Δρ. Ιωάννης Ηλ. Βολανάκης: Κιτρέα η λεμονέα (Citrus limon), κοινώς λεμονιά

Δρ. Ιωάννης Ηλ. Βολανάκης: Κιτρέα η λεμονέα (Citrus limon), κοινώς λεμονιά

Δρ. Ιωάννης Ηλ. Βολανάκης: Κιτρέα η λεμονέα (Citrus limon), κοινώς λεμονιά

Rodiaki NewsRoom

ΑΝΑΓΝΩΣΤΗΚΕ 838 ΦΟΡΕΣ

ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΑ ΚΑΙ ΑΡΩΜΑΤΙΚΑ ΦΥΤΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΑΣ

Γράφει ο Δρ. Ιωάννης Ηλ. Βολανάκης

Επίτιμος Έφορος Αρχαιοτήτων

Η Κιτρέα η λεμονέα (Citrus limon), κοινώς λεμονιά, είναι είδος φυτού, το οποίο ανήκει στη Συνομοταξία Αγγειόσπερμα (Angiosperms), στην Ομοταξία Δικοτυλήδονα (Eudicots), στην Τάξη Σαπινδώδη (Sapindales), στην Οικογένεια Ρουτίδες (Rutaceae), στο Γένος Κιτρέα (Citrus) και στο Είδος λεμονέα (limon). Στο γένος αυτό περιλαμβάνονται όλα σχεδόν τα εσπεριδοειδή.

Η λεμονιά κατάγεται πιθανώς από τις υποτροπικές περιοχές της ΝΑ Ασίας. Στην Ελλάδα έγινε γνωστή πιθανώς κατά την εποχή του Διοσκουρίδου του Πεδανίου ή Αναζαρβέως (*περίπου 10 μ. Χ. - 90 μ. Χ.). Κατά τον 11ον-15ον αι. μ. Χ. η καλλιέργεια της λεμονιάς μετεφέρθη από τους Άραβες στην Ισπανία. Το έτος 1493 μ. Χ. ο Χριστόφορος Κολόμβος (*1451- + 1506, ο οποίος, ως γνωστόν, κατά το 1492 ανεκάλυψε την Αμερική) μετέφερε τη λεμονιά στην Αϊτή και από εκεί ακολούθως μετεφέρθη στη Φλόριντα της Αμερικής.

Η λεμονιά καλλιεργείται ευρύτατα στις παρά τη Μεσόγειο Θάλασσα κείμενες χώρες και κυρίως στην Ισπανία, Ιταλία, Σικελία, Νότια Γαλλία, Κορσική, Ελλάδα, Τουρκία, Ισραήλ, Βόρεια Αφρική κ.λπ.. Επίσης καλλιεργείται στις Η. Π. Α., στην Αυστραλία, τη Νέα Ζηλανδία κ.λπ., τόσο για τους καρπούς της, τα λεμόνια, όσο και για τα αιθέρια έλαια και το κιτρικό οξύ.

Η λεμονιά είναι δένδρο αειθαλές ή αείφυλλο (ύψους 3,00-5,00 μ.), έχει κορμό με φλοιό λείο, γκρίζο-σκούρο, κόμη στρογγυλοειδή, με κανονική διακλάδωση και βλαστούς ευλύγιστους και ακανθωτούς. Τα φύλλα της λεμονιάς είναι δερματώδη, βαθυπράσινα κατά την άνω αυτών πλευρά και χρώματος ανοικτού πρασίνου κατά την κάτω αυτών πλευρά, ωοειδή, προμήκη, ολίγον πριονωτά, μυτερά και με μικρό πτερύγιο στον μίσχο αυτών.

Τα άνθη της λεμονιάς είναι λευκά ή λευκοϊώδη, πολύ ευώδη και αναφαίνονται κατά τις μασχάλες των φύλλων ή τις κορυφές των κλάδων. Έκαστο άνθος φέρει κάλυκα, ο οποίος έχει πέντε οδοντώσεις και ισάριθμα πέταλα και πολυπληθείς στήμονες (20-40), οι οποίοι κατά κανόνα είναι συνενωμένοι μεταξύ των. Η ωοθήκη είναι πολύχωρος και τοποθετημένη επί παχέος και κυλινδρικού ποδίσκου, ο οποίος περατούται σε πεπλατυσμένο στίγμα.

