Ελλάδα: Η «Ασπίδα του Αχιλλέα» των 3 δισ. ευρώ αλλάζει την αεράμυνα – Το μήνυμα Γεραπετρίτη στην Τουρκία
ΑΝΑΓΝΩΣΤΗΚΕ 169 ΦΟΡΕΣ
Μια νέα σελίδα για την αεράμυνα και συνολικά την αποτρεπτική ικανότητα της Ελλάδας, ανοίγει με την υπογραφή της συμφωνίας με το Ισραήλ για την «Ασπίδα του Αχιλλέα», το πολυεπίπεδο σύστημα αεράμυνας και αντιπυραυλικής προστασίας, το οποίο φιλοδοξεί να δημιουργήσει έναν σύγχρονο «θόλο» προστασίας πάνω από την ελληνική επικράτεια.
Η συμφωνία, συνολικού ύψους άνω των 3 δισ. ευρώ, υπεγράφη σήμερα, Δευτέρα 31 Αυγούστου 2026, στο Τελ Αβίβ, έπειτα από έναν μακρύ κύκλο διαπραγματεύσεων ανάμεσα στην Αθήνα και την ισραηλινή πλευρά. Η «Ασπίδα του Αχιλλέα» αποτελεί ένα από τα μεγαλύτερα και πλέον σύνθετα εξοπλιστικά προγράμματα των τελευταίων ετών και εντάσσεται στον συνολικό σχεδιασμό αναδιοργάνωσης των ελληνικών Ενόπλων Δυνάμεων στο πλαίσιο της «Ατζέντας 2030».
Την ίδια ώρα, η χρονική συγκυρία της υπογραφής αποκτά ιδιαίτερη πολιτική και γεωστρατηγική σημασία. Το πρωί της ίδιας ημέρας ο υπουργός Εξωτερικών Γιώργος Γεραπετρίτης έστειλε σαφές μήνυμα προς την Τουρκία, δηλώνοντας ότι σε κάθε ενδεχόμενη αυθαιρεσία ή επιθετικότητα θα υπάρχει απάντηση από την ελληνική πολιτεία και επιμένοντας ότι η Αθήνα επιλέγει μεν τη διατήρηση ανοικτών διαύλων επικοινωνίας με την Άγκυρα, χωρίς όμως αυτό να συνεπάγεται οποιαδήποτε υποχώρηση από τις ελληνικές θέσεις.
Από τις διαπραγματεύσεις στις υπογραφές στο Τελ Αβίβ
Οι τελικές υπογραφές για την «Ασπίδα του Αχιλλέα» έπεσαν στο Τελ Αβίβ, μεταξύ των αρμόδιων φορέων των δύο χωρών. Από ελληνικής πλευράς κεντρικό ρόλο έχει η Γενική Διεύθυνση Αμυντικών Εξοπλισμών και Επενδύσεων του υπουργείου Εθνικής Άμυνας και από ισραηλινής η Διεύθυνση Αμυντικής Συνεργασίας SIBAT, μαζί με τους αρμόδιους αμυντικούς φορείς και τις εταιρείες που συμμετέχουν στο πρόγραμμα.
Η συμφωνία είχε προηγουμένως λάβει την έγκριση του Κυβερνητικού Συμβουλίου Εθνικής Ασφάλειας στις 23 Ιουλίου 2026, ανοίγοντας τον δρόμο για την ολοκλήρωση των διαδικασιών και την έναρξη της φάσης υλοποίησης.
Μετά τις σημερινές υπογραφές, το πρόγραμμα περνά πλέον από το επίπεδο του σχεδιασμού και των τεχνικών διαπραγματεύσεων στη φάση της παραγωγής, της προμήθειας, της εγκατάστασης και της σταδιακής επιχειρησιακής ένταξης των επιμέρους συστημάτων.
Ο συνολικός χρόνος για την ολοκλήρωση του έργου υπολογίζεται σε περίπου 35 μήνες. Αυτό σημαίνει ότι, με βάση τον υφιστάμενο προγραμματισμό, η πλήρης επιχειρησιακή ανάπτυξη του νέου συστήματος τοποθετείται μέσα στο 2029, αν και επιμέρους δυνατότητες αναμένεται να παραδίδονται και να ενεργοποιούνται σταδιακά νωρίτερα.
