Δρ. Ιωάννης Ηλ. Βολανάκης: «Σκέψεις σχετικά με τον Χρόνο»
ΑΝΑΓΝΩΣΤΗΚΕ 961 ΦΟΡΕΣ
Γράφει ο Δρ. Ιωάννης Ηλ. Βολανάκης
Επίτιμος ΄Εφορος Αρχαιοτήτων
«Κόσμον τόνδε, ούτε τις των θεών εποίησεν, ούτε ανθρώπων, αλλ΄ ην αεί και έστι και έσται πυρ αείζωον».
(Ηράκλειτος ο Εφέσιος , *΄Εφεσος 544 π. Χ. - + 484 π. Χ.)
Ήτοι: «Αυτόν τον κόσμο, δεν τον εδημιούργησε, ούτε κάποιος από τους θεούς, ούτε κάποιος από τους ανθρώπους, αλλά αυτός υπήρχε πάντοτε και υπάρχει τώρα και θα συνεχίσει να υπάρχει και στο μέλλον, διότι εμψυχώνεται από την φωτιά, που ζει πάντοτε και δεν πεθαίνει ποτέ».
Με τον παραπάνω σύντομο, αλλά πλήρη και σαφή αφορισμό του, ο μεγάλος αρχαίος ΄Ελληνας προσωκρατικός φιλόσοφος Ηράκλειτος ο Εφέσιος, ο επικαλούμενος και σκοτεινός, για το δυσνόητο και δυσερμήνευτο πολλών εκ των αφορισμών του, μας εισάγει σε δύο θεμελιώδεις έννοιες, σε αυτήν του χώρου και του χρόνου, αποφαινόμενος αδιαμφισβήτητα για την ύπαρξη και την αϊδιότητα και των δύο. Μία τρίτη έννοια είναι εκείνη της μάζας. Χώρος, χρόνος και μάζα αποτελούν μετρήσιμα μεγέθη.
Αλλά και οι σημερινές επιστήμες της φυσικής, των μαθηματικών και της φιλοσοφίας δέχονται ως θεμελιώδεις έννοιες τον χώρο και τον χρόνο ή χωροχρόνο, όπως συνήθως εκφράζεται. Οτιδήποτε συμβαίνει, λαμβάνει χώρα μέσα στον χώρο και στον χρόνο. Χωρίς τις δύο αυτές βασικές έννοιες, ο άνθρωπος δεν μπορεί να συλλάβει την πραγματικότητα και στη συνέχεια να κατανοήσει, να ερμηνεύσει και να κάνει οικεία του αυτήν.
Σύμφωνα με την Παλαιά Διαθήκη : « Εν αρχή εποίησεν ο Θεός τον ουρανόν και την γην, η δε γη ην αόρατος και ακατασκεύαστος και σκότος επάνω της αβύσσου και πνεύμα Θεού επεφέρετο επάνω του ύδατος». (Γέν. 1, 1-20). Συνεπώς, σε αντίθεση προς τον Ηράκλειτο, ο οποίος εδέχετο την αϊδιότητα του σύμπαντος, η Παλαιά Διαθήκη διδάσκει την δημιουργία αυτού υπό του Θεού. Ο Θεός εδημιούργησε το σύμπαν και μεριμνά για την συντήρηση και την διατήρηση αυτού.
Σύμφωνα με την Αποκάλυψη του Ιωάννου, ο Θεός είναι : «Ο ων και ο ην και ο ερχόμενος» (Ιω., Αποκ. 1,4) και «το Άλφα και το Ω» (Ιω., Αποκ. 1, 8), ήτοι η αρχή και το τέλος του σύμπαντος.
Η έννοια του χρόνου
Για γενικούς σκοπούς η περιστροφή της γης γύρω από τον άξονά της παρέχει την μονάδα μέτρησης του ημερονυκτίου, που διαιρείται σε εικοσιτέσσερις (24) ώρες και η περιφορά της γης γύρω από τον ήλιο, - ουσιαστικά η φαινομενική πορεία του ηλίου που παράγεται από τις ιδιαιτερότητες της γήϊνης τροχιάς - , που ορίζει το ένα έτος (τροπικό έτος) αποτελούν ιστορικά τις αρχικές ημερολογιακές μονάδες, μαζί με την περίοδο της σελήνης (σεληνιακοί μήνες και σεληνιακό έτος).
Ως χρόνος στην φυσική ορίζεται η ακαθόριστος εξέλιξη της ύπαρξης των γεγονότων στο παρελθόν, το παρόν και το μέλλον, θεωρουμένη ως σύνολο. Γενικά ως χρόνος χαρακτηρίζεται η ακριβής μέτρηση μίας διαδικασίας από το παρελθόν στο μέλλον. Οι καθημερινές μας εμπειρίες αποδεικνύουν, πως ο χρόνος «κυλάει» με τον ίδιο πάντα ρυθμό και μόνο προς μία κατεύθυνση : από το παρόν προς το μέλλον. Η κίνηση αυτή γενικότερα, ούτε μπορεί να διακοπεί, αλλά και ούτε να αντιστραφεί.
