Γιάννης Σαμαρτζής: Οι αδυναμίες της ελληνικής οικονομίας
ΑΝΑΓΝΩΣΤΗΚΕ 530 ΦΟΡΕΣ
Γράφει ο Γιάννης Σαμαρτζής
Οικονομολόγος
Η ελληνική οικονομία, παρά τη βελτίωση ορισμένων δεικτών τα τελευταία χρόνια, εξακολουθεί να χαρακτηρίζεται από δομικές αδυναμίες που περιορίζουν τις αναπτυξιακές της δυνατότητες και την κοινωνική ευημερία. Οι αδυναμίες αυτές δεν είναι συγκυριακές, αλλά έχουν ιστορικό και διαρθρωτικό χαρακτήρα, συνδεδεμένο με τον τρόπο συγκρότησης του ελληνικού κράτους και του ανορθόδοξου τύπου εφαρμογής του καπιταλισμού στη χώρα μας. Οι αδυναμίες αυτές εκδηλώθηκαν με ιδιαίτερη ένταση κατά την περίοδο της οικονομικής κρίσης μετά το 2009, αλλά εξακολουθούν να υφίστανται και στη μεταμνημονιακή εποχή. Παρά τη σταθεροποίηση βασικών μακροοικονομικών μεγεθών, οι βαθύτερες αιτίες της οικονομικής υστέρησης παραμένουν ενεργές.
Στόχος του παρόντος άρθρου είναι η συνοπτική ανάλυση των βασικών αδυναμιών της ελληνικής οικονομίας, με έμφαση στον παραγωγικό της χαρακτήρα, τις επενδύσεις και την παραγωγικότητα, το δημόσιο χρέος με τους δημοσιονομικούς περιορισμούς, την αγορά εργασίας και τις κοινωνικές ανισότητες.
1. Η παραγωγική δομή της ελληνικής οικονομίας
Κεντρικό πρόβλημα της ελληνικής οικονομίας είναι η περιορισμένη και ανισόρροπη παραγωγική της βάση. Η ανάπτυξη στηρίζεται κυρίως στον τριτογενή τομέα, και ειδικότερα στον τουρισμό, το εμπόριο και τις υπηρεσίες χαμηλής προστιθέμενης αξίας. Αντίθετα, η μεταποίηση και η βιομηχανία παραμένουν υποβαθμισμένες, με μικρή συμβολή στο Ακαθάριστο Εγχώριο Προϊόν (ΑΕΠ) και στις εξαγωγές.
Συγκεκριμένα, η ελληνική οικονομία χαρακτηρίζεται από:
- μικρό και μεσαίο μέγεθος επιχειρήσεων
- περιορισμένες επενδύσεις σε έρευνα, καινοτομία και εξοπλισμό
- χαμηλή παραγωγικότητα της εργασίας, σε σύγκριση με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο.
Η παραγωγική αυτή διάρθρωση καθιστά τη χώρα εξαρτημένη από τις εισαγωγές βασικών αγαθών, πρώτων υλών και τεχνολογίας, γεγονός που μας οδηγεί σε χρόνια ελλείμματα στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών, που αυξάνουν την ευαλωτότητα της οικονομίας και μειώνουν τη διαπραγματευσιμότητα της χώρας στις διεθνείς αγορές.
2. Επενδύσεις και παραγωγικότητα
Η χαμηλή παραγωγικότητα της εργασίας συνδέεται άμεσα με το χαμηλό επίπεδο επενδύσεων, τόσο δημόσιων όσο και ιδιωτικών. Οι επενδύσεις συχνά κατευθύνονται σε τομείς γρήγορης απόδοσης, όπως είναι τα ακίνητα και ο τουρισμός, και όχι σε τομείς στρατηγικής σημασίας, όπως η βιομηχανία, η έρευνα και η καινοτομία.
Η κυριαρχία μικρών και πολύ μικρών επιχειρήσεων, με περιορισμένη πρόσβαση σε χρηματοδότηση και τεχνογνωσία, εντείνει το πρόβλημα και περιορίζει τις δυνατότητες οικονομιών κλίμακας (οι οικονομίες κλίμακας είναι τα οικονομικά οφέλη που προκύπτουν όταν μια επιχείρηση μεγαλώνει σε μέγεθος παραγωγής, οδηγώντας την σε μείωση του μέσου κόστους παραγωγής ανά μονάδα προϊόντος).
3. Δημόσιο χρέος και δημοσιονομικοί περιορισμοί
Το υψηλό δημόσιο χρέος αποτελεί διαχρονικά έναν από τους βασικότερους περιορισμούς της ελληνικής οικονομίας. Παρότι η διάρθρωσή του έχει βελτιωθεί σημαντικά, εξακολουθεί να περιορίζει την άσκηση ανεξάρτητης δημοσιονομικής πολιτικής και να επιβάλλει αυστηρή επιτήρηση.
