Ο οφθαλμίατρος Περικλής Ζερβάνος, που υπηρέτησε ως Λοχίας στον Ελληνικό Στρατό της Μέσης Ανατολής, στα 92 του σήμερα ανακαλεί μνήμες
Δεν έχει μιλήσει σχεδόν ποτέ. ʼλλωστε όσοι κάνουν, δεν μιλούν! Για όλα ισχύει αυτό Ο Περικλής Ζερβάνος, πενήντα τόσα χρόνια οφθαλμίατρος στη Ρόδο, γεννημένος στην Κω, με πατέρα τον επίσης γιατρό Ιωάννη Ζερβάνο που διετέλεσε βουλευτής Δωδεκανήσου, στα πρώτα χρόνια της νιότης του βρέθηκε στην πρώτη γραμμή του πυρός, από επιλογή!
Οι Ιταλοί που έφευγαν κακήν κακώς, οι ʼγγλοι σύμμαχοι που χρειάζονταν βοήθεια και την έβρισκαν από πολλούς ντόπιους, η αγριότητα της γερμανικής μπότας πάνω στον ήδη ταλαιπωρημένο λαό και κάποιοι-πάρα πολλοί- που πολεμούσαν στα μέτωπα. Ο Περκλής Ζερβάνος πολέμησε στο ιταλικό μέτωπο επί ενάμιση χρόνο!
Σήμερα, που η μνήμη του εξακολουθεί να είναι πολύ δυνατή, παρά τα προβλήματα υγείας που τον ταλαιπωρούν και με τη συμβολή της συζύγου του Νένας, τη γλυκιά φροντίδα της οποίας έχει, μου μιλά με λεπτομέρειες για το οδοιπορικό, για τη δράση, αλλά όχι για τις επιχειρήσεις και τις απώλειες Για τον πόλεμο, αυτόν καθ΄ αυτόν- το ΄χω προσέξει- δεν μιλά κανείς απ΄ όσους πολέμησαν πραγματικά κάποια στιγμή στη ζωή τους!Οι γονείς σας έζησαν και την Οθωμανική κατοχή, τι σας έλεγαν ως παιδί, πως ήταν τότε με τους Τούρκους;
Ήσουν με το μέρος τους ζούσες καλά, έπαιρνες κι οφίτσια, θέσεις Αλλιώς ήσουν παραμελημένος.
Εσείς πότε γεννηθήκατε;
Το 1920. Το 1912 ήρθαν οι Ιταλοί.
Ο<strong>ι Δωδεκανήσιοι πίστεψαν τότε ότι θα άλλαζαν τα πράγματα, θα γίνονταν καλύτερα;
Νομίζανε. Οι Ιταλοί ήρθαν για να μείνουν λίγο και να παραδώσουν μετά τα Δωδεκάνησα, αλλά τους καλάρεσε ήθελαν να μείνουν για πάντα κι έφτιαξαν μνημεία, κτήρια Στην αρχή τους θεωρήσαμε φίλους μας, πιστέψαμε ότι θα παραδώσουν στην Ελλάδα, αλλά όπως ξέρεις ήθελαν να μείνουν μόνιμα. Έκατσαν μέχρι το 1943 που τους έδιωξαν οι Γερμανοί.
Όταν κατάλαβαν πως πρόκειται για κατακτητές πως τους αντιμετώπισαν οι Δωδεκανήσιοι;
Ορισμένων η αντίδραση ήταν σαν του πατέρα μου. Ήταν γιατρός στην Κω, ήμουν νεαρός όταν τον εξόρισαν στο άλλο ακρωτήρι, στον ʼη Γιάννη. Όταν γύρισε στο σπίτι δεν μπορούσε να δουλέψει, τον είχαν αποκλείσει από παντού κι αυτοεξορίστηκε στη Χάλκη όπου έμεινε δύο χρόνια. Μετά κηρύχτηκε ο πόλεμος. Προηγήθηκε βέβαια η ανακωχή μεταξύ Ευρώπης και Ιταλίας.
Οι Γερμανοί πράγματι έριξαν τους Ιταλούς στη θάλασσα;
Στη θάλασσα, ναι! Αλλά οι Ιταλοί έχασαν στο Αλβανικό μέτωπο και η προσωρινή τους κυβέρνηση αναγκάστηκε να κάνει ανακωχή με τους ʼγγλους, τους Γάλλους και η Ρόδος παραδόθηκε στους Γερμανούς. Οι Ιταλοί στην Κω αντιστάθηκαν, είχαν κάνει απόβαση από τη Ρόδο στην Κω. Όσοι δε Ιταλοί αντιστάθηκαν στην Κω τους καθάρισαν. Εγώ ήμουν νεαρός και άκουσα ότι τους αξιωματικούς τους έβαλαν ν΄ ανοίξουν λάκκο μεγάλο και να στηθούν από πάνω. Τους πυροβόλησαν. Αυτό έγινε στην Κω στην περιοχή του Λινοπότη. Μετά αρχίζει η αντίσταση των Κώων κατά των Γερμανών.
