Ι. Καραγιάννης: Διαφορετική η ψυχολογία της 1ης από τη 2η εκλογική αναμέτρηση

Ι. Καραγιάννης: Διαφορετική η ψυχολογία της 1ης από τη 2η εκλογική αναμέτρηση

Ι. Καραγιάννης: Διαφορετική η ψυχολογία της 1ης από τη 2η εκλογική αναμέτρηση

Rodiaki NewsRoom

ΑΝΑΓΝΩΣΤΗΚΕ 1122 ΦΟΡΕΣ

Γράφει ο Καραγιάννης Ιωάννης
Σχολικός σύμβουλος μαθηματικών Ν. Δωδεκανήσου και Κυκλάδων, στατιστικός αναλυτής

Η ψυχολογία των πολιτών για την 1η εκλογική αναμέτρηση με το σύστημα της απλής αναλογικής είναι διαφορετική από την ψυχολογία της δεύτερης εκλογικής αναμέτρησης με το σύστημα της ενισχυμένης αναλογικής.


Αυτό, κυρίως, συμβαίνει γιατί οι ψηφοφόροι, που δεν αποτελούν τον σκληρό πυρήνα των κομμάτων, αντιλαμβάνονται το πιθανότερο σενάριο (σχεδόν πραγματικό), δηλαδή ότι οι εκλογές αυτές δεν πρόκειται θα αναδείξουν αυτοδύναμη κυβέρνηση, όποιο και αν είναι το ποσοστό του πρώτου κόμματος ή/και ότι οι μετεκλογικές συνεργασίες των κομμάτων είναι πολύ δύσκολες (ή και αδύνατες αριθμητικά σε ορισμένες περιπτώσεις) και άρα δεν θα σχηματιστεί κυβέρνηση.

Είναι αυτό που θα λέγαμε «χαλαρή» ψήφος ή/και «δοκιμαστική» ψήφος για τις επόμενες εκλογές με το σύστημα της απλής αναλογικής. Ιστορικά δεν έχει υπάρξει αναλογικότερος εκλογικός νόμος όπως ο Νόμος.

Δυστυχώς δεν υπάρχει εμπειρία από εκλογική αναμέτρηση απλής αναλογικής στη χώρα μας έτσι όπως υπάρχει στον παρόντα νόμο (προσομοιάζει με τις εκλογικές αναμετρήσεις του 1989, Ιουνίου και Νοεμβρίου που ο Κωνσταντίνος Μητσοτάκης δεν κατάφερε να κερδίσει την αυτοδυναμία, το πέτυχε όμως σε αυτές της 8ης Απριλίου του 1990 οριακά με 151 έδρες).

Αυτό έχει ως συνέπεια, θεωρητικά τουλάχιστον, να ενισχύεται η ψήφος στα μικρότερα κόμματα και να προκύπτουν απώλειες για τα μεγαλύτερα κόμματα (κυρίως του 1ου και του 2ου κόμματος) ή με άλλα λόγια το σύστημα δεν ευνοεί την «πολωτική ψήφο».

Αντίθετα, στην εκλογική αναμέτρηση με το σύστημα της ενισχυμένης αναλογικής τίθεται από την αρχή ο πήχης της αυτοδυναμίας (π.χ. 38%) και επομένως υπάρχει «πολωτική ψήφος» ενισχύοντας την επιρροή των δύο πρώτων κομμάτων (και ιδιαίτερα του 1ου κόμματος της αμέσως προηγούμενης εκλογικής αναμέτρησης) και «μειώνει» αριθμητικά την ψήφο στα μικρότερα κόμματα.

Πάντως είναι πολύ δύσκολο, έως και απίθανο, να υπάρξει κυβέρνηση συνεργασίας από την 1η εκλογική αναμέτρηση χωρίς τη συμμετοχή του 1ου κόμματος.

Αυτό διότι το ποσοστό που απαιτείται για την κοινοβουλευτική πλειοψηφία, δηλαδή τις 151 έδρες τουλάχιστον, αντιστοιχεί στο 47% των ψήφων (στην καλύτερη περίπτωση και μόνο αν το αθροιστικό ποσοστό των εκτός βουλής κομμάτων είναι διψήφιο). Αυτό δεν μπορεί να επιτευχεί από το 2ο και 3ο κόμμα (ή ακόμα και με το 4ο/η και 5ο κόμμα) ίσως ούτε και από το 1ο και 3ο κόμμα σε ορισμένες περιπτώσεις.