Τι είναι στην πράξη η «Ασπίδα του Αχιλλέα»
Η «Ασπίδα του Αχιλλέα» δεν αποτελεί ένα και μοναδικό οπλικό σύστημα. Πρόκειται για μια συνολική αρχιτεκτονική αεράμυνας, η οποία σχεδιάζεται ώστε να συνδέσει διαφορετικού τύπου αισθητήρες, ραντάρ, συστήματα διοίκησης και ελέγχου και αντιαεροπορικά ή αντιπυραυλικά όπλα σε ένα ενιαίο επιχειρησιακό δίκτυο.
Η βασική αλλαγή σε σχέση με το σημερινό μοντέλο είναι ότι τα διαφορετικά μέσα δεν θα λειτουργούν ως απομονωμένες «νησίδες», αλλά θα ανταλλάσσουν πληροφορίες σε πραγματικό χρόνο. Ένας αισθητήρας ή ένα ραντάρ θα μπορεί να εντοπίζει έναν στόχο και η σχετική πληροφορία να μεταδίδεται άμεσα στο κέντρο διοίκησης, ώστε να επιλέγεται το καταλληλότερο μέσο αναχαίτισης.
Η λογική αυτή είναι ιδιαίτερα σημαντική στη σύγχρονη μορφή των πολεμικών επιχειρήσεων, όπου οι απειλές δεν περιορίζονται πλέον στα συμβατικά μαχητικά αεροσκάφη.
Drones, περιφερόμενα πυρομαχικά, πύραυλοι cruise, βαλλιστικοί πύραυλοι και άλλα μη επανδρωμένα συστήματα μπορούν να χρησιμοποιηθούν ταυτόχρονα ή σε μεγάλους αριθμούς, επιχειρώντας να κορέσουν την άμυνα του αντιπάλου.
Η νέα ελληνική αεράμυνα καλείται επομένως να μπορεί να αναγνωρίζει γρήγορα το είδος της απειλής και να απαντά με αναλογικό τρόπο. Δεν έχει επιχειρησιακό ή οικονομικό νόημα, για παράδειγμα, η αντιμετώπιση ενός μικρού και χαμηλού κόστους drone με ένα πανάκριβο αντιαεροπορικό βλήμα, εφόσον υπάρχει διαθέσιμη αποτελεσματικότερη και φθηνότερη επιλογή.
Πέντε επίπεδα άμυνας για διαφορετικές απειλές
Η φιλοσοφία της «Ασπίδας του Αχιλλέα» βασίζεται στην πολυεπίπεδη προστασία. Αντί ένα μόνο σύστημα να επιχειρεί να αντιμετωπίσει το σύνολο των απειλών, δημιουργούνται διαφορετικά επίπεδα άμυνας, ανάλογα με την απόσταση, το ύψος, την ταχύτητα και το είδος του εισερχόμενου στόχου.
Στον σχεδιασμό έχουν αναφερθεί ισραηλινά συστήματα διαφορετικών κατηγοριών και βεληνεκών, τα οποία μπορούν να συνδυαστούν με τις ήδη υφιστάμενες ελληνικές δυνατότητες, όπως οι συστοιχίες Patriot.
Η φιλοσοφία αυτή επιτρέπει την ανάπτυξη επάλληλων γραμμών άμυνας: ένας εισερχόμενος στόχος που δεν αναχαιτίζεται στο πρώτο επίπεδο θα μπορεί να αντιμετωπίζεται σε επόμενο στάδιο, από άλλο όπλο και σε διαφορετική απόσταση.
Παράλληλα, ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στην προστασία απέναντι σε μη επανδρωμένα συστήματα, καθώς τα τελευταία χρόνια οι συγκρούσεις στην Ουκρανία και στη Μέση Ανατολή έχουν αλλάξει ριζικά την αντίληψη των επιτελείων για τον ρόλο των drones στο σύγχρονο πεδίο μάχης.
Η σύνδεση με Rafale, F-16, F-35 και φρεγάτες
Η «Ασπίδα του Αχιλλέα» δεν σχεδιάζεται ανεξάρτητα από τα υπόλοιπα μεγάλα εξοπλιστικά προγράμματα της χώρας.
Τα μαχητικά Rafale, τα αναβαθμισμένα F-16 Viper και μελλοντικά τα F-35, καθώς και οι νέες φρεγάτες FDI, αποτελούν πλατφόρμες που διαθέτουν προηγμένα συστήματα αισθητήρων και μπορούν να συλλέγουν μεγάλες ποσότητες επιχειρησιακών πληροφοριών.
