Βασίλης Πιττάς: Από το θεατρικό σανίδι σε ζαχαροπλαστείο στην Κάρπαθο

Του Μανώλη Δημελλά στο karpathianrevolution.gr

Μια πάστα του Ρουμελιώτη ή μήπως παγωτό ή καλύτερα ένα λουκουμάκι από τον Πιττά;

Εκεί στα μέσα της δεκαετίας του ’50, με την Κάρπαθο επιτέλους ελληνική, άρχισε κι ζάχαρη να γίνεται πιο γλυκιά, να αποκτά ταυτότητα! Μόλις μια πενταετία νωρίτερα ήταν οι Εγγλέζοι, αυτοί μοίραζαν καραμέλες και στα  παιδιά έτρεχαν τα σάλια, αλλά και πού να φτάσει ένα τόσο δα καραμελάκι για μια μάντρα παιδιά;

Το νησί ξεκίνησε με καλούς ζαχαροπλάστες, άλλωστε αν δεν ήσουν καλός πού να ανταγωνιστείς την έρημη Καρπαθιά μάνα, που εκείνα τα χρόνια είχε διπλό ρόλο. Ήταν και μάνα και πατέρας! Μιας κι αυτός είχε παραδώσει τη ζωή και τα χέρια του στα ξένα.

Ένας από αυτούς υπήρξε ξεχωριστή περίπτωση που αξίζει να τη μνημονεύσουμε. Πρόκειται για τον Αρκασιώτη Βασίλη Πιττά. Ο Βασίλης λοιπόν γεννήθηκε το 1915 στο Φοινίκι της Καρπάθου, γιος του καπετάν Μιχάλη Πιττά και της Καλλιόπης, το γένος Διακογιάννη. Ήταν πολύ μικρός, όταν η θάλασσα άρπαξε τον μεγαλύτερο αδελφό και τον πατέρα του. Από αφηγήσεις στο Φοινίκι μαθαίνουμε ότι βρέθηκαν σε μια θαλασσοταραχή, ο μικρός γλίστρησε και έπεσε από το καΐκι. Ο καπετάν Μιχάλης έδωσε μια, βούτηξε για να σώσει το παιδί του, όμως και οι δύο χάθηκαν για πάντα. 

Μετά το δημοτικό σχολείο της Αρκάσας ο Βασίλης, θα βρεθεί στη Θεσσαλονίκη κι από εκεί, λίγα χρόνια πριν τον πόλεμο, κατεβαίνει στην Αθήνα. Το θέατρο ήδη τον είχε σαγηνεύσει και τον κέρδισε. Τότε  ξέσπασε ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος κι όπως όλοι έτσι και εκείνος έπρεπε να βρει τρόπους να επιβιώσει.

Εργάστηκε ακόμη και στο «ΣΙΝΟΥ», καμπαρέ στην περιοχή του Ψυρρή, όπου μάλιστα, όπως αφηγήθηκε το 2016, ο γιος του Μιχάλης Πιττάς στον ξάδερφο του Βασίλη Πιττά,  «ανέλαβε τη διεύθυνση του κέντρου όπου σύχναζαν ακόμη και  Γερμανοί αξιωματικοί, ενώ παράλληλα γράφτηκε στη Δραματική Σχολή Αθηνών όπου τελείωσε με άριστα».

Τα επόμενα χρόνια βρίσκουμε τον Βασίλη Πιττά να συμμετέχει σε παραστάσεις με αρκετούς γνωστούς ηθοποιούς της εποχής. Μάλιστα η κόρη του Σοφία θυμάται ότι ήταν φίλος και συνεργάτης του Ντίνου Ηλιόπουλου. Είχαν σχεδόν την ίδια ηλικία, ο Ηλιόπουλος ξεκίνησε το 1944 την ανεπανάληπτη θεατρική του καριέρα. Όμως ο Βασίλης απέφευγε να κουβεντιάζει και να προβάλει στο νησί τα θεατρικά του βήματα. Μια τακτική που επαναλαμβάνουν και σήμερα σχεδόν όλοι οι σημαντικοί Καρπάθιοι.

Δεν ήταν όμως μόνο οι έντονες καλλιτεχνικές του αγωνίες, ο Βασίλης αποφάσισε να ασχοληθεί και με τη ζαχαροπλαστική. Κι αυτό το επάγγελμα έμελλε να το ακολουθήσει. Το 1949 άνοιξε ζαχαροπλαστείο και το πρώτο παγοποιείο στα Πηγάδια της Καρπάθου. Μάλιστα διέθετε την απαραίτητη άδεια από το Υπουργείο Βιομηχανίας και μπορούσε να παράγει 30 κολώνες πάγου την ημέρα. Καταπιανόταν με όλα τα γλυκά, ξεχώριζε όμως για το παγωτό, τα σιροπιαστά, τη βυσινάδα και τα λουκούμια του!

Για αυτά τα λουκούμια βραβεύτηκε το 1954 στη Διεθνή Έκθεση Θεσσαλονίκης. Αλλά και η βυσινάδα του είχα φανατικούς φίλους! Μάλιστα σε άρθρο του Αναστασίου Φράγκου στην εφ. «ΡΟΔΙΑΚΗ» (20/12/1956), για τη βιοτεχνία του Πιττά αναφέρεται ότι «διακρίνεται για την καθαριότητα, όπως  και για την αρίστη ποιότητα των προϊόντων της, ενώ η παραγωγή πάγου ήταν ευεργετική για το νησί γιατί βοήθησε πολλούς ασθενείς να αναρώσουν!»

Ο Βασίλης ήταν άνθρωπος ευαίσθητος, γέννημα και θρέμμα εκείνης της παλιάς πάστας αυθεντικών καλλιτεχνών, που σήμερα μνημονεύουμε για το ήθος, τι φινέτσα αλλά και το ξεχωριστό στιλ τους.  ‘Εναν τέτοιο χαρακτήρα, τότε τον έλεγαν λεβεντάνθρωπο!

Συχνά έπιανε την κιθάρα και ένα τραγούδι του Γούναρη ή του Μαρούδα. Μα λάτρευε το ελαφρολαϊκό ρεπερτόριο και είχε πολύ καλή και δουλεμένη φωνή. Κι όταν πάλι ήταν στο εργαστήριο και έφτιαχνε τα ξακουστά παγωτά με τις μυστικές συνταγές του, ήταν η κόρη του, η Σοφία, που βοηθούσε, όπως μας λέει συγκινημένη, θα μπορούσε να μην αφήσει ούτε ίχνος για τους πελάτες που περίμεναν τη φρέσκια παγωμένη φουρνιά του! Δεν ήταν μόνο τα παγωτά και τα ξεχωριστά λουκούμια.

Μα έφτιαχνε ακόμη και καραμέλες και στα περιτυλίγματα έγραφε δίστιχα, με καρπάθικες μαντινάδες συνόδευε τη μαεστρία της γλύκας του!

 Ο Βασίλης Πιττάς πέθανε το 1991 στο Linden του New Jersey της Αμερικής. Ο χρόνος έσβησε το άρωμα, τσάκισε το χνάρι κι από εκείνα τα παλιά ζαχαροπλαστεία του νησιού, είμαστε τώρα εμείς και δε θα πρεπε να λησμονούμε τις γενιές που με τα καλιμέντα τους μας ανέθρεψαν και  έκαναν την Κάρπαθο να ξεχωρίζει στα πέρατα του κόσμου.