Μόνο δηλαδή αν είχαμε σύμπραξη 3 ή 4 κομμάτων θα μπορούσε να υπάρξει οριακό σενάριο κυβερνησιμότητας από την 1η εκλογική αναμέτρηση!
Είναι δε πάντα επιτεύξιμη μια κυβέρνηση συνεργασίας με την σύμπραξη του 1ου και 2ου κόμματος που φαίνεται όμως πολιτικά αδύνατη.

Επομένως, το πιθανότερο είναι ότι, ακόμα και με τη θέληση αρκετών κομμάτων για συνεργασία, αυτή να μην μπορεί να επιτευχθεί αριθμητικά, οπότε θα υπάρξει αδιέξοδο συνεργασίας και η προσφυγή σε επαναληπτική εκλογική αναμέτρηση θα είναι μονόδρομος.

Στη δεύτερη εκλογική αναμέτρηση θεωρείται βέβαιο ότι θα προκύψει κυβερνητική πλειοψηφία, είτε ως αυτοδύναμο το 1ο κόμμα (το πιθανότερο) είτε ως αποτέλεσμα συνεργασίας του 1ου κόμματος με κάποιο άλλο (και μάλιστα άνετη σε κοινοβουλευτικές έδρες).

Εδώ δεν τίθεται καν το ερώτημα για συνεργασίες κομμάτων χωρίς τη συμμετοχή του 1ου κόμματος. Απλά δεν υπάρχει καμία τέτοια προοπτική αριθμητικά. Και επειδή, προφανώς, η χώρα δεν θα έχει κανένα περιθώριο και για τρίτη συνεχόμενη εκλογική αναμέτρηση, θα υπάρξει συνεργασία ακόμα και αν οι συνεργαζόμενοι αναγκαστούν να κάνουν... «τα πικρά γλυκά».

Πάντως, στη 2η εκλογική αναμέτρηση αν στη Βουλή εισέλθουν 7 κόμματα, αντί για 6 που είναι σήμερα, η αυτοδυναμία δυσκολεύει αλλά παραμένει και πάλι το πιθανότερο σενάριο.

Τώρα για τον αριθμό των εδρών για το κάθε κόμμα, έχουμε (και με τα δύο εκλογικά συστήματα): Αυτός είναι συνάρτηση του ποσοστού του κάθε κόμματος (που έχει ποσοστό >=3% για να εισέλθει στη βουλή) και του αθροιστικού ποσοστού των εκτός βουλής κομμάτων (αυτών δηλαδή που έχουν ποσοστό <3%).

Όσο μεγαλύτερο θα είναι αυτό το ποσοστό τόσο περισσότερους βουλευτές θα μοιραστούν τα κόμματα που θα μπουν στη βουλή (και κυρίως το 1ο κόμμα).

Τέλος, για τη δεύτερη εκλογική αναμέτρηση το ποσοστό για την αυτοδυναμία μπορεί να κυμανθεί, υπό προϋποθέσεις, από 37,5% έως και αρκετά περισσότερο (π.χ. και 39,5%).

Αν η βουλή που θα προκύψει από τις επαναληπτικές εκλογές αποτελείται από 6 κόμματα είναι πολύ πιθανό να σχηματιστεί κυβέρνηση με ποσοστό περίπου 38-38,5% ενώ αν η βουλή είναι επτακομματική (π.χ με την είσοδο του κόμματος «Έλληνες» του Κασιδιάρη, δυστυχώς!) θα χρειαστεί ποσοστό >39-39,5%!

Η νέα απογραφή πληθυσμού, σύμφωνα με την οποία θα διεξαχθούν και οι δύο εκλογικές αναμετρήσεις, δεν επηρεάζει τον συνολικό αριθμό των βουλευτών του κάθε κόμματος στην επικράτεια αλλά επηρεάζει την κατανομή τους στις εκλογικές περιφέρειες (και όχι μόνο εκεί που ο αριθμός των εδρών αλλάζει λόγω της απογραφής αλλά ενδεχομένως και στις εκλογικές περιφέρειες που δεν αλλάζει ο αριθμός των εδρών, όπως ο Νόμος Δωδεκανήσου, γιατί κυρίως με το σύστημα της ενισχυμένης αναλογικής, στην Β' κατανομή των εδρών, υπάρχει «διαγωνισμός» ποσοστών και υπολοίπων ανάμεσα σε εκλογικές περιφέρειες για υο κάθε κόμμα).

