Ο Ιταλός δικτάτορας Μπενίτο Μουσολίνι και το ελληνικό έπος του 1940

Ο Ιταλός δικτάτορας Μπενίτο Μουσολίνι και το ελληνικό έπος του 1940

Ο Ιταλός δικτάτορας Μπενίτο Μουσολίνι και το ελληνικό έπος του 1940

Rodiaki NewsRoom

ΑΝΑΓΝΩΣΤΗΚΕ 995 ΦΟΡΕΣ

Η Ιστορία, πηγή έμπνευσης για το μέλλον

Γράφει ο Κυριάκος Ι. Φίνας

Πολλά έχουν γραφτεί μέχρι σήμερα για το δωδεκανησιακό πρόβλημα, ιδιαίτερα για την περίοδο της ιταλικής κατοχής.

Μεταξύ των συγγραφέων περιλαμβάνεται και ο Κώος Ιωάννης Ε. Γκίκας, ο οποίος με το βιβλίο του, που κυκλοφόρησε το 1982, με τον τίτλο: «Ο Μουσολίνι και η Ελλάδα» περιγράφει την «ακμή και παρακμή» ενός από τους πρωταγωνιστές της ευρωπαϊκής πολιτικής σκηνής κατά το ήμισυ του 20ού αιώνα, τον Ιταλό Μπενίτο Μουσολίνι, (μπενίτο στα ιταλικά σημαίνει: «ευλογημένο»). Το βιβλίο αυτό ενδιαφέρει ιδιαίτερα τα Δωδεκάνησα, ταυτόχρονα και την Ελλάδα.

Την ίδια χρονική περίοδο η Ιταλία κατέλαβε την Αλβανία και αργότερα την Αιθιοπία. Ο Μουσολίνι προσαγορευόταν: Βenito Mussolini Primo Ministro d’Italia, Duce del Farchis Fondatore dell Impero d’ Ethiopeia. (Πρωθυπουργός, Αρχηγός του Φασισμού, Δημιουργός της Αυτοκρατορίας).

Αλλά και ένα άλλο ακόμα σπουδαιότατο αποτέλεσμα είχε για την Ελλάδα η επίθεση του Μουσολίνι, της έδωσε τα Δωδεκάνησα. Και αυτό γιατί είναι αναμφίβολο ότι, εάν ο Μουσολίνι δεν έμπαινε στον πόλεμο, αλλά τηρούσε στάση ουδετερότητας, τα Δωδεκάνησα θα παρέμεναν οριστικά στην Ιταλία και θα διέτρεχαν τον κίνδυνο, με την πάροδο του χρόνου, να εξιταλισθούν.
Αναμφίβολο, επίσης, είναι ότι εάν η Ιταλία, που μετά μπήκε στον πόλεμο, δεν επετίθετο κατά της Ελλάδας, τα Δωδεκάνησα θα παραχωρούνταν από τους Συμμάχους στην Τουρκία, όλα ή τα κυριότερα.
***

Ο Ιωάννης Γκίκας γεννήθηκε στην Κω της Δωδεκανήσου, πατρίδα του Ιπποκράτη, το 1902. Απόφοιτος του Βενετοκλείου Γυμνασίου και με δίπλωμα στα νομικά των Πανεπιστημίων Αθηνών και Ρώμης εγκαταστάθηκε από το 1925 στην ιταλική πρωτεύουσα, όπου και διορίστηκε μόνιμος ανταποκριτής της «Εστίας», (1926-1932), και ταυτόχρονα στο Γραφείο Τύπου της Ελληνικής Πρεσβείας.

Πάντως είναι γεγονός ότι τα πρώτα χρόνια οι Ιταλοί δεν φέρονταν πολύ άσχημα στον ελληνικό πληθυσμό της Δωδεκανήσου. Αποδείχθηκε, όμως, ότι ενεργούσαν με ύπουλο τρόπο.
“...Nulla Deve bar credete alla Turchia che le isole le satanno quando che sia testituire, mulla deve immitimere la convizione nelle popolazioni che esse non dorianno piu ritornate sotto il domino turco...”(Χ).
(Από τις οδηγίες του Πρωθυπουργού της Ιταλίας Giovanni Giolitti, που δόθηκαν μέσω της διπλωματικής οδού, προς τον πρώτο Στρατιωτικό Διοικητική Giovanni Ameglio).

«...να μη δίνει την εντύπωση ότι θα επιστραφούν οποτεδήποτε τα νησιά στην Τουρκία, ούτε, όμως, και στους κατοίκους να καλλιεργείται η πεποίθηση ότι δεν θα ξαναγυρίσουν πια κάτω από την τουρκική εξουσία...».

