής θαυμαστό γεγονός, το οποίο επιβεβαιώνουν και οι πιλότοι των εχθρικών αεροπλάνων: Το διάστημα μετά τα παραπάνω γεγονότα, ως αντίτιμο τής όλης αντιστασιακής της δράσεως, η Σύμη απετέλεσε το στόχο των Γερμανικών δυνάμεων που έδρευαν στην γειτονική Ρόδο.

Γιά αρκετές ημέρες τα ναζιστικά αεροσκάφη εφορμούσαν στο πανέμορφο νησί, εξαπολύοντας εκατοντάδες βόμβες στον παραδοσιακό οικισμό τής Σύμης. Οι βομβαρδισμοί και οι ανατινάξεις προκάλεσαν πολλά θύματα, και μεγάλες καταστροφές στα θαυμάσια νεοκλασικά αρχοντικά, αρκετά από τα οποία ερειπώθηκαν.

Οι οδηγίες που είχαν οι πιλότοι, προέβλεπαν μεταξύ των άλλων, και τον ανελέητο βομβαρδισμό τής Μονής. 

Αυτός όμως ποτέ δεν μπόρεσε να πραγματοποιηθεί, γιατί πάντοτε κατά την διέλευση των βομβαρδιστικών, το συγκεκριμένο τμήμα τού νησιού που αυτή βρίσκεται χτισμένη, σκεπαζόταν από μία χαμηλή νέφωση, η οποία δεν επέτρεπε στους πιλότους τον ακριβή εντοπισμό τού Μοναστηριακού συγκροτήματος.

Η απελευθέρωση των Δωδεκανήσων και η εν συνεχεία επανένταξή τους στην Μητέρα Ελλάδα, έδωσε στην Μονή τού Πανορμίτη την άνεση, να συνεχίζει ταπεινά και αθόρυβα και στους σημερινούς καιρούς, το πολυσχιδές πνευματικό, κοινωνικό και εθνικό της έργο, πιστή στις ιερές παρακαταθήκες της καιτην ένδοξη ιστορία της.

Πηγή: ellinoistorin.gr