Υπάρχουν περισσότερες ποικιλίες λεμονιάς, από τις οποίες οι γνωστότερες είναι οι επόμενες:

  1. Λεμονέα η αγρία (Citrus limonium silvestris).

Αυτή διακρίνεται από τα ακανθωτά φύλλα της και τους ωοειδείς καρπούς της.

  1. Λεμονέα η κιτροειδής (Citrus limonium vulgaris).

Πρόκειται για την περισσότερο γνωστή και διαδεδομένη ποικιλία, η οποία καλλιεργείται στις διάφορες χώρες της νότιας Ευρώπης.

  1. Λεμονέα η κιτροειδής η ελληνική (Citrus Limonium graecum).

Είναι η περισσότερο διαδεδομένη και καλλιεργουμένη ποικιλία στην Ελλάδα και παραπλήσια της Λεμονέας της ισπανικής (Citrus limonium hispanicum).

Έχει ύψος 3,00-4,000 μ. και φέρει ευμεγέθη καρπό, με όξινη γεύση.

Τα άνθη της λεμονιάς θεωρούνται σύμβολα της αγνότητας και ένεκα τούτου χρησιμοποιούνται (φυσικά ή τεχνητά) στις γαμήλιες τελετές. Επίσης με άνθη λεμονιάς συνηθίζεται να κοσμούνται οι εφέστιες εικόνες των ναών, κατά τις διάφορες εορτές αυτών, καθώς και το κουβούκλιο του Επιταφίου κατά τη Μεγάλη Παρασκευή. Τα άνθη της λεμονιάς χρησιμοποιούνται επίσης για την παρασκευή ορισμένων αρωμάτων.

Ο καρπός της λεμονιάς, τα λεμόνια, είναι ωοειδής ή προμήκης ράγα, με επάκρια μαστοειδή θηλή και κατά την ωρίμανση κιτρινωπός. Το περικάρπιο (φλοιός) είναι πλούσιο σε αιθέρια έλαια και η σάρκα έχει άφθονο ξινό και αρωματικό χυμό, ο οποίος περιέχει ποσότητες των βιταμινών Α και Β.

Η πλουσιότερη παραγωγή λεμονιών είναι χειμωνιάτικη, όμως υπάρχουν και ποικιλίες, οι οποίες ωριμάζουν τους καρπούς των το καλοκαίρι και με κατάλληλη τεχνική της καλλιέργειας μπορεί ο κύκλος της παραγωγής να διευρυνθεί καθ΄ όλο το έτος.

Στην Ελλάδα η λεμονιά καλλιεργείται σε περιοχές θερμές και οι οποίες προστατεύονται από την παγωνιά και δεν είναι εκτεθειμένες στους βόρειους ψυχρούς ανέμους, όπως είναι: η Αργολίδα, η Κορινθία, η Τροιζηνία, η Αχαΐα, η Μεσσηνία, οι Κυκλάδες, η Κρήτη, η Ρόδος, η Χίος κ.λπ..

Οι λεμονιές ευδοκιμούν σε καλώς αεριζόμενα εδάφη, αλλά και σε πολύ αβαθή. Σε εδάφη, τα οποία δεν αερίζονται καλώς, παρατηρείται η ασθένεια, που ονομάζεται «βαθμιαία εξασθένηση» και είναι μία σταδιακή νέκρωση των ριζών, που οδηγεί το δένδρο σε μαρασμό. Επίσης οι χαμηλές θερμοκρασίες κατά την διάρκεια του χειμώνα (-5ο C έως - 7ο C) προκαλούν μεγάλες ζημίες στις λεμονιές, ακόμη και στο ξύλο αυτών.

Οι λεμονιές πολλαπλασιάζονται με μοσχεύματα, αλλά συνηθέστερα με εμβολιασμό της επιθυμητής ποικιλίας σε υποκείμενο νερατζιάς, ταχύκαρπης λεμονιάς, πορτοκαλιάς ή Κιτρέας της λιμέττας (Citrus limetta).