Συμπερασματικά είναι χρήσιμο οι πολίτες να γνωρίζουν τη «λειτουργία» του εκλογικού συστήματος ώστε να γνωρίζουν και τη σημασία της ψήφου τους. Κάθε κόμμα έχει μια στρατηγική, οι επιτελείς του κατανοούν και ερμηνεύουν τα δημοσκοπικά ευρήματα στο «εσωτερικό» του κόμματος τους ανεξάρτητα τι δηλώνουν δημόσια για να διατηρήσουν την ψυχολογία των δυνητικά ψηφοφόρων τους.

Είναι φανερό δημοσκοπικά ότι:
Στην 1η εκλογική αναμέτρηση:
Η Νέα Δημοκρατία επιδιώκει ποσοστό > 33% και αν είναι δυνατόν έως και 36% στην 1η εκλογική αναμέτρηση που αυτό θα εξασφαλίσει αυτοδυναμία στην 2η εκλογική αναμέτρηση.

Ο ΣΥΡΙΖΑ επιδιώκει να έχει την μικρότερη δυνατή διαφορά με την Ν.Δ. καθώς και να κυριαρχήσει στο «κεντροαριστερό» ακροατήριο έναντι του ΠΑΣΟΚ-ΚΙΝΑΛ για μελλοντική «εκλογική χρήση».

Το ΠΑΣΟΚ-ΚΙΝΑΛ να έχει, αρχικά, ως πρώτο στόχο διψήφιο ποσοστό (επομένως αύξηση του ποσοστού του σε σχέση με τις εκλογές του 2019) και δευτερευόντος να επανέλθει σε ποσοστά κοντά σε αυτά του 2009, δηλαδή του 13,25% πανελλαδικά, ώστε να έχει την δυνατότητα να δηλώσει μετεκλογικά «ρυθμιστής» των εξελίξεων και μελλοντικά διεκδικητής της «κεντροαριστερής» πολιτογραφίας έναντι του ΣΥΡΙΖΑ.

Το ΚΚΕ να παραμείνει στα ποσοστά της προηγούμενης εκλογικής αναμέτρησης.
Η Ελληνική λύση να διατηρήσει και, αν είναι δυνατόν, να αυξήσει έστω και 1 ποσοστιαία μονάδα την απήχησή της, ώστε «να έχει λόγο» την επόμενη ημέρα.
Το Μέρα 25 την είσοδό του στη βουλή, δηλαδή ποσοστό >3%.

Οι «Έλληνες» του Κασιδιάρη (αν τελικά επιτραπεί η συμμετοχή τους στις εκλογές ή τεθούν εκτός αναμέτρησης) την είσοδό τους στη βουλή, έστω και οριακά (3%).
Τα άλλα τα μικρότερα κόμματα, απλά να δηλώσουν την παρουσία τους χωρίς προοπτική.

Τέλος, στον Νομό Δωδεκανήσου θεωρείται βέβαιο ότι τις 5 βουλευτικές έδρες θα μοιραστούν αναλογικά μόνο τα τρία κόμματα: Νέα Δημοκρατία, ΣΥΡΙΖΑ και ΠΑΣΟΚ-ΚΙΝΑΛ.

Διαβάστε ακόμη

Αργύρης Αργυριάδης: Αντιπροσωπευτική; Δημοκρατία;

Ελευθερία Μουρσελλά-Δράκου: Η ευεργετική επίδραση του καλού βιβλίου στην ψυχή κάθε παιδιού και εφήβου

Βάιος Καλοπήτας: Η Ρόδος χρειάζεται ενιαίο πλαίσιο για τις παραλίες της

Μαρία Καρίκη: Όταν συναντάς παιδιά θλιμμένα…

Αγαπητός Ξάνθης: «Η ΟΙΚΟΔΟΜΗΣΗ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΗΣ», ένα εγχειρίδιο για όλους και για όλα, της ΕΕ

Ηλίας Καραβόλιας: Ο αλγόριθμος της χαμένης ανθρωπιάς στην εργασία

Κοσμάς Σφυρίου: Οι εκθέσεις της Eurostat & της Ευρωπαϊκής Κ. Τράπεζας διαψεύδουν τον πρωθυπουργό

Ηλίας Καραβόλιας: Η απόλυτη προσομοίωση