Ο Μιχάλης Μελένος, η εμβληματική φυσιογνωμία της Λίνδου που αφήνει ισχυρό αποτύπωμα!
ΑΝΑΓΝΩΣΤΗΚΕ 11574 ΦΟΡΕΣ
Η ζωή και οι σκέψεις του κοσμοπολίτη Λινδιακού
Συνέντευξη στη
Ροδούλα Λουλουδάκη

Αν είναι άνθρωποι που έχουν συνδέσει το όνομά τους με την αισθητική, με τον τουρισμό, με την τέχνη και τα χρώματα, ένας είναι ο Μελένος. Χορτάτος κι από ταξίδια, κι από διαβάσματα, κι από χαρές και εμπειρίες, γεμάτος γλύκα και σοφία, έκανε μόνο καλό στη Λίνδο, αγάπησε και αγαπήθηκε πολύ, κέρδισε τον σεβασμό και τον κράτησε ως πολύτιμο απόκτημα έξω και πέρα από υλικά αγαθά και το χρήμα.
Ήταν μεγάλη η χαρά μου εκείνο το απόγευμα που το ηλεκτρικό αυτοκινητάκι με πήγαινε να τον συναντήσω στην «πάνω γειτονιά». Και ήταν πολύχρωμα όλα, πολυπολιτισμικά όπως και οι φίλοι του που πέρναγαν να τον δουν όπως και η Λίνδος που έλαμπε στο φως του απογεύματος.
«Είμαι Λινδιακός, μου λέει, γεννήθηκα το 1952, γεννήθηκα στο διπλανό σπίτι από αυτό που είναι η καμάρα και βρισκόμαστε τώρα, το οποίο το 1965 το αγόρασαν φίλοι μας Ιταλοί οι οποίοι έχουν πεθάνει. Με ρωτάνε οι φίλοι απ’ όλο τον κόσμο Μιχάλη, πώς ήταν αυτή η γειτονιά;
Λέω, μεγαλώσαμε σ΄ αυτή τη γειτονιά ,την πάνω γειτονιά όπως τη λέμε εμείς στη Λίνδο και θυμάμαι ότι τέτοια ώρα, τα απογεύματα, οι γυναίκες κάθονταν έξω από τα σπίτια τους και συνομιλούσαν, λέγανε ιστορίες. Είχαμε μία Τουρκάλα, τη Ζαλιχέ που μας έλεγε ιστορίες, ήταν η Αναστασία και το Κυριακάκι που είχαν έρθει από απέναντι, από τη Μικρά Ασία, που ήταν κόρη ενός μυλωνά. Αυτές τις ιστορίες τις λέμε με τον Μιχάλη Μαυρίκο, τις αναφέρει στο βιβλίο που θα εκδώσει».
Και το περιμένουμε όλοι το βιβλίο αυτό για τη Λίνδο και τους ανθρώπους της!
Το περιμένουμε. Όλο τον χειμώνα μιλάμε, και μιλάμε γι’ αυτό και τις ιστορίες του. Η Αναστασία, παντρεύτηκε τον Κυριάκο τον ψαρά, μετά ήταν η Ζηνοβία, η Κούλα… μεγαλώσαμε σ΄ αυτή τη γειτονιά.
Ήταν ο Αρχιμανδρίτης ο παπα -Θεοδόσης όπως τον λέγαμε εμείς, μία φανταστική φιγούρα και μιλούσαμε και λέγαμε και δίπλα από εμάς ήταν το σπίτι των Ιωαννίδηδων όπου μένανε η γιαγιά, η αδελφή της η Αθηνά, το σπίτι με τη συλλογή των πιάτων, που ξέρετε. Κι εμάς παιδάκια δεν μας άφηναν να πηγαίνουμε κοντά στη συλλογή, μας κυνηγούσανε.
Μεγάλωσα σ΄ αυτή τη γειτονιά, μια γειτονιά με ντόπιους. Είχαν ξεκινήσει να έρχονται κάποιοι ξένοι να δουν τη συλλογή με τα πιάτα και να ανέβουν στην Ακρόπολη.