Η ανάγκη επίτευξης δημοσιονομικών πλεονασμάτων, περιορίζει τις κοινωνικές δαπάνες και τις δημόσιες επενδύσεις, επηρεάζοντας αρνητικά τόσο την ανάπτυξη όσο και την κοινωνική συνοχή.
Το υψηλό δημόσιο χρέος αποτελεί μόνιμο περιορισμό της οικονομικής πολιτικής.
Ακόμη και όταν το χρέος που είναι «ρυθμισμένο», συνεπάγεται:
- επιτήρηση
- περιορισμό κοινωνικών δαπανών
- μειωμένη δυνατότητα αντικυκλικής πολιτικής. (Η αντικυκλική πολιτική είναι ένα σύνολο οικονομικών μέτρων (δημοσιονομικών και νομισματικών) που εφαρμόζει η κυβέρνηση ή η κεντρική τράπεζα, με στόχο να αμβλύνει τις διακυμάνσεις του οικονομικού κύκλου, δηλαδή να αυξήσει τη ζήτηση και να τονώσει την οικονομία κατά τη διάρκεια της ύφεσης, και να την συγκρατήσει (μειώνοντας τη ζήτηση) σε περιόδους ευρείας οικονομικής ανάπτυξης, προκειμένου να αποφευχθούν υπερβολές και κρίσεις).
Με τα δεδομένα αυτά, η οικονομία παραμένει ευάλωτη σε εξωτερικές κρίσεις.
4. Αγορά εργασίας και κοινωνικές ανισότητες
Η ελληνική αγορά εργασίας χαρακτηρίζεται από:
- χαμηλούς μισθούς
- επισφαλείς μορφές απασχόλησης
- υψηλή ανεργία των νέων
- φυγή εξειδικευμένου εργατικού δυναμικού (brain drain)
Το λεγόμενο «brain drain» στερεί από την οικονομία πολύτιμο ανθρώπινο κεφάλαιο και υπονομεύει τις μακροπρόθεσμες αναπτυξιακές προοπτικές της χώρα. Παράλληλα, οι ανισότητες παραμένουν έντονες, γεγονός που περιορίζει την εσωτερική ζήτηση και εντείνει τις κοινωνικές εντάσεις.
5. Θεσμικές αδυναμίες και ρόλος του κράτους
Η λειτουργία του κράτους αποτελεί επίσης κρίσιμο παράγοντα. Η γραφειοκρατία, η αργή απονομή δικαιοσύνης, η φοροδιαφυγή και η άνιση φορολογική κατανομή επιβαρύνουν τη λειτουργία της οικονομίας.
Το φορολογικό σύστημα χαρακτηρίζεται από αστάθεια και κοινωνική αδικία, καθώς τα βάρη μεταφέρονται κυρίως σε μισθωτούς και σε μικρές επιχειρήσεις, ενώ το μεγάλο κεφάλαιο διαθέτει περισσότερες δυνατότητες φοροαποφυγής.
Έτσι, η φορολογία επιβαρύνει δυσανάλογα τους μισθωτούς και συνταξιούχους, καθώς και τις μικρές επιχειρήσεις, ενώ τα μεγάλα εισοδήματα και το κεφάλαιο συχνά αποφεύγουν με μεθοδεύσεις κατά τη φορολόγηση.
Συμπερασματικά, οι αδυναμίες της ελληνικής οικονομίας έχουν δομικό χαρακτήρα. Χωρίς ουσιαστικές μεταρρυθμίσεις και κοινωνικά δίκαιη αναπτυξιακή στρατηγική, η ελληνική οικονομία κινδυνεύει να παραμείνει παγιδευμένη σε ένα πρότυπο χαμηλής ανάπτυξης, υψηλής εξάρτησης και κοινωνικών ανισοτήτων.
Οι αδυναμίες της ελληνικής οικονομίας δεν μπορούν να αντιμετωπιστούν με αποσπασματικά μέτρα. Απαιτούνται:
- ανασυγκρότηση της παραγωγής και βελτίωση της παραγωγικότητας
- ενίσχυση της βιομηχανίας και της τεχνολογίας
- βελτίωση των θεσμών
- αναβάθμιση της εργασίας και του κοινωνικού κράτους
Χωρίς τέτοιες βαθιές αλλαγές, η ελληνική οικονομία κινδυνεύει να παραμείνει οικονομία χαμηλής προστιθέμενης αξίας, ευάλωτη σε κρίσεις, και με κοινωνικές ανισότητες.

Ακολουθήστε τη Ροδιακή στο Google News