Οι λεμονιές χρειάζονται κυρίως λιπάνσεις αζώτου, ενώ από τα υπάρχοντα στοιχεία δεν είναι σίγουρο, αν έχουν μεγαλύτερες ανάγκες από τα άλλα δένδρα. Ζημιές μπορεί να προκαλέσει η τροφοπενία ψευδαργύρου, οι οποίες όμως διορθώνονται με ψεκασμούς από θειϊκό ψευδάργυρο.

Εάν οι λεμονιές δεχθούν τις στοιχειώδεις καλλιεργητικές φροντίδες, τότε διφορίζουν, ήτοι ανθίζουν και καρποφορούν τουλάχιστον δύο φορές τον χρόνο. Υπάρχει όμως και μία ιδιαίτερη ποικιλία λεμονιάς, η δίφορη ή εφτάκοιλη, η οποία καρποφορεί σχεδόν καθ΄ όλη την διάρκεια του έτους.

Ποικιλίες λεμονιάς, οι οποίες καλλιεργούνται στην Ελλάδα είναι μεταξύ άλλων και οι εξής: η χιώτικη, η άσπερμη βενετική, η ροδίτικη, η καρυστινή και άλλες. Στην Πελοπόννησο και σε άλλες περιοχές καλλιεργείται η κιτρολεμονιά ή πατρολεμονιά, η οποία είναι πολύ ευαίσθητη στο κρύο. Η χονδρή, τρυφερή, γλυκιά και αρωματική φλούδα του καρπού της χρησιμοποιείται στην οικιακή ζαχαροπλαστική.

Ξενικές ποικιλίες λεμονιάς είναι μεταξύ άλλων και οι επόμενες: Eureka (ΗΠΑ), Villafranca (Ιταλία), Lisbon (Αυστραλία), Meyer (λεμονοπορτάκαλο, Κίνα), Ponterosa και Cuban shaddock (υβρίδια λεμονιάς Χ κιτριάς), di Porshapo και Millesweel (γλυκιές λεμονιές), Perrine (υβρίδιο λεμονιάς Χ λιμέττας), η μικρόκαρπη (παστολεμονιά, φραγκολεμονιά) και άλλα.

Ο χυμός του λεμονιού είναι δροσιστικός, στυπτικός, ευστόμαχος και έχει ελαφρά αντιμικροβιακή ενέργεια. Επίσης, χρησιμοποιείται για τοπικές απολυμάνσεις, όπως της στοματικής κοιλότητας (γαργάρες) και για άλλες χρήσεις. Τα λεμόνια χρησιμοποιούνται στη μαγειρική, τη ζαχαροπλαστική, την ποτοποιία (λεμονάδες, λικέρ), τη φαρμακευτική, ως αντισκορβουτικό, αποστειρωτικό και αντιρρευματικό (κιτρικό οξύ) κ.λπ..

Από τον φλοιό του λεμονιού εξάγεται το λεμονέλαιο, αιθέριο έλαιο με κίτρινο χρώμα και βασικά συστατικά το λεμονένιο, πηκτίνες, ρητίνες και πικρές ουσίες. Χρησιμοποιείται στην ποτοποιία, την ζαχαροπλαστική, στην παρασκευή αρωμάτων και ιδιαίτερα κολόνιας. Από τα κατώτερης ποιότητας και μη εμπορεύσιμα λεμόνια εξάγεται το κιτρικό οξύ. Με τον φλοιό και τον χυμό του λεμονιού αρωματίζονται πολλές τροφές, σάλτσες, ροφήματα και ποτά.

Σε ένα φλιτζάνι τσάι μία φέτα λεμονιού του προσδίδει άρωμα και γεύση. Από τα άνθη της λεμονιάς παρασκευάζονται στην χώρα μας γλυκά κουταλιού. Από τον φλοιό και την σάρκα του λεμονιού παρασκευάζεται πολύ αρωματική και εύγεστη μαρμελάδα. Λίγες σταγόνες χυμού λεμονιού σε ένα ποτήρι νερό κατά το θέρος, προσδίδουν σε αυτό άρωμα, γεύση και θεωρείται ότι έχει αντιμικροβιακή δράση και ότι διαλύει τις πέτρες στα νεφρά και την ουροδόχο κύστη ή αποτρέπει την δημιουργία αυτών.