Στόχος είναι αυτές οι πληροφορίες να μπορούν να διακινούνται μέσα στο ίδιο δίκτυο, ώστε ένα πλοίο, ένα αεροσκάφος, μια χερσαία συστοιχία ή ένας άλλος αισθητήρας να συνεισφέρει στην ίδια επιχειρησιακή εικόνα.
Με αυτόν τον τρόπο επιχειρείται να δημιουργηθεί ένα περιβάλλον όπου η ελληνική αεράμυνα δεν θα εξαρτάται αποκλειστικά από την εμβέλεια ενός συγκεκριμένου ραντάρ ή από τις δυνατότητες μιας μεμονωμένης συστοιχίας.
Η πληροφορία μετατρέπεται ουσιαστικά σε όπλο, καθώς ο χρόνος που μεσολαβεί από τον εντοπισμό μιας απειλής μέχρι τη λήψη απόφασης για την αντιμετώπισή της μειώνεται σημαντικά.
Πάνω από 25% η ελληνική συμμετοχή
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει και το σκέλος της συμμετοχής της ελληνικής αμυντικής βιομηχανίας.
Σύμφωνα με τα μέχρι τώρα δεδομένα, η ελληνική συμμετοχή αναμένεται να ξεπεράσει το 25% του συνολικού προγράμματος, ενώ έργο αξίας άνω των 700 εκατ. ευρώ εκτιμάται ότι θα κατευθυνθεί σε περίπου δώδεκα ελληνικές εταιρείες.
Οι εργασίες που αναμένεται να αναλάβουν ελληνικές επιχειρήσεις αφορούν μεταξύ άλλων ηλεκτρονικά συστήματα, λογισμικό, εξαρτήματα, οχήματα, διασύνδεση αισθητήρων, εγκαταστάσεις και τεχνική υποστήριξη.
Η ελληνική πλευρά επιδιώκει το πρόγραμμα να μην αποτελέσει αποκλειστικά μια εισαγωγή έτοιμων συστημάτων, αλλά να λειτουργήσει και ως μηχανισμός μεταφοράς τεχνογνωσίας στην εγχώρια αμυντική βιομηχανία.
Πρόκειται για έναν από τους βασικούς στόχους που έχει θέσει τα τελευταία χρόνια το υπουργείο Εθνικής Άμυνας, επιχειρώντας να αυξήσει σταδιακά το ελληνικό αποτύπωμα στα μεγάλα εξοπλιστικά προγράμματα και να ενισχύσει τη δυνατότητα της χώρας να υποστηρίζει, να συντηρεί και σε έναν βαθμό να αναβαθμίζει τα συστήματα που αποκτά.
Το μήνυμα Γεραπετρίτη στην Άγκυρα
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχουν οι σημερινές δηλώσεις του υπουργού Εξωτερικών Γιώργου Γεραπετρίτη για την Τουρκία.
Μιλώντας στον ραδιοφωνικό σταθμό «Παραπολιτικά 90,1», ο υπουργός ξεκαθάρισε ότι η Αθήνα εξακολουθεί να θεωρεί χρήσιμο τον διάλογο με την Άγκυρα, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι δεν θα απαντήσει σε κινήσεις που θίγουν τα ελληνικά συμφέροντα.
«Σε κάθε τυχόν αυθαιρεσία και επιθετικότητα θα υπάρχει και μία απάντηση εκ μέρους της ελληνικής πολιτείας», ανέφερε χαρακτηριστικά.
Ο κ. Γεραπετρίτης υπερασπίστηκε τη στρατηγική που ακολουθεί η κυβέρνηση μετά τη Διακήρυξη των Αθηνών, υποστηρίζοντας ότι ο δομημένος διάλογος επέτρεψε στις δύο πλευρές να περιορίσουν τον κίνδυνο σοβαρών κρίσεων.
Κατά τον ίδιο, η συζήτηση Ελλάδας και Τουρκίας δεν είχε ποτέ ως βάση την προσδοκία ότι η Άγκυρα θα εγκατέλειπε μέσα σε λίγα χρόνια θέσεις που έχει διατυπώσει εδώ και δεκαετίες, όπως η θεωρία περί «Γαλάζιας Πατρίδας», οι λεγόμενες «γκρίζες ζώνες» ή οι αξιώσεις σχετικά με την αποστρατιωτικοποίηση ελληνικών νησιών.