Εσείς πού ζούσατε τότε;
Ήρθα μαθητής στη Ρόδο να τελειώσω το Γυμνάσιο, αλλά έγιναν επεισόδια το ΄36 όταν ανεβάσαμε την ελληνική σημαία στο Βενετόκλειο και το σχολείο έκλεισε. Πήγα και φοίτησα στο γυμνάσιο της Καλύμνου. Από την επόμενη χρονιά άρχισε να διδάσκεται υποχρεωτικά στα σχολεία η ιταλική γλώσσα. Τέσσερις ώρες ιταλικά και δύο ελληνικά. Γύρισα στην Κω τελειώνοντας. Ήταν τότε που εισέβαλαν οι Γερμανοί.
Έτσι άρχισε η δράση σας;
Η νεολαία τότε, εγώ ο αδελφός μου κι άλλοι μαζί με τον Στέφανο Χατζηδιάκο, από τις Καλυθιές που είχε παντρευτεί Ιταλίδα κι ήταν Ιταλός υπήκοος, αλλά βοηθούσε όσο μπορούσε τους ʼγγλους και τους Έλληνες, κάναμε κατασκοπία εναντίον των Γερμανών. Δίναμε πληροφορίες μέσω Τουρκίας η οποία κρατούσε ουδέτερη στάση, στο ελληνικό κλιμάκιο που είχε στείλει εκεί η ελληνική κυβέρνηση που βρισκόταν στο Κάιρο.
Έρχονταν άνθρωποι με πλοιάριο μάθαιναν από εμάς και αξιοποιούσαν τις πληροφορίες. Βοηθούσαμε και στη φυγάδευση Εγγλέζων. Να, θυμάμαι τώρα έναν ʼγγλο αεροπόρο που ήταν τραυματισμένος στο χέρι. Με ειδοποίησε ο Χατζηδιάκος, τον παρέλαβα, τον έντυσα βρακά και με τα ζώα που είχαμε, τα οποία δεν επέταξαν οι Γερμανοί γιατί ο πατέρας μου ήταν γιατρός, έκανε τον βοσκό και τον πήγα, μαζί μ΄αυτά, πίσω στην Αγιά Ειρήνη, σε μια σπηλιά. Πήγαινα δύο φορές την ημέρα για να του κάνω μια ένεση. Μ΄ έναν τρόπο περιπετειώδη οργανώσαμε την φυγάδευση ενός τραυματία, ʼγγλου αξιωματικού της Αεροπορίας, του Roy Cottle, από την Κω στο Πετρούμι (Αλικαρνασσό). Μερικές μέρες μετά έφυγα κι εγώ.
Φύγατε για το μέτωπο;
Δυόμισι, τρεις μήνες μετά την κατάληψη της Κω από τους Γερμανούς το σκασα στη Μέση Ανατολή, με τον ίδιο τρόπο και από το ίδιο σημείο που φυγαδεύαμε τους ʼγγλους. Ο πατέρας μου είχε μάθει τη δράση μου και μου είπε: «παρά να σε κρεμάσουν οι Γερμανοί προτιμώ να πας στον πόλεμο και να σκοτωθείς εκεί». Ήταν ένας άνθρωπος ιδεολόγος, έγινε βουλευτής αργότερα.
Στο ιταλικό μέτωπο πως φτάσατε;
Πήγα και κατατάγηκα στον 2ο Λόχο Μεταφορών της 2ης Ταξιαρχίας, που βρισκόταν σε ένα στρατόπεδο 14 χιλιόμετρα έξω από τη Βηρυτό. Μετά με κατέταξαν ως νοσοκόμο στο Υγειονομικό της 3ης Ορεινής Ταξιαρχίας. Λίγο πιο πριν είχε φύγει κι ο αδελφός μου και κατατάγει στην Αεροπορία.
Ακούγονται απλά έτσι που τα λέτε, αν και ήσασταν στις φλόγες του πολέμου!
Ήταν μια σκληρή δοκιμασία με κακουχίες και κινδύνους, που είχε ως προορισμό την πολεμική δράση. Μετά από όλα αυτά μπαρκάραμε στις 6 Αυγούστου του 44 στην Χάιφα και ύστερα από ταξίδι 4 ημερών φτάσαμε στον Τάραντα της Νότιας Ιταλίας. Ανεβήκαμε στο τρένο, περάσαμε από τη Ρώμη και την Ανκόνα, καταλήξαμε στο Ριτσιόνε. Εκεί αντικαταστήσαμε μια Ταξιαρχία Νεοζηλανδών οι οποίοι βρίσκονταν πριν από εμάς στο Μέτωπο. Από το Γέζι και πάνω ριχτήκαμε στις πολεμικές επιχειρήσεις.