Με τον χρόνο ασχολήθηκαν και εξακολουθούν να ασχολούνται, τόσο η φιλοσοφία, όσο και η φυσική, τα μαθηματικά, η αστρονομία, η αστρολογία κλπ., διαμορφώνοντας ενίοτε αντιφατικές απόψεις για το νόημά του. Επί της ουσίας οι διαφοροποιήσεις δεν αφορούν στις μονάδες μετρήσεως του χρόνου, αλλά στο εάν ο χρόνος ως οντότητα είναι δυνατόν να μετρηθεί ή αποτελεί απλά τμήμα του μετρικού συστήματος.
Ο χρόνος στην ανθρώπινη συνείδηση
Ο κύκλος ημέρας και νύκτας ρυθμίζει στον άνθρωπο, στα ζώα και στα φυτά και γενικά σε όλα τα έμβια όντα, το βιολογικό των ρολόϊ (Κιρκαδικός ρυθμός – έκρυση Μελατονίνης), το οποίο φαίνεται να είναι αρκετά ακριβές. Επί παραδείγματι, συχνά ξυπνάμε λίγα μόλις λεπτά προτού να κτυπήσει το ξυπνητήρι, που έχομε βάλει για να μας ξυπνήσει. Ωστόσο υπάρχουν περιπτώσεις, που ο χρόνος φαίνεται να περνά πιο αργά ή και πιο γρήγορα. Πρόκειται για το υποκειμενικό βίωμα του χρόνου ή περί της λεγόμενης διαστολής ή της συστολής του χρόνου.
Όταν ζούμε κάτι το ευχάριστο, έχομε την υποκειμενική αίσθηση, ότι ο χρόνος περνάει πολύ γρήγορά, ενώ όταν βιώνουμε κάτι το δυσάρεστο ή περιμένομε κάποιο αγαπημένο μας πρόσωπο και αυτό καθυστερεί να έλθει, έχομε πάλι την υποκειμενική αίσθηση, ότι ο χρόνος έχει σταματήσει. Ένεκα τούτου γίνεται λόγος για την συστολή και την διαστολή του χρόνου, που είναι βιώματα τελείως υποκειμενικά και σχετικά.
Ο άνθρωπος μετά την γέννησή του αρχίζει αργά και σταθερά να προσαρμόζεται στον χώρο και στον χρόνο. Ενωρίτερα προσανατολίζεται στον χώρο και αργότερα βιώνει τον χρόνο. Σε περίπτωση σοβαρής κακώσεως του εγκεφάλου από ατύχημα ή εγχείριση, κατά το στάδιο της ανανήψεως πρώτα επέρχεται ο προσανατολισμός στον χώρο και αργότερα η προσαρμογή στον χρόνο.
Ο αρχαίος ΄Ελληνας τραγικός ποιητής Σοφοκλης (*Αθήναι 496 - + 406 π. Χ.) αναφερόμενος στον χρόνο παρατηρεί τα εξής : «΄Απανθ΄ ο μακρός καναρίθμητος χρόνος φύει τ΄ άδηλα και φανέντα κρύπτεται». (Σοφοκλής, Αίας 646).
Ο δε φιλόσοφος Καρνεάδης ο Κυρηναίος (*Κυρήνη 214 π. Χ. - + Αθήναι 128 π. Χ.) γράφει τα επόμενα, σχετικά με τον χρόνο : « Νόημα και μέτρον τον χρόνον είναι, ου πράγμα», υπονοώντας, ότι ο χρόνος δεν έχει υλική υπόσταση, τον βιώνουμε, τον εννοούμε, τον μετρούμε, όμως δύσκολα μπορούμε να τον περιγράψουμε.
Η Ιστορία συνιστά συντελεσμένη πραγματικότητα, ενώ η Ουτοπία – ελληνογενής ξενικός όρος, ο οποίος εδημιουργήθη το έτος 1516 μ. Χ. από τον ΄Αγγλο φιλόσοφο Sir Thomas More (* 1478 - + 1535) - φαντάζει ως κινούμενη άμμος, με ρευστό περιεχόμενο και αβέβαιη έκβαση και περιμένει την δικαίωσή της από το μέλλον
Οι σχέσεις του ανθρώπου με τις τρεις βασικές υποδιαιρέσεις του χρόνου : παρελθόν, παρόν, μέλλον, ποικίλουν, ανάλογα με τις θρησκευτικές πεποιθήσεις, τις επιστημονικές γνώσεις και την κοσμοθεωρία και βιοθεωρία εκάστου.
