Δρ. Ιωάννης Ηλ. Βολανάκης: Καλένδουλα η φαρμακευτική (Calendula officinalis), κοινώς καλένδουλα, καλέντουλα, αδράχτι τη γριάς
ΑΝΑΓΝΩΣΤΗΚΕ 64 ΦΟΡΕΣ
Γράφει ο: Δρ. Ιωάννης Ηλ. Βολανάκης
Επίτιμος Έφορος Αρχαιοτήτων – Ερ. Βοτανολόγος
Η Καλένδουλα (Calendula), (Αγγλικά Marigold, Γαλλικά Souci), κοινώς καλένδουλα, καλέντουλα, νεκράνθεμον, νεκρολούλουδο, αδράχτι της γριάς κλπ., είναι φυτό δικότυλο της οικογενείας των Αστεροειδών (Asteraceae), με δεκαπέντε (15) περίπου είδη, τα οποία απαντούν ως αυτοφυή σε όλες τις χώρες, οι οποίες κείνται γύρω από την Μεσόγειο Θάλασσα και μέχρι την Περσία (Ιράν) και τις γύρω περιοχές. Το φυτό αυτό θεωρείται ότι έλκει την καταγωγή του από την Νότια Ευρώπη, όμως με την πάροδο του χρόνου έχει εγκλιματισθεί και προσαρμοσθεί στις περιβαλλοντικές συνθήκες και φύεται ή καλλιεργείται σχεδόν σε όλες τις χώρες της εύκρατης ζώνης της γης.
Πρόκειται για μονοετείς ή πολυετείς πόες, με φύλλα απλά, μεγάλα και κεφάλια με περιφερειακά ανθίδια γλωσσοειδή, κίτρινα ή πορτοκαλόχροα, θήλεα. Τα ανθίδια του δίσκου είναι σωληνοειδή, άρρενα. Υπάρχουν περιβληματικά φύλλα σε δύο σειρές. Οι καρποί είναι αχαίνια, λεία, κυρτά, άνευ πάππου. Ο ταξιανθικός δίσκος είναι γυμνός και φυματώδης. Στην Ελλάδα η καλένδουλα απαντά στους αγρούς ως αυτοφυές φυτό και είναι γνωστό με την λαϊκή ονομασία «αδράχτι της γριάς».
Πρόκειται για φυτό συγγενές προς το Χρυσάνθεμον το στεφανωματικόν (Chryssanthemun coronatum), κοινώς μαργαρίτα , μαντηλίδα κλπ.
Συστηματική ταξινόμηση:
Βασίλειο: Φυτά (Plantae), Συνομοταξία: Αγγειόσπερμα: (Angiosperms), Ομοταξία: Ευδικότυλα (Eudicots), Υφομοταξία: Αστερίδη (Asterales), Τάξη: Αστερώδη (Asterales), Οικογένεια: Αστεροειδή (Asteraceae), Γένος: Καλένδουλα (Calendula), Είδος: Κ. η φαρμακευτική (C. officinalis).
Υπάρχουν πολλά είδη Kαλένδουλας, μεταξύ των οποίων συγκαταλέγονται και τα ακόλουθα:
1)Καλένδουλα η φαρμακευτική (Calendula officinalis)
Η Καλένδουλα η φαρμακευτική (Calendula officinalis) είναι φυτό, φαρμακευτικό και αρωματικό. Πρόκειται για μονοετή πόα, με βλαστό όρθιο (ύψους 0,20-0,80 μ.), ελαφρώς τριχωτό. Φέρει φύλλα προμήκη, ακέραια, παχέα, ημιπερίβλαστα. Τα κεφάλια του φυτού αυτού είναι μονήρη, επί μακρών στερεών ποδίσκων. Είναι μεγάλα (πλάτους 0,08-0,10 μ.), με γλωσσοειδή ανθίδια κίτρινα ή πορτοκαλόχροα και κεντρικά ανθίδια σωληνοειδή, καστανομελανά ή κιτρινοκαστανά.