Κατά την παρασκευή μαρμελάδας από διάφορα φρούτα, ρίπτεται στο μείγμα κατά την διάρκεια του βρασμού ο χυμός ενός λεμονιού, διότι αυτός, αφενός μεν προσδίδει στην μαρμελάδα άρωμα και αφετέρου αποτρέπει το «ζαχάριασμα», ήτοι τη δημιουργία κρυστάλλων ζάχαρης στο μείγμα της μαρμελάδας. Επειδή ο φλοιός του λεμονιού είναι πλούσιος σε πηκτίνες, αυτός χρησιμοποιείται στο μείγμα της μαρμελάδας, προκειμένου αυτή να δέσει καλύτερα.

Στην Ελλάδα καλλιεργούνται περίπου 5.600.000 δένδρα λεμονιάς, από τα οποία τα 4.500.000 σε κανονικούς δενδρώνες και παράγουν περίπου 200.000 τόνους λεμόνια ετησίως. Από την παραγωγή αυτή των λεμονιών το μεγαλύτερο μέρος καλύπτει την ζήτηση της εσωτερικής αγοράς, ενώ ένα σημαντικό μέρος εξάγεται σε διάφορες χώρες, κυρίως της κεντρικής και της βόρειας Ευρώπης, όπου λόγω του ψυχρού κλίματος δεν καλλιεργείται η λεμονιά.

Τα λεμόνια κανονικά δεν θα πρέπει να λείπουν ποτέ από το σπίτι. Και αυτό, τόσο για τις ποικίλες χρήσεις των, όσο και για τις βιταμίνες, τις οποίες περιέχουν και την αντιμικροβιακή των δράση γενικά.

Αρχαία Γραμματεία

Ο Διοσκουρίδης αναφέρεται στα «Μηδικά» ή «Περσικά μήλα» ή «Κιτρία», τα οποία ορισμένοι ερευνητές ταυτίζουν με τα κίτρα, ενώ άλλοι με τα λεμόνια. Πρόκειται δε οπωσδήποτε για είδος εσπεριδοειδών. Σχετικά αναφέρει τα επόμενα:

«Τα δε Μηδικά λεγόμενα ή Περσικά ή κεδρόμηλα, Ρωμαϊστί δε κίτρια, πάσι γνώριμα. Φυτόν γαρ εστι καρποφορούν δι΄ όλου του έτους επαλλήλως, αυτό δε το μήλον επίμηκες, ερρυτιδωμένον, χρυσίζον τη χρόα, ευώδες μετά βάρους, σπέρμα έχον απίω εοικός.

Δύναμιν δε έχει ποθέντα εν οίνω αντενεργείν θανασίμοις, κοιλίαν τε υπάγειν, διάκλυσμα τε εστι προς ευωδίαν στόματος το αφέψημα και ο χυλός αυτών. Βιβρώσκεται δε μάλιστα υπό γυναικών προς την κίσσαν. Φυλάττειν δε και ιμάτια δοκεί άβρωτα επιτιθέμενα κιβωτίοις».

(Διοσκουρίδης, Περί ύλης ιατρικής 1, 115).

Λαϊκή Ιατρική

  1. «Εις δυσουρίαν, ήτοι φιάγκον

Ρεπανόζουμον 2 ουγγίες και άλλο τόσον λεμονόζουμον και ρακί μία ουγγία ένοσον, πίνε 3 ταχινές (και ιαθήσεσαι)».

(Ν. Ε. Παπαδογιαννάκης, Κρητικό Ιατροσόφιον του 19ου αιώνα (Ρέθυμνο 2001), σ. 115-116).

2) «Εις το κοινήσαι την κοιλίαν ανόδυνος

Σκαρολάχανον, αμολόχα, τζόχον, ροδίκιον, γλυκορίζη και μισώ λεμόνη, πήτερα καθάρια, λάδι, αλάτζι, μέλι, βάλε τα όλα εις τζικάλιον πήλινον, φράξον καλά, έως να βράσουν καλά και ας πήνη το ζουμί εκείνον νηστικός (ο πάσχων) και κοινηθήσεται».

