Δεύτερη ευκαιρία δίνει στους οφειλέτες η ΔΕΥΑΡ

Μία δεύτερη ευκαιρία δίνει η ΔΕΥΑΡ στους οφειλέτες-πελάτες της με την εφαρμογή δύο νέων πάγιων ρυθμίσεων με στόχο από τη μια την αύξηση των εισπράξεών της και τη μείωση των ληξιπρόθεσμων οφειλών προς την Επιχείρηση και από την άλλη την περαιτέρω διευκόλυνση των καταναλωτών σε μία δύσκολη οικονομικά περίοδο.

Πιο συγκεκριμένα, πρόκειται για μία απόφαση που ελήφθη ομόφωνα κατά τη συνεδρίαση της 17ης Φεβρουαρίου, έπειτα από σχετική εισήγηση της Διεύθυνσης Διοικητικών και Οικονομικών Υπηρεσιών με τίτλο «Πάγια Ρύθμιση».

Σύμφωνα με αυτήν, το σκεπτικό των αρμοδίων υπηρεσιακών της Επιχείρησης έχει να κάνει με το ότι η οικονομική κατάσταση την οποία βιώνουμε και οι συνέπειές της στους πολίτες και τις επιχειρήσεις, έχουν αντίκτυπο και στις εισπράξεις της ΔΕΥΑΡ. Υπενθυμίζεται, ότι οι ληξιπρόθεσμες οφειλές προς τη ΔΕΥΑΡ υπερέβαιναν τα 55 εκατομμύρια ευρώ μέχρι τα τέλη του 2019.

«Η αδυναμία των καταναλωτών να ανταποκριθούν στις υποχρεώσεις τους, καθώς και η δική μας αδυναμία να πιέσουμε αποτελεσματικά, αυξάνουν συνεχώς το μέγεθος των ληξιπρόθεσμων οφειλών», τονίζουν στην εισήγησή τους οι αρμόδιοι υπηρεσιακοί και συμπληρώνουν ότι το τελευταίο διάστημα δόθηκε διευκόλυνση προς οφειλέτες στην οποία, όμως δεν ανταποκρίθηκε ο αριθμός που περίμεναν. Μάλιστα, και με τις 100 δόσεις που η προθεσμία ήταν μέχρι τα τέλη του χρόνου, το οποίο ήταν μέτρο της Κεντρικής Διοίκησης, δεν υπήρξε η αναμενόμενη ανταπόκριση.

Και συνεχίζουν οι υπηρεσιακοί στην εισήγησή τους: «Με προτεραιότητα τη διασφάλιση των εσόδων μας και την είσπραξη περισσοτέρων βεβαιωμένων χρηματικών ποσών, επιβάλλεται η τήρηση των προβλεπομένων από τον κανονισμό μας συνεπειών.

Ταυτόχρονα, είναι αναγκαία η διευκόλυνση των καλοπροαίρετων πελατών μας που πραγματικά αδυνατούν να ανταποκριθούν. Οποιαδήποτε ρύθμιση που διευκολύνει τους οφειλέτες, πρέπει ταυτόχρονα να διασφαλίζει τα συμφέροντα της επιχείρησης».

Εκείνο που επιζητά η Διοίκηση της ΔΕΥΑΡ είναι να υπάρξει μία συνεργασία με τους πελάτες της/καταναλωτές στο θέμα αυτό ώστε να είναι ανταποδοτικά τα οφέλη. Όσο αφορά στις συνέπειες,  οι οφειλές θα βεβαιώνονται στην εφορία. Στο πλαίσιο αυτό, μάλιστα, έπειτα από εισήγηση του Γενικού Διευθυντή, κ. Γιώργου Υψηλάντη, η ΔΕΥΑΡ θα υποβάλει και αίτημα προς το Υπουργείο Οικονομικών, προκειμένου να εκδοθεί απόφαση με την οποία θα επιτρέπεται η είσπραξη εσόδων υπέρ ΔΕΥΑΡ από τη ΔΟΥ.

Με το παραπάνω σκεπτικό, το Διοικητικό Συμβούλιο της ΔΕΥΑΡ, ομόφωνα ενέκρινε και αποφάσισε τη δυνατότητα ρύθμισης ανεξόφλητων οφειλών προς την Επιχείρηση με δύο τρόπους πάγιας ρύθμισης, όπως προτείνονται στην εισήγηση:
Πάγια Ρύθμιση Α:

Για την ενεργοποίηση της ρύθμισης αυτής απαιτείται η προκαταβολή χρηματικού ποσού ύψους 10% επί του συνόλου της ρυθμιζόμενης οφειλής. Το απομένον ποσό της ρυθμιζόμενης οφειλής κατανέμεται σε 12 ισόποσες μηνιαίες δόσεις.
Πάγια Ρύθμιση Β:

Για την ενεργοποίηση της ρύθμισης αυτής απαιτείται η προκαταβολή χρηματικού ποσού 20% επί του συνόλου της ρυθμιζόμενης οφειλής. Το απομένον ποσό της ρυθμιζόμενης οφειλής κατανέμεται σε 20 ισόποσες μηνιαίες δόσεις.

Και για τις δύο αυτές πάγιες ρυθμίσεις ισχύουν οι ακόλουθοι γενικοί όροι:

• Το ελάχιστο ύψος μηνιαίας δόσης ορίζεται στα 20 ευρώ

• Η ρύθμιση ακυρώνεται μονομερώς από τη ΔΕΑΥΡ, σε περίπτωση καθυστέρησης εξόφλησης του τρέχοντος λογαριασμού πέραν των 30 ημερών από την αναγραφόμενη στον λογαριασμό ημερομηνία εξόφλησης.

• Η ρύθμιση ακυρώνεται μονομερώς από τη ΔΕΥΑΡ, σε περίπτωση καθυστέρησης εξόφλησης δύο συνεχόμενων μηνιαίων δόσεων.

• Ως τελευταία ημερομηνία εξόφλησης ων δόσεων λογίζεται η τελευταία εργάσιμη ημέρα κάθε μήνα.

• Η πρώτη δόση καταβάλλεται το αργότερο έως την τελευταία εργάσιμη ημέρα του επόμενου μήνα από εκείνον εντός του οποίου ενεργοποιήθηκε η ρύθμιση.

• Ο υπολογισμός της ρυθμιζόμενης οφειλής είναι έντοκος. Το επιτόκιο είναι το εκάστοτε ισχύον από τους πίνακες της Τράπεζας της Ελλάδος.

• Σε περίπτωση απώλειας της ρύθμισης, αίτημα για νέα ρύθμιση με τους ίδιους ως άνω όρους, μπορεί να υποβληθεί το επόμενο ημερολογιακό έτος από εκείνο της ημερομηνίας ενεργοποίησης τα αρχικής ρύθμισης.

• Σε περίπτωση απώλειας ρύθμισης, αίτημα για νέα ρύθμιση εντός του ίδιου ημερολογιακού έτους με εκείνο της ημερομηνίας ενεργοποίησης της αρχικής ρύθμισης, μπορεί να γίνει δεκτό, αλλά με προσαύξηση της προκαταβολής κατά 10% (δηλ. 20% για τη ρύθμιση Α και 30% για τη ρύθμιση Β).