Γιώργος Ζαχαριάδης: H Ρόδος… παλιά: Τα κάλαντα που γέμιζαν τις γειτονιές μουσική, χαρά και αλληλεγγύη

Γιώργος Ζαχαριάδης: H Ρόδος… παλιά: Τα κάλαντα που γέμιζαν τις γειτονιές μουσική, χαρά και αλληλεγγύη

Γιώργος Ζαχαριάδης: H Ρόδος… παλιά: Τα κάλαντα που γέμιζαν τις γειτονιές μουσική, χαρά και αλληλεγγύη

Rodiaki NewsRoom

ΑΝΑΓΝΩΣΤΗΚΕ 649 ΦΟΡΕΣ

Στη Ρόδο των παλιών χρόνων, τα Χριστούγεννα και η Πρωτοχρονιά δεν ήταν μόνο γιορτές, αλλά μια ζωντανή παράδοση που έφερνε τις γειτονιές κοντά μέσα από τα νυχτερινά κάλαντα. Ο Γιώργος Ζαχαριάδης μάς ξεναγεί σε εκείνες τις μαγικές νύχτες, όπου τα μουσικά συγκροτήματα των αθλητικών και φιλανθρωπικών σωματείων και τα παιδιά με τα φαναράκια και τα καραβάκια πλημμύριζαν τους δρόμους της πόλης με μελωδίες, ευχές και μικρές δεκάρες που είχαν τη δύναμη να ενώσουν την κοινωνία και να κρατήσουν ζωντανό το πνεύμα της αλληλεγγύης:

Εμείς, η νέα γενεά, τα κάλαντα να πούμε
κι από τα βάθη της καρδιάς για να σας ευχηθούμε.
Ρίξτε όλοι τον οβολό σας κι είναι μέγας ο σκοπός,
ηθικότατος εν γένει κι ευεργετικός.

Ήταν τα κάλαντα που έψαλλαν τα παλιά χρόνια στη Ρόδο τα Χριστούγεννα και την Πρωτοχρονιά τα μουσικά συγκροτήματα των αθλητικών και φιλανθρωπικών σωματείων, για να συγκεντρώσουν χρήματα προκειμένου να καλύψουν τις ανάγκες τους.

Τα συγκροτήματα των αθλητικών σωματείων αποτελούσαν κυρίως ερασιτέχνες μουσικούς με κιθάρες, βιολιά και ακορντεόν που «μοίραζαν» τις γειτονιές της πόλης. Ο Διαγόρας (που είχε και τρομπέτες στη μπάντα του) έλεγχε τη Μητρόπολη, την Αγία Αναστασία και τα Πανωγιαννιά, ο Δωριέας την Παλιά Πόλη και ο ΑΟΝ τον Νιοχώρι, οι δε εισπράξεις από τα κάλαντα προοριζόντουσαν για την αγορά αθλητικών ειδών για τις ποδοσφαιρικές τους ομάδες!

Ο Αντώνης Βρατσάλης, στο βιβλίο του «Τα Νιοχωρίτικα», αναφέρεται στους μουσικούς εκείνων των χρόνων —κυρίως στο Νιοχώρι— που αποτελούσαν τις μπάντες των αθλητικών και φιλανθρωπικών σωματείων. Και κατονομάζει τον Γιακουμή Χρυσοχόου και τον Γιάννη Αναστασιάδη με τα βιολιά τους, τον Νίκο Φώκιαλη, τον Φιλήμονα Πατσάκη και τον Ευάγγελο Σχίζα με τις κιθάρες τους, τον Γιάννη Κοντουδιό στο φλάουτο, τον Ανδρέα Παπατσή στο μαντολίνο, τον Τάσο Ευθυμίου στην κορνέτα, και τους Κώστα Κάζο, Λάλο Λουιζίδη, Δημήτρη Καταλειφό και άλλους με διάφορα όργανα, και τον πολυσύνθετο μουσικό Ιερόθεο Σχίζα με μαντόλα.