Ο Ι. Ε. Γκίκας, αναφερόμενος στη σταδιοδρομία του Μουσολίνι γράφει: «ότι γεννήθηκε στο χωριό Predappio της περιοχής του Φορλί στη Romagna, η οποία, ξακουστή για τα βίαια πολιτικά πάθη των κατοίκων της υπήρξε την εποχή της Γαλλικής Επανάστασης πεδίο συγκρούσεων και εξτρεμιστικών θεωριών. Ο πατέρας του, Αλεσσάνδρο Μουσσολίνι παρακολουθούνταν από την αστυνομία, ως επικίνδυνος στην κοινωνία και στη δημόσια τάξη».

«Από μικρό παιδί, καθώς αναφέρει ο Ι. Ε. Γκίκας, ο Μουσολίνι ήταν βίαιος και καβγατζής. Αποβλήθηκε από δύο σχολεία, γιατί είχε μαχαιρώσει συμμαθητές του με ένα σουγιά. Αργότερα, επίσης, όταν πρωτοπήγε δάσκαλος σε ένα χωριό, μαχαίρωσε την κοπέλα που ήταν ερωμένη του». Διεκήρυσσε ότι ο σοσιαλισμός δεν μπορεί να επιτευχθεί εξελικτικά και ότι η μεταμόρφωση της κεφαλαιοκρατικής κοινωνίας σε σοσιαλιστή δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί με αρνητικά μέσα.

Τόσο στην Ελβετία, όσο και κατόπιν στην Ιταλία, διεξήγε έντονη προπαγάνδα και κατά της θρησκείας, οιασδήποτε θρησκείας, ταυτιζόμενος, σχεδόν, με τους αναρχικούς. Αργότερα, μάλιστα, διέδιδε ότι ντρεπόταν που ζει «σ’ αυτήν» την Ιταλία των ακροβατών και παθητικών, των ταχυδακτυλουργών κάθε πολιτικής. Η Ιταλία δεν έχει λαό, έχει όχλο.

Ο Ι. Ε. Γκίκας, συνεχίζοντας τις αναφορές του για την προσωπικότητα του Μουσολίνι αναφέρει ότι «κατόρθωσε να συνεγείρει τα πλήθη και ότι με μόνο τις γυμνασιακές σπουδές νεαρότατος ακόμα, να επικρατήσει στη σοσιαλιστική κίνηση της περιοχής του και ύστερα από λίγα χρόνια, να αναδειχθεί ένας από τους κυριότερους ηγέτες του σοσιαλιστικού κόμματος και να προχωρήσει... Τον διέκρινε, όμως και ένα είδος τυχοδιωκτισμού. Το όνειρό του, πράγματι, ύστερα ιδίως από την επιτυχία στην Αβησσυνία, ήταν ο πόλεμος και οι κατακτήσεις.

Αταξίδευτος και ημιμαθής, έβλεπε τον κόσμο με το πρίσμα του 19ου αιώνα και των θριάμβων του Ναπολέοντα, τους οποίους και φιλοδοξούσε να επαναλάβει με αναβίωση της ρωσικής αυτοκρατορίας.
Έτσι, ενώ πολλοί πολιτικοί ηγέτες στην Ευρώπη και ιδιαίτερα στην Αγγλία, πίστευαν-βασιζόμενοι στην αυστηρή λογική-ότι, μετά την κατάκτηση της Αβησσυνίας, η Ιταλία θα μεταπηδούσε στην παράταξη των «χορτάτων» και θα υιοθετούσε στο εξής συντηρητική πια πολιτική, ο Μουσολίνι, «προβατόσχημος λύκος», εξηγούσε, απεναντίας στους συνεργάτες του, ότι η αντίληψή του για τη φασιστική Αυτοκρατορία δεν ήταν στατική. Πρέπει-έλεγε-να προχωρήσουμε. Εγώ, ο Μουσσολίνι, γεννήθηκα για να μην αφήσω ποτέ ήσυχους τους Ιταλούς.

«Πρώτα η Αφρική, σήμερα η Ισπανία, αύριο κάτι άλλο. Σ’ αυτό, μάλιστα το «κάτι άλλο» περιλαμβανόταν ούτε λίγο ούτε πολύ μια αιφνιδιαστική επίθεση εν καιρώ ειρήνης, κατά της Αγγλίας.