Το 1958-59 γυρίστηκε στη Ρόδο μία ταινία όχι τόσο γνωστή, με τον Γιουλ Μπρίνερ, κι είχαν φτιάξει στην παραλία σπιτάκια, εμείς ως παιδάκια κάναμε τους κομπάρσους και μας δίνανε κι εμάς φαγητό, μέσα σε κουτάκια. Εκείνο το διάστημα είχαν αλλάξει την όψη της Λίνδου, κι αυτό έγινε πριν το γύρισμα της ταινίας «Τα κανόνια του Ναβαρόνε», με τη φίλη μου την Ειρήνη Παππά. Κάπως έτσι μεγαλώσαμε.
Ήσασταν από φτωχή οικογένεια, όπως οι περισσότεροι τότε στη Λίνδο!
Ο πατέρας μου ήταν σερβιτόρος στο ιστορικό εστιατόριο των Μαυρίκων, κι εκεί γνώρισε πολλούς διάσημους. Ο μεγαλύτερος αδελφός μου δούλευε στο σπίτι της πρώτης Ιταλίδας, της Μπεατρίτσε Μόντι που αγόρασε το πρώτο και πιο ωραίο σπίτι της Λίνδου! Τον πήρε στη Ιταλία να δουλέψει για να μας βοηθήσει ως οικογένεια.
Όμως, αδελφός μου στα 18 του, το 1966 σκοτώθηκε με μοτοσικλέτα. Στα 15 μου, πήγα στην Ιταλία να φοιτήσω σε Τουριστική Σχολή την οποία και τελείωσα παράλληλα με το Γυμνάσιο, πήγα Λύκειο στην Ιταλία κι άρχισα να μαθαίνω ξένες γλώσσες. Γύρισα, πήγα στον στρατό και την ίδια εβδομάδα μετά από 32 μήνες που απολύθηκα από τον στρατό, έχασα τον πατέρα μου! Ήταν Ιούλιος του 1975. Έπιασα δουλειά ως σερβιτόρος και μετά μου έγινε μία πρόταση για δουλειά από ένα εργαστήρι που υπήρχε, από τα «Αργαλιά» της Λίνδου. Η ιδιοκτήτρια είχε εργαστήριο με αργαλειούς, κι ένα μαγαζί όπου πουλούσε τα υφάσματα. Μ΄ έστειλαν σ΄ ένα εργαστήριο της Θεσσαλονίκης για να μάθω, κι εμένα που πάντα μου άρεσε το κέντημα έμαθα και αργαλειό και να κεντάω.
Βλέπω κεντάτε και τώρα, αυτά τα ωραία κεντήματα!
Κεντάω για να περνάει ωραία η ώρα μου. Μ΄ αρέσει οτιδήποτε έχει να κάνει με τα χέρια, υφαίνω κιόλας. Ο καθηγητής ο Αμερικάνος, στη σχολή, μου έμαθε να υφαίνω, γύρισα, κάναμε φανταστικά υφαντά. Δέκα χρόνια μετά το εργαστήριο έκλεισε, χάρισαν τους αργαλειούς, κι εγώ δούλεψα στην πώληση των υφαντών και των φορεμάτων.
Κάθε χειμώνα πήγαινα στην Ιταλία, ο αδελφός μου ο Χαράλαμπος ζει στην Ιταλία όπως και τα ανίψια μου, ταξίδεψα παντού. Κάποια στιγμή ο δήμος μου ζήτησε να δημιουργήσω ένα γραφείο επικοινωνιών στο οποίο θα απευθύνονταν οι τουρίστες. Έρχονταν όλοι σ΄ εμένα! Την ημέρα μπορεί να εξυπηρετούσα δυόμιση με τρεις χιλιάδες κόσμου. Έμπαινα το πρωί και έβγαινα στις 12 η ώρα τη νύχτα. Έμεινα στο γραφείο από το 1985 για 16 χρόνια.
Τους κάνατε να αγαπήσουν τη Λίνδο μέσα από τη δική σας οπτική!