2)Καλένδουλα η αγρία (Calendula arvensis)
Μονοετής πόα (ύψους 0,10-0,30 μ.), ορθία ή ανιούσα, ενίοτε κατακείμενη, διάχυτος, με κλαδιά απλωτά, χνουδωτά. Φέρει φύλλα λογχοειδή, προμήκη, ακέραια ή αβαθώς οδοντωτά, ακιδόληκτα, τα κατώτερα έμμισχα. Τα φύλλα του βλαστού είναι επιφυή και ημιπερίβλαστα. Φέρει κεφάλια μονήρη, επάκρια, (πλάτους 0,10-0,15 μ.), με ανθίδια κίτρινα, ενώ τα περιφερειακά είναι γλωσσοειδή. Σημειωτέο, ότι η Καλένδουλα η αγρία (Calendula arvensis) έχει και χρωστικές ιδιότητες και εχρησιμοποιείτο παλαιότερα και εν μέρει χρησιμοποιείται και σήμερα στη βαφική.
3)Καλένδουλα η αιγυπτιακή (Calendula aegyptiaca)
Πρόκειται για είδος ποικίλο, με γλωσσοειδή άνθη, μικρότερα και ωχροκίτρινα.
Από τα διάφορα εξωτικά είδη καλένδουλας αξιολογότερα και καλλιεργούμενα ως καλλωπιστικά, υπό πλείστες όσες ποικιλίες, είναι εκείνα, τα γνωστά με το όνομα «νεκρολούλουδα» ή και «μαργαρίτες».
Γενικώς τα διάφορα είδη καλένδουλας είναι φυτά, τα οποία καλλιεργούνται σχετικά εύκολα. Αυτά σπείρονται σε σπορεία συνήθως κατά τον Μάρτιο, κατά προτίμηση κατά δυαδικές φυτείες και ανθίζουν από τον Αύγουστο έως του τέλους του φθινοπώρου. Εάν σπαρούν κατά τον Σεπτέμβριο, τότε ανθίζουν από τον μήνα Δεκέμβριο και εξής. Εξάλλου τα νεκρολούλουδα μπορούν να ανθίζουν καθ΄ όλη την διάρκεια του έτους, αρκεί να κόπτονται τα εκάστοτε ανοίγοντα άνθη.-
Χρήσεις
Οι ανθύλλες της καλένδουλας είναι βρώσιμες. Συχνά χρησιμοποιούνται για να προσθέτουν χρώμα σε σαλάτες ή προστίθενται σε πιάτα ως γαρνιτούρα και αντί για τον κρόκο (ζαφορά, ζάφραν). Μάλιστα η καλένδουλα συχνά αποκαλείται και «Κρόκος των πτωχών». Τα φύλλα της καλένδουλας είναι βρώσιμα, αλλά συχνά δεν είναι εύγεστα. Επίσης χρησιμεύουν για την παρασκευή ελαίου, το οποίο χρησιμοποιείται για την προστασία και την περιποίηση του δέρματος.
Τα άνθη του φυτού αυτού, φρέσκα ή αποξηραμένα χρησιμοποιούνται για την παρασκευή εύγεστου και αρωματικού τσαγιού.
Συστατικά της Kαλένδουλας της φαρμακευτικής (Calendula officinalis)
Τα πέταλα και η γύρη της καλένδουλας της φαρμακευτικής (Calendula officinalis) περιέχουν τριτερπενοειδείς εστέρες και τα καροτενοειδή Φλαβοξανθίνη (Flavoxanthin) και Αυροξανθίνη (Auroxanthin), τα οποία είναι αντιοξειδωτικά και η πηγή του κίτρινο-πορτοκαλί χρωματισμού. Τα φύλλα και τα στελέχη περιέχουν άλλα καροτενοειδή, κυρίως Λουτεϊνη (80 %), Ζεαξανθίνη (5 %) και βήτα Καροτίνη. Ένεκα των ιδιοτήτων αυτών, παρασκευάζονται από το φυτό αυτό φυτικά εκχυλίσματα και επίσης γίνεται ευρεία χρήση στα καλλυντικά, πιθανώς λόγω της παρουσίας ενώσεων, όπως σαπωνίνες, ρητίνες και αιθέρια έλαια.