Όμως βασική θέση είναι, ότι οι άνθρωποι δημιουργούν το μέλλον των, ότι οι σημερινές καταστάσεις είναι αποτέλεσμα των χθεσινών αποφάσεων, όπως το αύριο θα είναι αποτέλεσμα των σημερινών επιλογών, παρότι το μέλλον δεν μπορεί να προβλεφθεί.
Ο Γάλλος φιλόσοφος και συγγραφέας Αlbert Camus (*1913- + 1960, Βραβείο Νομπέλ Λογοτεχνίας 1957), στο έργο του «Η Πανούκλα» μεταξύ άλλων τονίζει, ότι ο άνθρωπος σε κάθε στιγμή της ζωής του καλείται να επιλέξει, μεταξύ αυτού που κρίνει ορθό να πράξει και αυτού που δεν θα πράξει. Από τις επιλογές του αυτές κρίνεται το μέλλον και ολόκληρη η ζωή του. Για τις θετικές και αρνητικές του επιλογές εκείνος και μόνο φέρει ακέραια την ευθύνη και κανείς άλλος. Πρόκειται για την έννοια της ατομικής ευθύνης, κατ΄ ουσίαν της ηθικής υπό ευρύτερη έννοια, η οποία προσδιορίζει και χαρακτηρίζει την προσωπικότητα εκάστου ανθρώπου.
Επειδή κάθε έμβιο ον, από την στιγμή που γεννάται, είναι απολύτως βέβαιο ότι και κάποτε θα πεθάνει, ο θάνατος αποτελεί γεγονός αδιαμφισβήτητο. ΄Όμως οι γνώμες περί του θανάτου ποικίλουν. Ο Ελβετός φιλόσοφος και συγγραφέας Pascal Mercier (ψευδώνυμο του Peter Bieri, *Βέρνη Ελβετίας 1944- + 2023) παρατηρεί σχετικά τα εξής :
«Η αιωνιότητα θα ήταν κόλαση για τον άνθρωπο… Γιατί ένα είναι σίγουρο : θα ήταν σκέτη κόλαση αυτός ο παράδεισος της αθανασίας. Είναι ο θάνατος που δίδει στην στιγμή την ομορφιά και την φρίκη της. Μόνο χάρις στον θάνατο είναι ο χρόνος ζωντανός χρόνος».
(Pascal Mercier, Δέος και φρίκη ενώπιον του θείου Λόγου).
Η φύση του χρόνου
Η φύση του χρόνου υπήρξε ένα από τα μείζονα προβλήματα της φιλοσοφίας, από την αρχαιότητα μέχρι και σήμερα. Στις πολλές και αντικρουόμενες απόψεις, οι οποίες κατά καιρούς έχουν διατυπωθεί σχετικά με το θέμα αυτό, η θεμελιώδης ιδεαλιστική λύση, η οποία επιτρέπει σε διαφορετικές στιγμές, να συνυπάρχουν στο αντικείμενο της ενόρασης, προτάθηκε από τον ΄Αγιον Αυγουστίνο, Επίσκοπο Ιππώνος (* Ταγάστη Νουμιδίας, σημερινή Αλγερία, 354 μ. Χ., + Ιππώνα 430 μ. Χ., Επίσκοπος Ιππώνος 395-426 μ. Χ. ) και είναι ορατή στη φιλοσοφία των : Λάϊμπνιτς, Τζορτζ Μπέρκλεϊ, Εμμάνουελ Καντ και Ανρί Μπερξόν. Ο ΄Αγιος Αυγουστίνος αναφερόμενος στον χρόνο μεταξύ άλλων παρατηρεί και τα εξής :
«Τί είναι λοιπόν, ο χρόνος; Αν δεν με ερωτά κανείς, γνωρίζω. Αν όμως θέλω να το εξηγήσω σε κάποιον άλλον, ο οποίος με ερωτά, δεν γνωρίζω. Αλλά σε κάθε περίπτωση τολμώ να πω, πώς τούτο γνωρίζω: Αν τίποτε δεν ετελείωνε, δεν θα υπήρχε παρελθόν. Αν τίποτε δεν επλησίαζε, δεν θα υπήρχε μέλλον. Αν τίποτε δεν υπήρχε, δεν θα υπήρχε και παρόν. ΄Όμως πώς είναι δυνατόν, να υπάρχει το παρελθόν και το μέλλον, αφού το παρελθόν επέρασε και το μέλλον δεν έχει έρθει ακόμη;
Από την άλλη: Αν το παρόν ήταν πάντα παρόν και δεν κυλούσε, το παρελθόν δεν θα ήταν χρόνος, αλλά αιωνιότητα. Αλλά, εάν ήταν το παρόν μόνον χρόνος, γιατί κυλά στο παρελθόν, που μπορούμε να πούμε ότι υπάρχει; Υπάρχει, μόνο γιατί κάποια στιγμή θα πάψει να υπάρχει. Το μόνο, λοιπόν, που μπορούμε να βεβαιώσουμε είναι, ότι ο χρόνος οδηγεί στην μη ύπαρξη». (Ιερός Αυγουστίνος Εξομολογήσεις ΧΙ, 14).