Μου βάλανε να πουλάω ξένο Τύπο, θυμάμαι όταν σκοτώθηκε η Νταϊάνα τι έγινε με τους Άγγλους. Ουρές για να πάρουν τις εφημερίδες που εκείνη την ημέρα έκαναν δύο και τρεις εκδόσεις. Πριν μου κάνουνε την ερώτηση οι τουρίστες ήξερα τι θα με ρωτούσαν. Μου έβαλαν και συνάλλαγμα. Συνάλλαγμα, πληροφορίες, εφημερίδες. Γνώρισα πολύ κόσμο, απ’ όλο τον κόσμο. Τα πάρτυ με τους Ιταλούς, οι ωραίες μακαρονάδες.
Το κέντρο για τους Ιταλούς ήταν ο Μιχάλης. Τη δεκαετία του ΄60 στη Λίνδο ερχόταν, Ροδούλα, πολύ καλός κόσμος. Από το σπίτι της Μπεατρίτσε Μόντι, πέρασε πολύ καλός κόσμος. Περάσανε οι Ανιέλι, πέρασαν καλλιτέχνες, πέρασαν άνθρωποι που έρχονταν με τα σκάφη τους. Μου άρεσε να τους βοηθάω, να τους διευκολύνω… Έχω φίλους 40 και 50 χρόνια. Έχω πολλά χρόνια φιλίας με την πριγκίπισσα Μπιάνκα Ντι Σαβόια…
Πώς σκεφτήκατε να φτιάξετε το ξενοδοχείο σας, μ΄ αυτόν τον τρόπο που το φτιάξατε, κι έγινε ονομαστό;
Είχαμε ένα μικρό οικόπεδο κοντά στο σχολείο. Και πάντα εγώ ήθελα να φτιάξω ένα σπίτι. Άρχισα λοιπόν στα ταξίδια μου να αγοράζω πράγματα, να κάνω συλλογή από υφάσματα, από μικροπράγματα…
Για παράδειγμα, είμαι στο Μαρόκο στο Μαρακές και βλέπω σ΄ ένα μικρό μαγαζάκι αυτά τα πόμολα τα πορσελάνινα που βάζουμε στις ντουλάπες, σε διάφορα χρώματα. Μου θύμιζε, ένα ντουλάπι που είχαμε στο σπίτι. Τα πόμολα ήτανε μπλε, πράσινα… τα αγόρασα όλα. Τα φέρνω μου λέει η μάνα μου «τι θα τα κάνεις όλα αυτά…», κάτι που με ρωτούσε κάθε φορά που έφερνα πράγματα. Της έλεγα «μαμά, κάποια στιγμή θα φτιάξω ένα σπίτι και θα τα βάλω όλα εκεί»…. Κάποια στιγμή αυτό το σπίτι έγινε, αλλά δεν ήταν πια σπίτι, ήταν ξενοδοχείο.
Όταν είχα πάει στη Λισαβόνα για πρώτη φορά είχανε νοικιάσει οι φίλοι μου οι Ιταλοί ξενοδοχεία, σε διάφορα μέρη της Πορτογαλίας, τα οποία Ροδούλα μου κάνανε εντύπωση. Ήτανε μικρά μοναστήρια τα οποία μετέτρεψαν σε μικρά ξενοδοχεία. Τα είδα και μου μπαίνει η ιδέα. Είπα «θα κάνω ένα ξενοδοχείο». Έρχεται ένας φίλος μου από την Αυστραλία, που ως παιδάκια όταν ήμασταν μας ζωγράφιζε μάσκες των Απόκρεων. Έμεινε πέντε χρόνια μαζί μου. Του έλεγα εγώ , ζωγράφιζε εκείνος. Κι έτσι σιγά-σιγά-σιγά έφτιαξα το ξενοδοχείο. Λειτουργεί από το 2004.
Ένα ξενοδοχείο που είναι ένα μικρό χωριό, μέσα στο χωριό της Λίνδου!