Επίσης τα άνθη του φυτού «Καλέντουλα η φαρμακευτική (Calendula officinalis)» περιέχουν γλυκοζίτες φλαβενόλης, τριτεπερνικές ολιγογλυκοζίτες, oleanane τύπου triteperne, γλυκοζίτες σαπωνίνες και λακτόνες γλυκοζίτες.
Φαρμακολογία
Φαρμακολογικές μελέτες του φυτού Καλένδουλα η φαρμακευτική (Calendula officinalis) έχουν δείξει, ότι τα εκχυλίσματα αυτού μπορεί να έχουν αντι-ιικές, αντι-γονοτοξικές και αντι-φλεγμονώδεις ιδιότητες in vitro . Σε μία in vitro χημική δοκιμή, το μεθανολικό εκχύλισμα της Καλένδουλας της φαρμακευτικής (Calendula officinalis), εμφάνισε αντιβακτηριακή δραστηριότητα και τα εκχυλίσματα μεθανόλης και αιθανόλης έδειξαν αντι-μυκητιακή δράση.
Μαζί με τις Ιππουρίδες (Ιππουρίς η αρουραία – Equisetum arvense), η Καλένδουλα της γλάστρας είναι από τα λίγα φυτά, τα οποία θεωρούνται στυπτικά, παρά το γεγονός ότι αυτή δεν είναι φυτό πλούσιο σε τανίνες.
Φαρμακευτικές ιδιότητες και χρήσεις
Η Καλένδουλα η φαρμακευτική (Calendula officinalis) είναι γνωστή για τις φαρμακευτικές και θεραπευτικές της ιδιότητες εδώ και πολλούς αιώνες. Κατά τον διάσημο Γερμανό Βοτανολόγο Τέοντορ Χέρμαν φον Χέλντραϊχ (Theodor Heinrich Hermann von Heldreich, * Δρέσδη 1822- + Αθήναι 1902), τον θεμελιωτή της Επιστήμης της Βοτανολογίας στην Ελλάδα (1851-1902), μαζί με τον Θεόδωρο Ορφανίδη (* 1817- +1886), η Kαλένδουλα η φαρμακευτική θα πρέπει να ταυτισθεί με το βότανο, το οποίο αναφέρεται υπό του Διοσκουρίδου του Πεδανίου με το όνομα «Αστήρ ο αττικός». Συνεπώς ήταν το φυτό αυτό γνωστό για τις φαρμακευτικές του ιδιότητες και σε χρήση ήδη στην αρχαία Ελλάδα.
Σύμφωνα με υπάρχουσες αρχειακές πληροφορίες, το φυτό αυτό και τα παράγωγά του, εχρησιμοποιούντο ευρέως για θεραπευτικούς σκοπούς στην Ευρώπη κατά τον Μεσαίωνα και τους μετέπειτα χρόνους και μέχρι σήμερα.
Μεταξύ άλλων η Καλένδουλα η φαρμακευτική εχρησιμοποιείτο κατά το παρελθόν και χρησιμοποιείται μέχρι και σήμερα, για την πρόληψη και την θεραπεία ασθενειών του πεπτικού συστήματος, την αντιμετώπιση στομαχικών διαταραχών, καθώς και την ανακούφιση των συμπτωμάτων της περιόδου, όπως είναι οι κράμπες.
Το έκχυμα της Καλένδουλας της φαρμακευτικής μπορεί να χρησιμοποιηθεί και για την ανακούφιση από δήγματα (τσιμπήματα) μελισσών, σφιγγών κλπ., φλεγμονών των ματιών, διαφόρων ειδών δερματίτιδας, κιρσών και ως γαργάρες για πληγές του στόματος ή για ανακούφιση από τον πονόδοντο.