Ανέφερε, ωστόσο, ότι στη διάρκεια της περιόδου του διαλόγου αποφεύχθηκαν μεγάλες κρίσεις, καταγράφηκε σημαντική μείωση των παραβιάσεων και υπήρξε καλύτερη διαχείριση του μεταναστευτικού.

«Η Ελλάδα είναι σήμερα σε καλύτερη θέση από το 2023»
Ιδιαίτερη έμφαση έδωσε ο υπουργός Εξωτερικών στην αλλαγή του συσχετισμού ισχύος τα τελευταία χρόνια.
Όπως είπε, η Ελλάδα βρίσκεται σήμερα σε πολύ καλύτερη θέση από εκείνη στην οποία βρισκόταν το 2023, έχοντας ενισχύσει τα διεθνή της ερείσματα, τις συμμαχίες της, την παρουσία της στους διεθνείς οργανισμούς αλλά και τις Ένοπλες Δυνάμεις της.
Κατά τον κ. Γεραπετρίτη, η ενίσχυση της χώρας σε αέρα και θάλασσα, σε συνδυασμό με την ανάκαμψη της οικονομίας, δίνει στην Αθήνα τη δυνατότητα να συζητά πλέον με διαφορετικούς όρους.
Η σημερινή υπογραφή για την «Ασπίδα του Αχιλλέα» έρχεται να προστεθεί ακριβώς σε αυτή την εικόνα, μετά την απόκτηση των Rafale, την αναβάθμιση των F-16 σε επίπεδο Viper, την ένταξη των νέων φρεγατών και τη διαδικασία για την απόκτηση των F-35.
Η στρατηγική που περιγράφει η κυβέρνηση επιχειρεί να συνδέσει τη διπλωματία με την αποτροπή: διατήρηση του διαλόγου, αλλά παράλληλη ενίσχυση της στρατιωτικής ισχύος και των διεθνών συμμαχιών.
Το καλώδιο Ελλάδας – Κύπρου και η Τουρκία
Ο κ. Γεραπετρίτης αναφέρθηκε εκτενώς και στο έργο ηλεκτρικής διασύνδεσης Ελλάδας και Κύπρου, ένα ζήτημα που έχει βρεθεί στο παρελθόν στο πεδίο της έντασης μεταξύ Αθήνας και Άγκυρας.
Σύμφωνα με τον υπουργό, οι εργασίες αναμένεται να επανεκκινήσουν με βάση τον προγραμματισμό της εταιρείας τους επόμενους μήνες, ενώ άφησε ανοικτό το ενδεχόμενο οι έρευνες και η πόντιση να αρχίσουν ακόμη και εντός του 2026.
Το μήνυμα που έστειλε ήταν ιδιαίτερα σαφές σε ό,τι αφορά την Τουρκία.
Η ελληνική πλευρά, όπως τόνισε, θεωρεί ότι το διεθνές δίκαιο δεν προβλέπει την ανάγκη λήψης τουρκικής άδειας για την πραγματοποίηση του έργου και επομένως τέτοια άδεια δεν πρόκειται να ζητηθεί.
Παράλληλα, σημείωσε ότι Ελλάδα, Κύπρος και Γαλλία έχουν κοινή αντίληψη τόσο για τη σημασία όσο και για την ανάπτυξη του έργου, το οποίο αποτελεί έργο κοινού ευρωπαϊκού ενδιαφέροντος.
Για τις επικοινωνίες που προβλέπονται με τα παράκτια κράτη, διευκρίνισε ότι αφορούν ζητήματα ασφάλειας της ναυσιπλοΐας και ενημέρωσης για τις εργασίες και όχι διαδικασία αδειοδότησης.
«Προετοιμαζόμαστε για κάθε σενάριο»
Ερωτηθείς για το ενδεχόμενο να προκληθεί νέα ένταση κατά την έναρξη των εργασιών, ο υπουργός Εξωτερικών δήλωσε ότι η ελληνική πλευρά είναι προετοιμασμένη για κάθε πιθανό σενάριο, από το ηπιότερο μέχρι το πιο έντονο.
Η Αθήνα, όπως είπε, παρακολουθεί με αυξημένη προσοχή τις εξελίξεις, χωρίς να θεωρεί ότι υπάρχει λόγος ανησυχίας, και προετοιμάζεται για τις διαφορετικές καταστάσεις που μπορεί να προκύψουν.