Ήρθαν κι από το Πολυτεχνείο της Αθήνας να δουν πως κατάφερα να φτιάξω από το μηδέν ένα χωριό, μέσα στο χωριό. Ζωγραφίζαμε ταβάνια, γυρνώντας όλα τα σπίτια της Λίνδου, βοτσαλάκια με σχέδια από όλα τα σπίτια της Λίνδου. Έκανα το εστιατόριο που κι αυτό έγραψε ιστορία.
Έκανα 85 γάμους μέσα σε μία σεζόν, σ΄ αυτό. Πολλοί με ρωτάνε «θα τα ξανάκανες όλα αυτά;». Ναι, θα τα ξανάκανα ίσως και καλύτερα ακόμα. Είμαι ευτυχισμένος που το έκανα γιατί κάτι θα αφήσω πίσω μου όταν φύγω μία μέρα. Μου λένε «μα, ξόδεψες πολλά λεφτά».
Ναι και δεν το έκανα για να βγάλω λεφτά. Θα το έκανα διαφορετικά για να βγάλω και λεφτά. Το ξενοδοχείο το έκανα για να μείνει στην ιστορία της Λίνδου. Το 2018 είχα ένα πρόβλημα με την υγεία μου, είναι οι δυο ανιψιές μου πια που το λειτουργούν, η Χρύσα είναι συνέχεια του εαυτού μου αν κι εγώ είμαι πάντα ενεργός. Και είμαι και στο μαγαζί μου.
Τι άλλο θα κάνετε, είναι κάτι που θέλετε;
Θέλω να φτιάξω αυτό το παλιό σπίτι που έχω εδώ απέναντι, να βάλω μέσα τον αργαλειό μου, να υφαίνω. Στην καραντίνα ασχολήθηκα με το κέντημα, ξέρω όλες τις βελονιές από το σχολείο που πήγα. Είμαι σε επαφή με φίλους από το Ουζμπεκιστάν, μαθαίνω κι άλλες βελονιές…
Ταξίδεψα σ΄ όλο τον κόσμο. Αλλά θα ήθελα να πάω στο Ουζμπεκιστάν να δω από κοντά όλα αυτά τα κεντήματα που φτιάχνουν και να πάω στην Ινδία. Αγαπημένη μου πόλη είναι η Κωνσταντινούπολη, έχω πάει πολλές δεκάδες φορές και θυμάμαι πάντα τον αγαπημένο μου και αγαπημένο σου, Αλή.
Τον αγαπημένο μας Αλή τον ράφτη! Έναν ψηλό, ωραίο άντρα που ντυνόταν τόσο ωραία και έντυνε τις διάσημες που γνώριζε και τις Ροδίτισσες που συνωστίζονταν για να τους ράψει!
Ένα φίλο εδώ και 50 χρόνια, με τον οποίο γνώρισα την Τουρκία. Ο Αλή για εμένα ήταν ένα σχολείο, στη ζωή μου. Κι ήταν πάντα κύριος. Είμαι πολύ φίλος με την οικογένειά του.
Τι λέτε για τον θάνατο;
Τη ζωή και τον θάνατο τα χωρίζει μια κλωστούλα. Όχι δεν φοβάμαι τον θάνατο. Το είχα πει και στους γιατρούς μου τότε που είχα το πρόβλημα. Όσο είμαστε εδώ πρέπει να είμαστε καλοί, να αγαπάμε τον κόσμο και να είμαστε χαρούμενοι. Έτσι περνάω τη ζωή μου εγώ, έχω καλούς φίλους. Καμιά φορά βλέπω έξω από το παράθυρο, πως πέρασαν τόσα χρόνια, πότε κιόλας μεγάλωσα, σκέφτομαι. Δεν έκανα λεφτά, δεν μου αρέσουν τα λεφτά. Δώσε μου λεφτά να τα ξοδέψω την άλλη μέρα. Καλύτερα ψωμί και τυρί και να έχεις δέκα καλούς φίλους. Αυτούς που έχω εδώ, που μπαινοβγαίνουν όπως βλέπεις, αυτούς που μου γράφουν απ’ όλο τον κόσμο...

Ακολουθήστε τη Ροδιακή στο Google News