Πολυκατάστημα «Σακκής»: ένα όνομα, μια ιστορία!
ΑΝΑΓΝΩΣΤΗΚΕ 6395 ΦΟΡΕΣ
Ο Ιάκωβος Σακκής μιλά για τη ζωή και τη δράση του που είναι συνδεδεμένη με το εμπόριο στη Ρόδο
Έναντι Σακκή! Δεν χρειαζόταν να πεις τίποτα άλλο για να βρεις τα ιατρεία ή τα Εκατό Μαγαζιά! Το πολυκατάστημα «Σακκής», προσδιόριζε όλη τη γύρω περιοχή.
Ο Ιάκωβος Σακκής, ψηλός, επιβλητικός, ένας έμπορος από τους πρωτεργάτες στο χώρο, που ξεκίνησε παιδάκι, γυρολόγος, κι έκανε ένα όνομα, μια ιστορία, σήμερα πηγαίνει στο μαγαζί μόνο τα πρωινά. Από τότε που οι πολυεθνικές μπήκαν στη ζωή μας, οι επιχειρήσεις των ντόπιων πήραν την κατιούσα και μόνο το μεράκι και η παράδοση της οικογένειας τις κρατούν ζωντανές.
Ήξερε πού θα εντοπίσει στην κουβέντα αυτή και τι θέλει να μάθει ο κόσμος για τις συνεργασίες του και τη διαδρομή του. Εκείνος την κατηύθυνε και περιέλαβε όλους τους σταθμούς της.
«Είμαι στο εμπόριο από το 1957, μου λέει, από 16 χρονών έγινα γυρολόγος, γιατί δεν είχα φράγκο. Είχα έρθει από την Αθήνα για να ενισχυθεί η Ισραηλιτική Κοινότητα Ρόδου που ήταν σε αδράνεια. Για να γίνει Κοινότητα εν ενεργεία, χρειαζόταν 70 άτομα. Δεν μαζευτήκαμε, είχαμε καμιά 40αριά, αλλά οι περισσότεροι δεν κάτσανε γιατί δεν μπορούσαν να κάνουν καμιά δουλειά».
Είναι αλήθεια ότι χάσατε τον παππού σας και τον θείο σας, ότι τους πήραν οι Γερμανοί και δεν μάθατε ξανά γι’ αυτούς;
Το 1943-44, με τη σύμφωνη γνώμη και του ραβίνου, πήγαιναν στο Χαϊδάρι να δίνουν το «παρών», στους Γερμανούς. Σ’ ένα «παρών» τους χάσαμε. Ο πατέρας μου κατάλαβε ότι θα έρθει η σειρά του, μας πήρε εμένα μικρό και τη μάνα μου έγκυο και μας πήγε στην Αγιά της Λάρισας όπου εκεί το κουμάντο το έκαναν οι αντάρτες. Όταν έρχονταν οι Γερμανοί εμείς ανεβαίναμε στο βουνό, όπου δεν ανέβαιναν εκείνοι. Πέντε ετών ήμουνα.
Εσείς οι Εβραίοι στο θρήσκευμα, γιατί είστε Έλληνας- έχετε υπηρετήσει στον ελληνικό στρατό- έχετε παράδοση στο εμπόριο. Αυτός είναι ο λόγος που τα πήγατε καλά;
Κακά τα ψέματα, αν δεν σε στηρίξουν, δεν κάνεις τίποτα. Εγώ είχα στήριξη. Με βοηθήσανε, αλλά και τύχη. Ήταν οι εποχές που είχε ανάγκη ο κόσμος από είδη. Η Ρόδος ήταν γυμνή. Ο κόσμος ήθελε να πάρει τα σεντόνια του, δεν είναι όπως σήμερα που παίρνει γιατί θέλει ν’ αλλάξει.
Γυρολόγος, λοιπόν, από μικρός!
