Το πρωί κλαδευτής,  το βράδυ τραγουδιστής!

Φρέζα, χορτοκοπτικά, κλαδευτικά, αλυσοπρίονο και το βράδυ πλήκτρα και τραγούδι. Κλαδευτής την ημέρα, μουσικός και τραγουδιστής στη συνέχεια,  σε μια ορχήστρα που μετράει ήδη 15 χρόνια ζωής με τους ίδιους μουσικούς- θα το ‘λεγες  και ρεκόρ για τα δεδομένα-  και  τραγούδια  που γράφει ο ίδιος και μιλούν για τον πόνο του έρωτα και τ’ άλλα δεινά του.

Αυτός είναι ο Αποστόλης Κουτσαφάς, «το καλύτερο παιδί», όπως λένε οι συνάδελφοί του, στην υπηρεσία Πρασίνου του Δήμου Ρόδου.

Τον άκουσα στο YouTube μια μέρα να τραγουδάει και να παίζει πλήκτρα σ’ ένα από τα δικά του τραγούδια, στο σπίτι του με την κανοτιέρα όπως ξεκίνησε κάποτε και ο Παντελής Παντελίδης, μόνο που τα θαύματα δεν επαναλαμβάνονται.

Σβέλτος, χαμογελαστός, δουλευταράς, μέσα σ’ όλα και ταλαντούχος! Ένας βιοπαλαιστής διαφορετικός από τους άλλους που πατάει γη και φτιάχνει ωραία τραγούδια.  

«Είμαι 43 ετών, μου λέει,  έχω πέντε παιδιά, ο μεγάλος μου είναι 21 έτους, τελείωσε φαντάρος, με περνάει ένα κεφάλι. Ο μικρός μου είναι 10 χρονών. Έχω κόρη 20 ετών, η άλλη μου κόρη είναι 18 και η μεγάλη μου είναι 23»…

Πολλά παιδιά, μεγάλα, κι η ηλικία σου είναι μικρή!
Να σου πω κάτι να γελάσεις; Χρόνια τώρα, κάθε φορά που με βλέπανε  οι συμμαθητές μου, μου λέγανε: «ρε Κουτσαφά, έκανες κι άλλο παιδί;». Μέχρι τώρα με ρωτούν φίλοι στο δρόμο. Τους λέω, «ρε, καθίστε καλά, η κόρη μου είναι 23 και θα κάνω κι άλλο παιδί;». Ή με βλέπουν με μια κόρη μου έξω και νομίζουν ότι είναι καμιά γνωριμία. Ο γιος μου, μού λέει, «άστους, μην τους λες την αλήθεια…». Γνωρίστηκα με τη γυναίκα μου 18 εγώ, 16 εκείνη. Πριν πάω φαντάρος αρραβωνιάστηκα, μόλις γύρισα παντρεύτηκα. Επιλογή μου ο γάμος, όχι εγκυμοσύνες και τέτοια. Μ’ άρεσε από πολύ μικρός η οικογένεια.

Δουλεύεις και πολύ και ακούω και πολλά καλά λόγια για σένα και από την Υπηρεσία σου και από τον κόσμο έξω.
Δεν κρατάω σε άνθρωπο κακία, είναι ο χαρακτήρας μου τέτοιος. Δεν ζηλεύω κανέναν ό,τι κι αν έχει. Κι εγώ όμως δεν στερήθηκα, πολλά λεφτά έβγαζα, τα φάγαμε όλα με την οικογένειά μου, κακώς, τα ξοδεύαμε, κι ούτε  ένα παιδί δεν σπούδασα να πω κάπου τα έδωσα, κι ακόμα το σπίτι μου το ξεπληρώνω. Έκανα έξοδα. Πάντα δουλεύω δυο δουλειές, από 14 χρονών. Από τα 12 μου ξεκίνησα να μαθαίνω μουσική, στα δύο χρόνια ξεκίνησα να παίζω πλήκτρα σε ταβέρνα, στα Λουτρά. Πήγαινα με το ποδηλατάκι μου, από την Κολονιάλε που μέναμε, μετά η νονά μου έπιασε τον πατέρα μου και του λέει: «μόνο του το αφήνεις το παιδί και πάει κι έρχεται μεσ’ τη νύχτα;» και ξεκίνησε να με πηγαίνει και να με φέρνει ο ίδιος, κι ας δούλευε κι αυτός δύο δουλειές και τρεις. Δεν το ήθελα το σχολείο.
 