Τα χρωματιστά πέταλα είναι πλούσια σε φλαβονοειδή, τα οποία φυσικά υπάρχουν και σε φρούτα και λαχανικά και έχουν αντιφλεγμονώδεις, αντιθρομβωτικές, αντιδιαβητικές, αντικαρκινικές και νευρο-προστατευτικές ιδιότητες.
Η Καλένδουλα η φαρμακευτική (Calendula officinalis) είναι ένα πολυχρηστικό βότανο, το οποίο μεταξύ άλλων βοηθεί στην αντιμετώπιση πολλών θεμάτων υγείας και μπορεί να υπάρχει παντού γύρω μας: στον κήπο, στην κουζίνα, στο οικογενειακό φαρμακείο κλπ. Χρησιμοποιείται μεταξύ άλλων και για τις επόμενες περιπτώσεις:
1)Επούλωση πληγών.
2)Ενισχύει το πεπτικό και ανοσοποιητικό σύστημα.
3)Ενισχύει και τρέφει το δέρμα.
4)Καθυστερεί την εμφάνιση των ρυτίδων.
5)Μειώνει τις ουλές κλπ.
Αρχαία Ελληνική Γραμματεία
Διοσκουρίδης ο Πεδάνιος ή Αναζαρβεύς (* περίπου 8 μ.Χ. - + 90 μ.Χ.)
«119.Αστήρ αττικός, οι δε βουβώνιον καλούσι. Ραβδίον ξυλώδες, επ΄ άκρου έχον άνθος μήλινον, ώσπερ ανθεμίδος, κεφάλιον περισχιδές, έχει δε φυλλάρια αστέρι όμοια, τα δε περί τον καυλόν φύλλα υπομήκη και δασέα.
Ωφελεί δε στόμαχον πυρούμενον, οφθαλμών φλεγμονάς και τας άλλας προπτώσεις έδρας. Φασί δε και το πορφυρίζον του άνθους μεθ΄ ύδατος ποθέν, συναγχικοίς βοηθείν και επιληψίαις παίδων. Αρμόζει δε καταπλασσόμενον υγρόν προς βουβώνων φλεγμονήν, ξηρόν δε αναιρεθέν της αριστερά χειρί υπό του αλγούντος και περιαφθέν τω βουβώνι απαλάσσει της οδύνης».
«119 RV: Αστήρ αττικός, οι δε αστερίσκος, οι δε αστέριον, οι δε βουβώνιον, οι δε υόφθαλμον, Ρωμαίοι ιγγυνάλις, Δάκοι ραθιβίδα».-
(Διοσκουρίδης, Περί ύλης ιατρικής 4, 119).
Παρενέργειες – Αντενδείξεις
Η Καλένδουλα η φαρμακευτική (Calendula officinalis) χαρακτηρίζεται γενικά ως ένα ασφαλές βότανο, το οποίο είναι κατάλληλο, τόσο για εσωτερική χρήση (π.χ. παρασκευή και κατανάλωση τεϊου), όσο και για εξωτερική τοπική χρήση. Στις περισσότερες περιπτώσεις, από την χρήση των παραγώγων του φυτού αυτού δεν εμφανίζεται καμμία παρενέργεια, αν και σε ορισμένες ομάδες ανθρώπων γίνεται σχετική σύσταση, όπως το αποφεύγουν.
Ειδικότερα, τα άτομα εκείνα, τα οποία εμφανίζουν ευαισθησία/αλλεργία στις μαργαρίτες/τα χρυσάνθεμα και άλλα φυτά της οικογενείας Αστερώδη (Asteraceae) και Σύνθετα (Composita), καλόν είναι να αποφεύγουν την χρήση της Καλένδουλας της φαρμακευτικής (Calendula officinalis) και των παραγώγων αυτής. Και τούτο, διότι θα μπορούσε να προκληθεί σε αυτά έντονος κνησμός ή ερεθισμός του δέρματος.