Είναι, επίσης, χαρακτηριστικό ότι, όταν στις παραμονές της εισόδου της Ιταλίας στον πόλεμο και συγκεκριμένα, στις 27 Μαΐου 1940, ο Ρούζβελτ για να τον συγκρατήσει του έστειλε μήνυμα και προσφερόταν να μεσολαβήσει μεταξύ των συμμάχων και της Ιταλίας για την ικανοποίηση των ιταλικών διεκδικήσεων, προσθέτοντας ότι αναλάμβανε ταυτόχρονα την εγγύηση για την εκτέλεση της επιτευχθησομένης συμφωνίας, ο Μουσολίνι δεν θέλησε καν να δεχθεί τον Αμερικανό Πρέσβη. Τον παρέπεμψε στον Τσιάνο (υπουργό των Εξωτερικών), ο οποίος σημείωσε κατόπιν στο ημερολόγιό του: «Χρειάζεται άλλο για να μεταπεισθεί ο Μουσολίνι. Κατά βάθος δεν είναι ό,τι θέλει τούτο ή εκείνο: θέλει τον πόλεμο. Εάν ειρηνικά μπορούσε να επιτύχει τα διπλάσια των όσων ζητεί, θα αρνείτο».

Παρατήρηση:
Την προαναφερθείσα εγωιστική νοοτροπία την έχουν, όπως φαίνεται μονοπωλειακά, οι «δικτάτορες». Και αναφέρομαι επί του προκειμένου στην τωρινή νοοτροπία του Τούρκου Προέδρου Ταγίπ Ερντογάν. Και αυτός, καθώς διαπιστώνουμε: την τρέχουσα χρονική περίοδο τα θέλει όλα δικά του, όπου με την εξωστρεφή και επιθετική του δράση, συμπεριφέρεται αναίσχυντα, επιδιώκοντας να έχει την απόλυτη κυριαρχία της Μεσογείου και γιατί όχι να μην επιζητήσει και την απόλυτη κυριαρχία των ωκεανών!

Ο Μουσολίνι κατέλαβε
την Κέρκυρα

Στις 27 Αυγούστου 1923, κοντά στα Γιάννενα, ο Ιταλός στρατηγός Τελίνι και άλλοι Ιταλοί, μέλη της Επιτροπής οροθέτησης της ελληνο-αλβανικής μεθορίου δολοφονήθηκαν από ληστές ή τρομοκράτες, που έμειναν άγνωστοι (ΧΧ).

Ο Μουσολίνι αντί να προσφύγει στην Κοινωνία των Εθνών απηύθυνε αμέσως στην Ελλάδα αυστηρό τελεσίγραφο για αίτηση συγγνώμης και αποζημιώσεις. Και επειδή δεν έλαβε ικανοποίηση διέταξε στις 31 Αυγούστου τον βομβαρδισμό και την κατάληψη της Κέρκυρας.

Εν τω μεταξύ, προηγουμένως, στις 28 Οκτωβρίου 1922, ο ιταλικός φασισμός, που παρουσιαζόταν ως κίνημα για την αναστήλωση του νόμου και του Κράτους στην Ιταλία, ποδοπάτησε τους νόμους και αντικατέστησε το Κράτος.

Η εφημερίδα “Corriere della Sera” στις 2 Νοεμβρίου 1922, με τίτλο κειμένου: «Ο φασισμός νίκησε», έγραφε: «...Δεν ζητάμε άλλο πεπρωμένο για την Ιταλία μας, παρά να μπορέσει αύριο να βάλει με τη δράση της νέας φασιστικής κυβέρνησης στον άλλο δίσκο της Ιταλίας τέτοιες αρετές, που ν’ αποδειχθούν ικανές να εξισορροπήσουν τις πικρές αναμνήσεις...».

Επίσης, την ίδια ημέρα, η εφημερίδα “Il Popolo d’ Italia”, έγραφε: «...Ζούμε μία λαμπρή, ακτινοβόλο ώρα. Νιώθουμε τον κόσμο να μας κοιτάζει με φθόνο, αλλά και με θαυμασμό... Σήμερα ολοκληρώσαμε τη νίκη του Βιττόριο Βένετο...».
Δεν είχαν, ωστόσο, περάσει 4 μήνες από την πορεία προς τη Ρώμη του Μουσολίνι (Marcia su Roma) και στην πρωτεύουσα της Ιταλίας (τη Ρώμη) στα Ανάκτορα του Λατερανού ο Μουσολίνι και ο αντιπρόσωπός του Πίου ΙΑ’ υπογράφουν τα πρωτόκολλα των Συνθηκών του Λατερανού, που τερματίζουν το λεγόμενο «ρωμαϊκό» ζήτημα. Η τελετή ήταν επίσημη. Η Ιταλία ξαναγίνεται Χριστιανική. Στη συνέχεια ο Μουσολίνι κατέλαβε την Αλβανία.