Η τοποθέτηση αυτή αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα με δεδομένο ότι οι ελληνοτουρκικές σχέσεις, παρά την περίοδο σχετικής ηρεμίας που ακολούθησε τη Διακήρυξη των Αθηνών, εξακολουθούν να επιβαρύνονται από τις θεμελιώδεις διαφορές των δύο χωρών στο Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο.
Η «Γαλάζια Πατρίδα» και οι κινήσεις της Αθήνας
Για τις πληροφορίες περί νέας τουρκικής νομοθετικής πρωτοβουλίας που συνδέεται με τη «Γαλάζια Πατρίδα», ο υπουργός Εξωτερικών σημείωσε ότι δεν υπάρχει ακόμη σαφές χρονοδιάγραμμα ούτε πλήρης εικόνα για το περιεχόμενό της.
Υποστήριξε ωστόσο ότι μια εσωτερική νομοθετική ενέργεια της Τουρκίας για τον καθορισμό θαλάσσιων δικαιοδοσιών δεν μπορεί από μόνη της να παράγει εξωτερικά έννομα αποτελέσματα σε βάρος της Ελλάδας.
Παράλληλα, τόνισε ότι η Αθήνα έχει ήδη ενημερώσει τις αρμόδιες ευρωπαϊκές και διεθνείς αρχές για τις κινήσεις της τουρκικής πλευράς.
Ο Γιώργος Γεραπετρίτης υποστήριξε μάλιστα ότι η εικόνα στις ελληνοτουρκικές σχέσεις έχει αντιστραφεί σε σχέση με προηγούμενες περιόδους, καθώς, όπως είπε, η Ελλάδα είναι αυτή που πλέον αναλαμβάνει πρωτοβουλίες και η Τουρκία καλείται να αντιδράσει σε αυτές.
Ως παραδείγματα ανέφερε τον ελληνικό Θαλάσσιο Χωροταξικό Σχεδιασμό, τα θαλάσσια περιβαλλοντικά πάρκα και τη συνολική ενίσχυση της αμυντικής θωράκισης της χώρας.
«Εκείνο το οποίο διαφοροποιεί το σήμερα από το χθες είναι ότι η Ελλάδα δεν ακολουθεί, είναι μπροστά, αναλαμβάνει πρωτοβουλίες και γνωρίζει τι θα ακολουθήσει», ανέφερε ο υπουργός.
Η απάντηση στην κριτική Σαμαρά
Ο υπουργός Εξωτερικών απάντησε και στην κριτική που έχει ασκήσει ο πρώην πρωθυπουργός Αντώνης Σαμαράς στην κυβέρνηση για τον τρόπο με τον οποίο διαχειρίζεται τις ελληνοτουρκικές σχέσεις.
Ο κ. Γεραπετρίτης ανέφερε ότι οι απόψεις ενός πρώην πρωθυπουργού είναι απολύτως σεβαστές, σημείωσε ωστόσο ότι από τη στιγμή που κάποιος ασκεί δημόσια κριτική θα πρέπει να είναι και ο ίδιος δεκτικός στην κριτική.
Υπενθύμισε ότι και την περίοδο της κυβέρνησης Σαμαρά συνεχίστηκε ο διάλογος με την Τουρκία, πραγματοποιήθηκαν κύκλοι διερευνητικών επαφών και υπήρξαν συναντήσεις με την τουρκική ηγεσία και υπογραφές συμφωνιών.
Ο υπουργός συνέκρινε μάλιστα την κατάσταση της περιόδου 2012-2015 με τη σημερινή, υποστηρίζοντας ότι η διεθνής θέση της Ελλάδας, η οικονομική της κατάσταση και η αποτρεπτική της ισχύς έχουν ενισχυθεί σημαντικά.
Την ίδια ημέρα, αρκετές εκατοντάδες χιλιόμετρα μακριά από την Αθήνα, οι υπογραφές στο Τελ Αβίβ έθεταν σε εφαρμογή ένα ακόμη κομμάτι αυτής της στρατηγικής. Με την έναρξη των παραγγελιών και της παραγωγής για την «Ασπίδα του Αχιλλέα», οι πρώτες επιμέρους δυνατότητες του νέου συστήματος αναμένεται να αρχίσουν να εντάσσονται σταδιακά στην ελληνική αεράμυνα, με την πλήρη ανάπτυξή του να προβλέπεται, σύμφωνα με τον σημερινό σχεδιασμό, μέσα σε περίπου 35 μήνες.
(Πηγή: protothema.gr/parapolitika.gr)

Ακολουθήστε τη Ροδιακή στο Google News