Επίσης δεν θα πρέπει να εφαρμόζεται σε ανοικτές πληγές και ανοικτά τραύματα, ενώ είναι προτιμότερο να μη γίνεται εσωτερική ή εξωτερική χρήση κατά την περίοδο της εγκυμοσύνης και του θηλασμού, κυρίως λόγω ελλιπών στοιχείων, τα οποία αφορούν στην ασφάλεια του χρήστη.
Ακόμη, άτομα, για τα οποία έχει προγραμματισθεί εγχείρηση ή κάποια άλλη επέμβαση, καλόν είναι να διακόπτουν την χρήση της Καλένδουλας της φαρμακευτική (Calendula officinalis) περίπου δύο εβδομάδες προηγουμένως.
Ιδιαίτερη προσοχή απαιτείται, ως προς την χρήση της Καλένδουλας της φαρμακευτικής (Calendula officinalis) και των παραγώγων αυτής, από άτομα τα οποία λαμβάνουν φαρμακευτική αγωγή, π. χ. αντιϋπερτασιακά φάρμακα, επειδή μπορεί να είναι ασύμβατα. Η συνεννόηση με τον θεράποντα Ιατρό των είναι απαραίτητη.
Και επί πλέον, αυτό που πάντοτε θα πρέπει να έχουμε υπόψη μας, είναι το εξής: Τα βότανα είναι φάρμακα και ως φάρμακα θα πρέπει να αντιμετωπίζονται. Ποτέ δεν θα πρέπει να τα χρησιμοποιούμε, χωρίς προηγούμενη συνεννόηση με τον θεράποντα Ιατρό και τον Φαρμακοποιό μας, προκειμένου η χρήση αυτών να αποβεί ωφέλιμη προς εμάς και να αποφευχθούν δυσάρεστες καταστάσεις, οι οποίες ενδεχομένως μπορούν να αποβούν ακόμη και θανατηφόρες.
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ :
Π. Γ. Γενναδίου, Λεξικόν Φυτολογικόν, Εκδοτικός οίκος ΔΑΜΙΑΝΟΣ (Αθήναι 1915-1916), σ. 697.
Δ. Σ. Καββάδας, Εικονογραφημένον Βοτανικόν-Φυτολογικόν Λεξικόν, Εκδόσεις ΠΗΓΑΣΟΣ (Αθήνα 1956-1963), τ. 4 (Αθήνα, αν. χρ. εκδ.), σ. 1735-1736.
Μυρσ. Λαμπράκη, Τα Χόρτα (Αθήνα 2000).
Εγκυκλοπαιδεία ΝΕΑ ΔΟΜΗ, τ. 12 (Αθήνα, αν. χρ. εκδ.), σ. 316.
Ν. Εμμ. Παπαδογιαννάκης, Κρητικό Ιατροσόφιον του 19ου αιώνα (Ρέθυμνο 2001).
Ευ. Κ. Φραγκάκι, Η Δημώδης Ιατρική της Κρήτης (Αθήναι 1978).
Η. Baumannn, Die Griechische Pflanzenwelt (Muenchen 1999).
Koenemann, Botanica. Das Abc der Pflanzen. 10.000 Arten in Text und Bild (Koeln 1997).
P. Ed. Boissier, Flora Orientalis, Band 1-5 (Geneva 1867-1884).
R. Scheppelmann, Flora Graeca. Sibthorpiana, Volksausgabe, Edition Kentavros, (Hamburg 2017).
Fr. W. Sieber, Ταξίδι στη νήσο Κρήτη του Ελληνικού Αρχιπελάγους κατά το έτος 1817, Λειψία 1823. Μετάφραση από τα Γερμανικά στα Ελληνικά, υπό Δρ. Ιω. Ηλ. Βολανάκη, Αρχαιολόγου (Αθήναι 2022).
J. Pitton de Tournefort, Ταξίδι στην Κρήτη και τις νήσους του Αρχιπελάγους 1700-1702, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης (Ηράκλειο 2003).
Πηγή φωτό: herb.gr

Ακολουθήστε τη Ροδιακή στο Google News