(Ν. Ε. Παπαδογιαννάκης, έ.α., σ. 101-102).

3) «Εις ψόραν

Ενούς παρά πυροφίτιλον ακάμοτον, 3 παράδον μολιβόχομα, 1 παρά πλάβη πέτρα, λεμόνια 6 ή 8, ασβέστη ακράτο, λάδι δράμια 100, τρίψον, κοπάνησοσν, κάμε αλιφί, να αλειφθή (ο πάσχω και ιαθήσεται)».

(Ν. Ε. Παπαδογιαννάκης, έ. α., σ. 125-127).

4) «Διά το μάλτε φράντζα (κάθε αφροδίσιον νόσημα και ειδικότερα η σύφιλη)

Ένα λεμόνι κόψε στην μέσην, βάλε το εις την φωτίαν και έχε στίψην τριμένην άσπρι, βάλε την εις το λεμόνι να βράση, έπειτα ζεστό, όσον να το δέχεται, βάλε το εις την φύση του και ιάται».

(Ν. Ε. Παπαδογιαννάκης, έ.α., σ. 132).

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ:

Εγκυκλοπαιδεία ΝΕΑ ΔΟΜΗ, τ. 16 (Αθήνα αν. χρ. εκδ.), σ. 61-62

Δ. Σ. Καββάδας, Εικονογραφημένον Βοτανικόν-Φυτολογικόν Λεξικόν (Αθήνα αν. χρ. εκδ.), Εκδόσεις ΠΗΓΑΣΟΣ.

Μυρσ. Λαμπράκη, Τα Χόρτα (Αθήνα 2000).

Δ. Ν. Παπαγιαννόπουλος, Λεμονέα, ΜΕΕ, τ. ΙΕ ΄(Αθήναι, αν. χρ. εκδ.), σ. 915-917.

Ν. Εμμ. Παπαδογιαννάκης, Κρητικό Ιατροσόφιον του 19ου αιώνα (Ρέθυμνο 2001).

Ευ. Κ. Φραγκάκι, Η Δημώδης Ιατρική της Κρήτης (Αθήναι 1978).

Γ. Χριστόπουλος (Επιμέλεια), Φυτολογία, Εκδοτική Αθηνών (Αθήνα 1990).

Η. Baumannn, Die Griechische Pflanzenwelt (Muenchen 1999).

Koenemann, Botanica. Das Abc der Pflanzen. 10.000 Arten in Text und Bild (Koeln 1997).

R. Scheppelmann, Flora Graeca. Sibthorpiana, Volksausgabe, Edition Kentavros, (Hamburg 2017).

Fr. W. Sieber, Ταξίδι στη νήσο Κρήτη του Ελληνικού Αρχιπελάγους κατά το έτος 1817, Λειψία 1823. Μετάφραση από τα Γερμανικά στα Ελληνικά υπό Δρ. Ιω. Ηλ. Βολανάκη, Αρχαιολόγου, (Αθήναι 2022).

J. Pitton de Tournefort, Ταξίδι στην Κρήτη και τις νήσους του Αρχιπελάγους 1700-1702, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης (Ηράκλειο 2003).

Διαβάστε ακόμη

Δημήτρης Προκοπίου: Η ποιότητα των λιμενικών υπηρεσιών και τόπων κρουαζιέρας

Ελένη Κορωναίου: «Κανένα παιδί δεν πρέπει να νιώθει μόνο»

Φώτης Κωστόπουλος: Σκέψεις για το Δικαστικό Μέγαρο

Γιώργος Ατσαλάκης: Η συνάντηση ΗΠΑ–Κίνας και η νέα γεωοικονομία

Κοσμάς Σφυρίου: Όταν η Τουρκία νομοθετεί για το πεδίο, η Ελλάδα να μην λέει «δεν έγινε και τίποτα»

Γιάννης Σαμαρτζής: Πώς οι γεωπολιτικές εντάσεις επηρεάζουν την ελληνική οικονομία και το καλάθι της νοικοκυράς

Βάιος Καλοπήτας: Ποιος σχεδιάζει τον ενεργειακό χάρτη της Ρόδου;

Μανώλης Κολεζάκης: Περί του εκλογικού συστήματος…