Ήμασταν όλοι νησιώτες: Δωδεκανήσιοι, Χιώτες, Μυτιληνιοί, Σαμιώτες κι οι αξιωματικοί ήταν Κρητικοί. Ο πρώτος που σκοτώθηκε από εμάς και μας τον φέρανε ήταν ένας ταγματάρχης του ελληνικού στρατού, Στεφανάκης λεγόταν μου φαίνεται, από την Κρήτη. Οι Γερμανοί μας βομβάρδιζαν. Να βλέπεις νεκρούς που δεν είχαν κάποιο εμφανές τραύμα να είναι σμπαραλιασμένοι από τα αέρια που έριχναν οι Γερμανοί. Πολεμώντας περάσαμε από την Μπελλάρια και το Ρίμινι και φτάσαμε έως τον Ρουβίκωνα. Οι επιχειρήσεις αυτές κράτησαν περίπου ενάμιση μήνα. Μας κόστισαν πολλές ζωές, κανείς να μην ξαναζήσει τέτοια φρίκη.
Τα καταφέρατε να βγείτε ζωντανός!
Ήμουν ανάμεσα στους τυχερούς που επέζησαν. Αφού ολοκληρώσαμε την αποστολή μας επιστρέψαμε στο Φάνε, μια μικρή πόλη μεταξύ Ανκόνας και Μπάρι. Εκεί συνάντησα και τον αδελφό μου τον Κώστα που υπηρετούσε στην Αεροπορία. Κατεβήκαμε στο Στάτε του Τάραντα όπου ήλθαν προς αναπλήρωση των απωλειών μας άλλοι συμπολεμιστές μας από τη Μέση Ανατολή. Ανάμεσά τους ήταν και ο συμπατριώτης μας ο Δημήτρης Τριπολίτης. Από το Μπάρι εμείς αναχωρήσαμε και επιστρέψαμε στον Πειραιά.
Πώς ήταν τότε τα πράγματα στην Αθήνα;
Η επιστροφή μας στην πατρίδα συνέπεσε με τα Δεκεμβριανά. Ήταν ό,τι πιο θλιβερό μπορούσε να συμβεί στην Ελλάδα η οποία μόλις είχε απαλλαγεί από την ξένη κατοχή. Αποστρατεύτηκα το 1945.
ʼλλοι πολεμούσαν κι άλλοι Γυρίσατε πίσω στην Κω;
Ήμουν πια 26 χρονών. Έκανα εγγραφή στην Ιατρική Σχολή του πανεπιστημίου Αθηνών. Το όνειρό μου ήταν να γίνω γιατρός, να μη με λένε: «ο Περικλής ο Ζερβάνος, ο γιός του γιατρού». Ήθελα κάτι να γίνω. Τελείωσα την ιατρική, πήρα ειδικότητα οφθαλμιάτρου και το Ιούλιο του 1957 ήρθα στη Ρόδο ως διευθυντής της Οφθαλμολογικής κλινικής του Νοσοκομείου. Η Κως με γέννησε, αλλά η Ρόδος με ανέδειξε.
Αν τώρα γυρνούσατε πίσω τι θα αλλάζατε στη ζωή σας;
Δεν έχω παράπονο από τη ζωή μου, στις αρχές δυσκολεύτηκα σα νέος, αλλά μετά έκανα μια ζωή ευτυχισμένη και στο γάμο μου και στα παιδιά μου κι αυτό οφείλεται στη γυναίκα μου, και στην καριέρα μου επέτυχα. Τυχαία επέστρεψα σώος από τον πόλεμο. Τώρα δυσκολεύομαι λόγω ηλικίας. Δεν διαβάζω εφημερίδες, δεν παρακολουθώ τηλεόραση, εκτός από ποδόσφαιρο που βλέπω, αλλά η μνήμη μου είναι άριστη και η όραση δεν μ έχει εγκαταλείψει.
Όλα αυτά τα χρόνια πήγατε ξανά πίσω στα μέρη που πολεμήσατε;
Πριν από πενήντα ένα χρόνια η γυναίκα μου Νένα κι εγώ κάναμε το γαμήλιο ταξίδι μας στην Ιταλία και περάσαμε απ΄ όλα αυτά τα μέρη. Πραγματοποιήσαμε μάλιστα κι ένα προσκύνημα στους τάφους των πεσόντων Ελλήνων, στο νεκροταφείο του Ριτσιόνε. Όταν είπα στον ταξιτζή που μας μετέφερε εκεί τον σκοπό του ταξιδιού μας, δεν δέχτηκε να πάρει χρήματα. Μάλιστα μας συγκίνησε γιατί μας είπε πως κι εκείνος βρέθηκε στη Θεσσαλονίκη στον πόλεμο και δεν ξέχασε ποτέ πόσο τον βοήθησαν οι Έλληνες και πόσο καλά του φέρθηκαν.