Το 1928 ο Ελευθέριος Βενιζέλος και ο Μουσολίνι υπέγραψαν σχετική συνθήκη συμφιλίωσης και περισσότερο τον Δεκέμβριο του 1936, όταν η Ελλάδα αναγνώρισε την προσάρτηση της Αβησσυνίας ακόμη και με τον διορισμό Έλληνα προξένου στην Αδίς Αμπέμπα.

Στα Δωδεκάνησα, ωστόσο, οι Έλληνες υπέφεραν από την ιταλική καταπίεση, ειδικότερα όταν Κυβερνήτης ανέλαβε ο περιβόητος Ντε Βέκκι. Αλλά, λόγοι σύνεσης, προφανώς, επέβαλαν στην ελληνική κυβέρνηση να μη δίνει οποιαδήποτε συνέχεια στο γεγονός.

Η Ιταλία κηρύσσει
τον πόλεμο κατά της Ελλάδας

Ο πρωθυπουργός Ιωάννης Μεταξάς γράφει στο Ημερολόγιό του ότι τη νύχτα στις 3 τον ξυπνούν και ο Ιταλός πρεσβευτής Εμμανουήλ Γκράτσι φθάνει στο σπίτι του στην Κηφισιά και του παραδίδει φάκελο με τη διακοίνωση της ιταλικής κυβέρνησης και περιμένει την απάντηση.

Ο Μεταξάς διάβασε το κείμενο του τελεσιγράφου, που ήταν διατυπωμένο στη γαλλική. Αφού τελείωσε την ανάγνωση απευθύνεται στον έκδηλο αμήχανο Ιταλό διπλωμάτη: "Αlors, c'est la guerre!". Ο Γκράτσι αποχωρεί και ο Μεταξάς πηγαίνει στο υπουργείο των Στρατιωτικών και καλεί τη στρατιωτική και πολιτική ηγεσία και τους ενημέρωσε πλήρως. «Τους τόνισε ότι εκτός από τους Ιταλούς θα πολεμήσουμε και τους συμμάχους τους Γερμανούς».
Δεν απέκλεισε ότι μπορούσε να χαθεί η Μακεδονία και η Ήπειρος ακόμη και η Αθήνα και ότι θα έπρεπε να είμαστε προετοιμασμένοι να πολεμήσουμε στην Πελοπόννησο ή στην Κρήτη, σ’ έναν «πόλεμο τιμής».

Ο αποφασιστικός και επιδέξιος τρόπος που αντιμετώπισαν οι Ένοπλες Δυνάμεις της χώρας μας την ιταλική-φασιστική επιδρομή έδωσαν την ευκαιρία τόσο στο διάσπαρτο ανά την υφήλιο ελληνισμό όσο και τοπικά, στα γεωγραφικά όρια της Πατρίδας μας να αντισταθούμε με γενναιότητα.
Έτσι, η αντιμετώπιση του φασιστικού επιδρομέα επανέφερε στη μνήμη σύσσωμου του ελληνικού λαού τους τίμιους για την Ελευθερία αγώνες του 1821, τα 200 χρόνια των οποίων γιορτάζουμε τώρα.

Ενδεικτικό επί του προκειμένου είναι το ακόλουθο: Όταν τα ξημερώματα της 28ης Οκτωβρίου του 1940 μια μικρή ομάδα δημοσιογράφων πήγαν στο σπίτι του αείμνηστου Εθνικού μας ποιητή Κωστή Παλαμά για να πάρουν τη γνώμη του για την κήρυξη του πολέμου από την Ιταλία, τους είπε:
Αυτό το λόγο θα σας πω δεν έχω άλλο κανένα:
Μεθύστε με τ’ αθάνατο κρασί του Εικοσιένα.
***

«Μετά το Υπουργικό Συμβούλιο συγκλήθηκε Πολεμικό Συμβούλιο υπό την Προεδρία του Βασιλιά, που είχε έρθει, εν τω μεταξύ από το Τατόι.
Εν τω μεταξύ, από της 6ης πρωινής η είδηση κυκλοφόρησε στην Αθήνα:

«Ο Μεταξάς και ο Βασιλιάς έγιναν δεκτοί με πολύ θερμές, σχεδόν υστερικές, εκδηλώσεις∙ είναι οι εκδηλώσεις που χαρακτηρίζουν ενίοτε τους Έλληνες, όταν συναισθάνονται την ευθύνη της μακράς ιστορίας ενός Έθνους, το οποίο συνέβαλε ενεργά στη δημιουργία του Πολιτισμού και εγαλούχησε την ιδέα της Ελευθερίας ως το πολυτιμότερον των αγαθών».