Αλλά και τα παιδιά, σε όλες τις γειτονιές, γύριζαν στα σπίτια για να πουν τα κάλαντα και να εισπράξουν μερικές δεκάρες για ν’ αγοράσουν γλυκά ή καμιά μπάλα! Ιδού πώς περιγράφει ο σπουδαίος Αντώνης Βρατσάλης τις μέρες εκείνες:

Τα παραδοσιακά νυχτερινά κάλαντα ήταν παιδικό προνόμιο και τα στενά δρομάκια των μαρασιών φωτισμένα από φαναράκια με το κερί και τα σημαιοστολισμένα χαρτονένια καραβάκια, στόλος ολόκληρος, στις παιδικές αγκάλες με το θωρηκτό ΑΒΕΡΩΦ, γέμιζαν παράτονες φωνούλες ευχόμενες «καλήν εσπέραν άρχοντες» και «αρχιμηνιά και αρχιχρονιά» κι επίμονα χτυπήματα στις ξώπορτες. Διάλεγαν τα παιδιά τους συντρόφους, να κάνουν τίμιους συνεταίρους για να μην έχουν κλεψιές και καυγάδες στις μοιρασιές. Να συμφωνήσουν ποιος ήταν από την παρέα το πρόσωπο της εμπιστοσύνης για να κρατά την είσπραξη, μη γίνουν «λαδιές» στο δρόμο και κάνουν φτερά οι δεκάρες. Έπρεπε ακόμα να ετοιμάσουν τα χαρτονένια ή ξύλινα καραβάκια ή βαποράκια, να τα αρματώσουν με κατάρτια και φουγάρα, να τα μπογιατίσουν και να τους βάλουν χρωματιστές σημαιούλες. Να ψάξουν στα μαγαζιά για χρωματιστά κινέζικα φαναράκια που μάζευαν σαν φυσαρμόνικες, να εφοδιαστούν με σπαρματσέτα και λιωμένα κεριά από τα μανουάλια της εκκλησίας, νάχουν και ρεζέρβες στις τσέπες. Τέλος, ν’ αγοράσουν τις φυλλάδες με τα κάλαντα από τα βιβλιοπωλεία του Παντελίδη και του Δημητράκη, κοντά στο Μουσείο, και να τα μάθουν απέξω για να μη μπερδεύονται και τα χάνουν σαν μερικούς ψαλτάδες. Έπρεπε να σημειώσουν και την αράδα που θα σταματήσουν να ψάλλουν ανάλογα με το σπίτι — φτωχό, εχούμενο, πλούσιο — γιατί ανάλογη θα ήταν και η πληρωμή. Ακόμη να χαράξουν τις διαδρομές και να βάλουν στο μάτι από πριν τις πόρτες που θα τα έδιωχναν ή θα τους έλεγαν 'πέστε τα', στο παρακλητικό δικό τους ερώτημα «να τα πούμε;».

Αυτά συνέβαιναν τα παλιά τα χρόνια, όπως τόσα γλαφυρά τα περιγράφει ο Αντώνης Βρατσάλης, και παραμένουν ζωντανά στη μνήμη μας όσοι τα έζησαν, αλλά και με κάποιο πικρό παράπονο, γιατί και φέτος δεν χτύπησε το κουδούνι του διαμερίσματος της πολυκατοικίας για να μας πουν τα κάλαντα τα Χριστούγεννα!

Κεντρική φωτό: Πίνακας του Νικηφόρου Λύτρα, «Τα Κάλαντα» (1872), λάδι σε μουσαμά 

Διαβάστε ακόμη

Αργύρης Αργυριάδης: Το τροπάριο της Κασσιανής και το… πελατειακό σύστημα

Γιάννης Σαμαρτζής: Επενδύσεις και Παραγωγικότητα: οι βασικότεροι παράγοντες που μπορούν να αυξήσουν το εισόδημα της χώρας

Χρ. Γιαννούτσος: Μονοήμερο ταξίδι Ρόδος-Σύμη 192 ευρώ για 3 άτομα – Ποια νησιωτική πολιτική;

Κοσμάς Σφυρίου: «Θέλουμε να πάψουν τα ρουσφέτια; Αλλαγή εκλογικού συστήματος αντί επικοινωνιακών “διαγγελμάτων”»

Μαρία Καροφυλλάκη-Σπάρταλη: «Ο συνέχων τα πάντα επί Σταυρού υψούται και θρηνεί πάσα η κτίσις...»

Θανάσης Βυρίνης: Πολυεπίπεδη διακυβέρνηση ή πελατειακό κράτος; Η επιλογή είναι πολιτική

Αργύρης Αργυριάδης: Η δημοκρατία της κόπωσης

Κοσμάς Σφυρίου: Πρώτη καταδίκη για την τραγωδία των Τεμπών