Ο μυθικός χρόνος
Σημαντική παράμετρος στην αντίληψη του χρόνου είναι η συνείδηση του μύθου, ως «αληθινής ιστορίας» και όχι ως παραμυθιού, όπως το αντιλαμβάνεται ένα μεγάλο τμήμα της ανθρωπότητας. Και τούτο, διότι η έννοια μύθος και η έννοια χρόνος είναι αναπόσπαστα συνδεδεμένες, καθώς ο μύθος παράγει τον χρόνο, του δίνει περιεχόμενο και μορφή. Ο μύθος και η πραγματικότητα είναι άρρηκτα συνυφασμένες έννοιες, με κυριολεκτική έκφραση μέσα στην ζωή. Υπό αυτήν την έννοια, ο μύθος είναι ζωή και η ζωή είναι μύθος.
Πέραν όμως από αυτό, ο μύθος ανάγει την συνείδηση στην αδιαφοροποίητη αρχή του κόσμου, στον αρχέγονο χρόνο. Η αρχή του κόσμου της ανθρωπότητας, η αρχή της ζωής και του θανάτου, του ζωϊκού και του φυτικού βασιλείου, η αρχή του κυνηγιού και της καλλιέργειας, η αρχή της φωτιάς, της λατρείας, των μυϊτικών τυπικών και των θεραπευτικών δυνάμεων, είναι γεγονότα απομακρυσμένα στον χρόνο. Εκεί έχει τα θεμέλιά της η σημερινή ζωή και από εκεί αντλούν την καταγωγή των οι σύγχρονες κοινωνικές και πολιτιστικές δομές.
Ο μύθος είναι ιερή ιστορία. Η αφήγηση των μύθων της δημιουργίας ενσωματώνεται στις παγκόσμιες λατρείες, γιατί οι μύθοι είναι από μόνοι των λατρεία και συνεισφέρουν στον σκοπό για τον οποίον έχουν εγκαθιδρυθεί οι λατρείες σε όλον τον κόσμο. Η υπενθύμιση της δημιουργίας βοηθεί στην επιβεβαίωση της συνέχειας, της διάρκειας και της αποτελεσματικότητας της ανθρωπότητας.
Ο Έσχατος χρόνος
Με τον έσχατο χρόνο ή την Εσχατολογία, εννοείται η άποψη των ανθρώπων για γεγονότα, τα οποία πρόκειται να συμβούν στα όρια του δημιουργημένου κόσμου, για το τί υπήρξε πριν την δημιουργία του και για το τί θα υπάρξει μετά του τέλος του. Η Εσχατολογία περιλαμβάνει την δόξα και το μεγαλείο της πρώτης ημέρας της δημιουργίας του σύμπαντος, καθώς και τον τρόμο της τελευταίας ημέρας, του τέλους αυτού.
΄Όπως η έναρξη υπονοεί μίαν αρχέγονη αρχή, έτσι και κάθε τέλος προϋποθέτει μία ολοκλήρωση, μία «τελική κρίση». Οπωσδήποτε μέσα σε ένα εκδηλωμένο και συνεπώς δυαδικό σύμπαν, ο αρχέγονος χρόνος βρίσκει το ταίρι του. στον έσχατο χρόνο, αλλά μόνο όταν η ανθρωπότητα προχωρήσει αρκετά στην οδυνηρή συνειδησιακή της αφύπνιση, επιλέγοντας για τον εαυτόν της, είτε τον υπέρτατο τρόμο ή την αιωνία ευδαιμονία.
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
Ιωάννου Θεολόγου, Αποκάλυψις.
Ιερός Αυγουστίνος, Επίσκοπος Ιππώνος, Εξομολογήσεις.
Αντώνης Λιάκος, Αποκάλυψη, Ουτοπία και Ιστορία.
Albert Camus, H Πανούκλα.
Pascal Mercier, Δέος και φρίκη ενώπιον του θείου Λόγου.
Thomas More, De insula Utopia (Περί της Ουτοπίας νήσου), 1516 (CW 4).
https:hereticalideas.gr/2019/12/o-xronos kai -o- anthropos.html.
https://el.wikipedia/wiki/Χρόνος.

Ακολουθήστε τη Ροδιακή στο Google News