Εν ώρα εργασίας ως κλαδευτής
Εν ώρα εργασίας ως κλαδευτής


Μέχρι το Γυμνάσιο με το ζόρι πήγα, δεν μ’ άρεσε, δεν ήμουν των γραμμάτων, δεν το ‘χω. Είχα 3 παιδιά και με παρακαλούσαν οι παλιοί καθηγητές μου όπου με βρίσκανε, να πάω να δώσω γιατί στενοχωριόντουσαν που με είχαν αφήσει μετεξεταστέο που ήμουν πολύ άτακτος. Στη δευτέρα τάξη, δεν είχα μείνει σε κανένα μάθημα και στην τρίτη μ’ αφήσανε σε οκτώ μαθήματα, για να συμμορφωθώ. Διάβασα ό,τι μπορούσα, με βοήθησαν κι οι άνθρωποι,  πήρα το απολυτήριο του Γυμνασίου. Ήμουν με συμβάσεις στο Δήμο, και  παρέμεινα όπου και εργάζομαι ως κλαδευτής.

Το μόνο που μετανιώνω είναι που ενώ έκανα τέσσερα χρόνια Βυζαντινή μουσική, με το δάσκαλο τον Γαβριήλ Κώτη, ο οποίος με βοήθησε πάρα πολύ, δεν είχα απολυτήριο Λυκείου για να πάρω πτυχίο. Το πρωί δούλευα οικοδόμος, ελαιοχρωματιστής. Καλλιτεχνία κι αυτό, έτσι; Άσπρος, από πάνω μέχρι κάτω και μπουκωμένος από τη σκόνη, να βγαίνεις το βράδυ να τραγουδάς στις ελληνικές βραδιές, κάθε βράδυ στα ξενοδοχεία, για χρόνια.

Και μόνο που τ’ ακούω να τ’ απαριθμείς…
Για τα πάντα τρέχω εγώ, η γυναίκα μου δεν οδηγεί. Για τα ψώνια και να δουλέψω το πρωί και να δουλέψω το βράδυ. Και με το μηχανάκι στη βροχή, με μουσαμαδιά, δεν έχανα ποτέ μεροκάματο. Το μόνο που έβαζα «όρο» στη δουλειά ήταν να μην πηγαίνω Κυριακή πρωί,  για να πηγαίνω εκκλησία, έτσι έμαθα από την οικογένειά μου. Κάνω το σταυρό μου γιατί έχω περάσει και χειρουργεία και τρακάρισμα, με την κόρη μου, με τ’ αυτοκίνητο. Θέλω να κινούμαι, να εργάζομαι, να είμαι έξω, δεν θέλω να κάθομαι σε μια καρέκλα.

Και έχεις και τη μακροβιότερη ορχήστρα στη Ρόδο, οι ίδιοι μουσικοί εδώ και 15 χρόνια!
Δεκαπέντε χρόνια συνεχόμενα τα ίδια άτομα, ο ντράμερ μας ο Νίκος Καράης, ο Γιώργος Παπουράς  στο μπουζούκι και το λαούτο, καθώς και σε άλλα όργανα, είναι ο μαέστρος μας και ο Μηνάς Λεντής που παίζει λίρα και τραγουδά κρητικά, και νησιώτικα, η ψυχή της ορχήστρας μας, αυτός που μας ενώνει, και καθοδηγεί τη δουλειά μας. Στα πλήκτρα και το τραγούδι είμαι εγώ.

Ολοκληρωμένος μουσικός, γράφεις στίχους, βάζεις μουσική, έχεις πολλά ωραία δικά σου  τραγούδια…
 Είναι ο τρόπος να εκφράζομαι.

Δεν είχες όνειρα ποτέ να βγάλεις τα τραγούδα σου, να τα δώσεις σε άλλον, να γίνεις γνωστός;
Μπορώ να σου πω ότι έχουν καεί τα όνειρά μου γιατί ξέρω πώς κινούνται τα πράγματα. Θα πάω να τρέχω να γίνω φίρμα;  Εγώ έχω δυο-τρεις δουλειές.

Φεύγει να πάει σε δρομολόγια τα παιδιά, τη γυναίκα του, να παίξει το βράδυ, να πάει στο κλάδεμα το πρωί και το χαμόγελο είναι χαμόγελο γιατί είναι ευγνώμων που υπάρχει, κινείται και ζει. Είναι κι οι άνθρωποι που τους φτάνουν αυτά.