Ξεκίνησα κι έκανα τον γυρολόγο στα χωριά Παραδείσι, Κοσκινού, στα Κρητικά όλα και μέσα στην πόλη. Σήμερα είμαι 82 ετών, τους θυμάμαι όλους. Πουλούσα πετσέτες, χρέμια, πολλές κάλτσες αντρικές… Πήγαινα και στα καφενεία στ’ Αφάντου και πουλούσα. Έπαιρνε ο κόσμος. Ή έπαιρνε ή με βοηθούσε, ένα από τα δύο. Μετά στην Παλιά Αγορά, στην Πλατεία Εβραίων Mαρτύρων, έκανα ένα μαγαζάκι γύρω στα 8 τ.μ. ένα μακρόστενο, σωλήνα. Ήταν 1957-58 και δεν είχα λεφτά. Ήρθε ο Μανόλης Βαλσάμης που ήταν στην Παλιά Αγορά, χωρίς να με ξέρει πολύ και υπέγραψε στην τράπεζα, ως εγγυητής. Ο Σάββας είναι ο γιος του. Μετά πήγα στην Ερμού 11 (στου Μαλτέζου) και φέρναμε υφάσματα από το εξωτερικό: Αγγλία, Πορτογαλία, Ιταλία. Τότε δουλέψαμε καλά, ήταν πια η δεκαετία του ‘60. Οι Χαστάδες, ο Ανθίτσας, ο Ζιώγος, για τα υφάσματα, πηγαίναμε χωριό-χωριό. Τα γράφαμε στο τεφτέρι, πληρωνόμασταν με δόσεις. Αλλά μας άλλαξαν τα πετρέλαια, οι τράπεζες.
Τα λεφτά τα παίρνατε ή σας φεσώνανε κιόλας;
Έχω ένα σωρό γραμμένα, 500 χιλιάρικα έχω, αυτά τα έχω ξεχασμένα πια. Έχει πολλά τερτίπια η δουλειά. Δόσεις μεν, αλλά μάζευες ζεστό χρήμα. Όλους τους θυμάμαι. Οι παλιοί που με χαιρετούν το κάνουν με αγάπη. Τους νέους δεν τους ξέρω.
Δραστηριοποιηθήκατε και εκτός Ρόδου, κάνατε συνεργασίες με μεγάλα ονόματα!
Τη δεκαετία του ’60 πήγα φαντάρος κι έφερα τον αδελφό μου τον Ματθαίο από τη Λάρισα για να κρατήσει τη δουλειά. Γυρνώντας με κάλεσε η εταιρεία Κλαουδάτος στην Αθήνα και κάναμε συνεργασία στη Θεσσαλονίκη, σε σούπερ μάρκετ. Είχαμε γύρω στα 80 άτομα προσωπικό. Τότε που ανοίξαμε εγώ είχα ένα μικρό ποσοστό. Είχαμε βάλει κυλιόμενες σκάλες, τις πρώτες που μπήκαν στη Θεσσαλονίκη και πέφτανε και σκοτώνονταν οι πελάτες, θυμάμαι. Το 1967 που ήρθε η χούντα, σταμάτησα με τη Θεσσαλονίκη και τότε μια εταιρεία εργολαβική, η «Κιουρτσόγλου-Διαμαντίδης», πούλαγε στη Ρόδο, στα Εκατό Μαγαζιά, αυτό εδώ το ακίνητο και το πήραμε εμείς.
Κι έτσι έγινε το πολυκατάστημα «Σακκής», στα Εκατό Μαγαζιά! Πράγματι ήταν εκατό τα μαγαζιά, σ’ αυτό το δρόμο; Σαν λίγα μου φαίνονται!
Τα Εκατό Μαγαζιά είναι από τη μέση του δρόμου και πάνω, μέχρι τη γωνία. Είναι και τα μαγαζιά της μέσα μεριάς κι έτσι φτάνουν τα εκατό. Τα είχε χτίσει ο εργολάβος Χριστοφορίδης, δόθηκαν αντιπαροχή. Πριν ο δρόμος λεγόταν Σοφοκλή Βενιζέλου. Το δικό μου ακίνητο το αγόρασα γύρω στο 1968-70.
Και σταματήσατε τη γύρα.
Σταμάτησα τη γύρα, αλλά έκανα χονδρική στα νησιά. Πήγαινα, Κω, Κάλυμνο, Λέρο, Πάτμο, Κάρπαθο. Η Κάρπαθος τότε είχε ένα πλοίο την εβδομάδα και κακή θάλασσα. Πήγαινα με φορτηγό γεμάτο με κρύσταλλα, πορσελάνες, σερβίτσια, είδη οικιακής χρήσης. Πήγαινα στις εκθέσεις στην Ιταλία, μετά το 1975 στις εκθέσεις στη Φρανκφούρτη και πήγαινα και στη Λειψία της ανατολικής Γερμανίας.
Πώς μπαίνατε στο ανατολικό μπλοκ, δεν ήταν εύκολο τότε!