Πεθαίνει ο Μεταξάς
Κατά την κρίσιμη εκείνη ώρα του Αγώνα (γράφει ο Σπ. Β. Μαρκεζίνης) «και εν αναμονή νέας μεγάλης στρατιωτικής, απεβίωσε, στις 29 Ιανουαρίου 1941, από λοίμωξη του αίματος ο Ιωάννης Μεταξάς.
Η συγκίνηση που προκάλεσε ο θάνατός του ήταν, σχεδόν, καθολική και το Λονδίνο τίμησε τον εκλιπόντα συμμαχητή.

Ο Σπ. Β. Μαρκεζίνης στο βιβλίο του: «Πολιτική Ιστορία της Νεωτέρας Ελλάδος», γράφει: «...Ο Ιωάννης Μεταξάς δεν πέτυχε ποτέ να γίνει λαϊκός Ηγέτης, δεν ήταν ιδιαίτερα θαυμαστής του Κοινοβουλευτικού Πολιτεύματος και σπανίως υπήρξε δημοφιλής. Δημοτικότητα απέκτησε προς στιγμήν, όταν η Μικρασιατική καταστροφή τον εδικαίωσε κατά τρόπο τραγικό -είχε εναντιωθεί στη Μικρασιατική εκστρατεία, διότι εκτιμούσε, και πολύ σωστά, καθόσον η εκστρατεία εκείνη υπερέβαινε τις ελληνικές δυνατότητες. Δημοτικότητα θα αποκτήσει πάλι μετά τον τορπιλλισμό της «Έλλης», που θα γενικευθεί το πρωί της 28ης Οκτωβρίου 1940, όταν ως αληθινός Ηγέτης, σταθερά και αταλάντευτα θα δώσει, μόνος στην έπαυλη της Κηφισιάς, την απάντηση στο ιταμό τελεσίγραφο του ιταλικού φασισμού...».

Με τον θάνατο του Μεταξά, τελειώνει ουσιαστικά το καθεστώς της 4ης Αυγούστου. Δεν είχε λήξει όμως η κοινοβουλευτική ανωμαλία, την οποία έφερε η Δικτατορία του.
Η κοινοβουλευτική τάξη θα αποκατασταθεί, ύστερα από έξι χρόνια, με τις εκλογές της 31ης Μαρτίου 1946 και η συνταγματική νομιμότητα με το Δημοψήφισμα της 1ης Σεπτεμβρίου 1946 και την επάνοδο του Βασιλιά Γεωργίου Β’.

ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ:
(X) Esther Menasce: “Gli Ebrei a Rodi. Storia di comunita annientata dai nazisti”, Milano 1992.
(XX) Οι δολοφόνοι, ή τουλάχιστον οι ηθικοί αυτουργοί δεν είναι άγνωστοι. Τον φόνο των μελών της Επιτροπής οργάνωσαν οι Αρχές του Αργυροκάστρου για λογαριασμό της φασιστικής κυβέρνησης του Μουσολίνι που φιλοδοξούσε να προσαρτήσει την Κέρκυρα και να εισβάλει ύστερα στην Ήπειρο.
(ΧΧΧ) Σπ. Β. Μαρκεζίνης. «Πολιτική Ιστορία της Νεωτέρας Ελλάδος». Τόμος Α’ (1936-1940).

Διαβάστε ακόμη

Ελένη Κορωναίου: Ψυχρότητα ή σιωπηλή κραυγή;

Αργύρης Αργυριάδης: Οι 8 πληγές του κράτους δικαίου

Χρήστος Ροϊλός: Τα Επείγοντα στην Ελλάδα λειτουργούν σε συνθήκες μόνιμης κρίσης

Κοσμάς Σφυρίου: Κατάλυση της Δημοκρατίας, σαν σήμερα πριν 59 χρόνια

Ηλίας Καραβόλιας: Οραματιστές της αφθονίας

Γιάννης Παρασκευάς: Βιβλιοθήκη Ρόδιων συγγραφέων και λογοτεχνών

Μαρία Καρίκη: Πόση «ζημιά» μπορεί να κάνει ο εγωισμός ενός ατόμου;

Άγης Βερούτης: Γραφειοκρατία: cui bono