Πήγαινα μαζί με τον Κεσίσογλου, τον Μεϊμαρίδη (Άκρον Ίλιον Κρυστάλ), τον αντιπρόσωπο τον Βορειαδάκη κι έναν από την Κω που δεν θυμάμαι τ’ όνομά του. Πηγαίναμε στη Φρανκφούρτη και νοικιάζαμε δύο αυτοκίνητα, για να πάμε οδικώς. Ένα μάρκο Γερμανίας ισούτο με 10 μάρκα ανατολικής Γερμανίας. Αλλάζαμε για να ‘χουμε να πληρώνουμε, κι εγώ ήμουν ο ταμίας. Εκεί κάναμε καλές δουλειές. Έδινες σ’ αυτόν που σ’ εξυπηρετούσε μία γραβάτα ή ένα άλλο δώρο και σκιζόταν ο άνθρωπος. Ήταν εξαθλιωμένοι, είχαν όμως παιδεία καλή, αθλητισμό και ιατρική περίθαλψη.
Ωραία ζωή, κάνατε. Και βλέπω ότι αντιλαμβανόσασταν τις ανάγκες της αγοράς!
Δεν έχω παράπονο. Ό,τι δεν πήγαινε το αλλάζαμε. Βάλαμε και λευκά είδη. Έχει δυσκολίες η δουλειά. Μέχρι τη δεκαετία το ’90 που μπήκαν οι πολυεθνικές, με τη συνθήκη του Μάαστριχτ πήγαινα στην Αθήνα με την νταλίκα μου, την οποία εγώ οδηγούσα κι εγώ φόρτωνα. Έντεκα μέτρα, 35 τόνους εμπόρευμα: μαχαίρια, πιρούνια, κουτάλια, μπρίκια, λευκά είδη. Οδηγός, φορτωτής κι αφεντικό. Συνεργάστηκα και με τον Παντελαίο και τον Κλαουδάτο, φέρναμε υφάσματα από την Αγγλία. Βοήθησαν και οι εποχές. Έφερνα σεντόνια από την Ελβετία με το μέτρο, πήγαινα στο Βέλγιο, κι έφερνα μοκέτες. Ο κόσμος τότε είχε ανάγκες, ήταν γυμνός κι έπρεπε να ντυθεί και να αποκτήσει τα λευκά του είδη. Τώρα αγοράζει για να πάρει άλλο ένα, τότε δεν είχε κανένα. Μέχρι που ήρθε η κάτω βόλτα. όταν επετράπη στις πολυεθνικές να κάνουν πολυκαταστήματα τα οποία είχαν έδρα στο εξωτερικό, αφορολόγητη στην Ελλάδα και χωρίς να πληρώνουν δημοτικό φόρο. Κατηφόρα. Είχαμε 30 άτομα προσωπικό και απολύαμε. Και ήρθε το 2011 και το πρόβλημα με την υγεία μου όπου έπαθα έμφραγμα. Μ’ έσωσε το ότι δεν κάπνιζα.
Τι θα λέγατε σήμερα στους νέους, εσείς με την τόσο μεγάλη εμπειρία ζωής;
Τι να πεις στους νέους. ...Ο νέος σηκώνεται και φεύγει γιατί δεν έχει τι να κάνει. Πώς να αντεπεξέλθει μ’ αυτούς όλους τους κολοσσούς; Μου είπανε ότι ένας απ’ αυτούς άνοιξε την πρώτη μέρα μετά την καραντίνα κι είχε παρκαδόρο για να βάζει τ’ αυτοκίνητα. Κάθε νέος που εργάζεται και δημιουργεί πρέπει κατ’ εμέ, να έχει προβλέψει από νωρίς την έξοδό του από τη δραστηριότητα. Να έχει κάνει το κουμάντο του. Μετά αρχίζουν οι αρρώστιες, τα προβλήματα… Εγώ πια έρχομαι στο μαγαζί μόνο το πρωί. Τώρα είναι τα παιδιά μου η Ρεβέκκα, η Εύα κι ο Μωυσής στο κατάστημα της Ιαλυσού. Έχω και τρία εγγόνια.
Μίλησε με τη σύζυγό του στο τηλέφωνο και της ζήτησε να βρει φωτογραφίες.
«Εκείνες που κοιτάω, εκεί στο τραπεζάκι», της είπε. Μου τις έφερε την επομένη το πρωί, μαζί με τις σημειώσεις του για την εννιάχρονη θητεία του στην Ισραηλιτική Κοινότητα και την επίσης εννιάχρονη στον Εμπορικό Σύλλογο.
«Τελειώσαμε» μου λέει, με τρόπο λες κι είχε μόλις κλείσει μια ακόμα δουλειά, ή είχε υπογράψει μια ακόμα συμφωνία.


Ακολουθήστε τη Ροδιακή στο Google News