Αγαπητός Ξάνθης: Κάποιες σκέψεις για το βιβλίο του Μιχάλη Β. Μαυρίκου «Περγαμόντα και Πελτέδες και άλλες αληθινές Ιστορίες»
ΑΝΑΓΝΩΣΤΗΚΕ 406 ΦΟΡΕΣ
Γράφει ο Αγαπητός Ξάνθης, αρχιτέκτονας
Οι παρουσιάσεις των βιβλίων είναι μια μυσταγωγία, γνωρίζοντας ότι η συγγραφή ενός βιβλίου αποτελεί έναν πνευματικό κάματο. Είναι το ψυχογράφημα του δημιουργού που εκτίθεται στη δημόσια κρίση. Αποτελεί μια από τις δημοκρατικότερες εξετάσεις του ενεργού πολίτη, του σκεπτόμενου δημότη.
Οι σκέψεις αυτές έρχονται επ’ ευκαιρία του βιβλίου του Μιχάλη Μαυρίκου με τίτλο «Περγαμόντα και Πελτέδες και άλλες αληθινές Ιστορίες», που παρουσιάστηκε πρόσφατα σε αίθουσα του Πανεπιστημίου Αιγαίου στη Ρόδο.
Η δική μου προσέγγιση αποδίδει το βάρος όχι στα ενδιαφέροντα και ζωντανά κείμενα των 60 αληθινών γεγονότων που διατρέχουν τις 546 σελίδες του πονήματος, αλλά εστιάζεται στις συνημμένες φωτογραφίες της εποχής που συνοδεύουν τα κείμενα ως πιστοποιητικό αλήθειας και γνησιότητας. Η παρουσίαση της ταυτότητας και της «γραμμής» της Λίνδου από τις αρχές του 19ου αιώνα μέχρι και τα σήμερα καθίσταται ενδυναμωμένη και καθαρότερη από τις συνοδεύουσες φωτογραφίες μνήμης και ύπαρξης.
Το ταλέντο του συγγραφέα να παντρεύει τον τόπο, την επιστήμη, τη γαστρονομία, τη διεθνή εικόνα αλλά και την κοινωνική συνοχή είναι μια κίνηση που επαφίεται στο πνευματώδες εξαγώγιμο περιεχόμενο του όλου δοκιμίου. Πράγματι, οι φωτογραφίες μιλούν εύκολα στον αναγνώστη, σκαλίζοντας τη θύμηση και την ιστορία της Λίνδου από πλευράς κοινωνικοοικονομικής συνέχειας και δείχνουν όμως παράλληλα πως μπορούμε εμείς να διαχειριστούμε το παρελθόν με τη διάθεση γνώσης και τεκμηρίου αλλά συνάμα ενός ξεπεράσματος κάποιων σκληρών εποχών.
Οι φωτογραφίες των 200 Ελλήνων ηρώων, οι οποίοι εκτελέστηκαν την Πρωτομαγιά του ’44 από τον ναζισμό στην Καισαριανή και οι οποίες πρόσφατα είδαν το φως της δημοσιότητας και έγιναν κτήμα της ελληνικής υπηρεσίας του υπ. Πολιτισμού, μπορούν να γίνουν μορφή ενός καθαρού παραλληλισμού της δύναμης της εικόνας από τον τόπο εκτέλεσης, επιβάλλοντας στα μάτια του σημερινού αναγνώστη μια άσκηση συλλογικής αυτογνωσίας είτε αφηγηματικής είτε στοχαστικής.
Φτάνει να μπορεί να νιώσει το «σύγκρυο» της νοηματοδότησης μιας ίδιας φωτογραφίας που παρουσιάζεται επίσης στο βιβλίο (βλ. σχετ. σσ. 88, 90, οι φωτογραφίες από το στρατόπεδο συγκέντρωσης στο Νταχάου!).
Το ζήτημα δεν είναι να περάσουν οι φωτογραφίες ως καρτ ποστάλ αλλά να έχουν την ικανότητα να συσχετιστούν με τον ψυχισμό του θεατή ως ένα αρχαίο ελληνικό δράμα στα σπλάχνα ενός ζωντανού θεάτρου που αντανακλά στον θεατή, στο κοινό, στο άτομο.
Η μία καρτ ποστάλ που υπάρχει στο βιβλίο (βλ. σ. 212) εντάσσεται στον ξεριζωμό του ελληνισμού στη Σμύρνη το ’22, αποτυπώνοντας την κακομοιριά, την εξαθλίωση και τη δυστυχία των τότε ημερών, εντασσόμενη στο πνεύμα της σηματοδότησης.
Εξάλλου ένα βιβλίο, μια φωτογραφία είναι ο ενδιάμεσος κρίκος μεταξύ χρόνου και ατόμου, μεταξύ φωτός και σκιάς, συμβόλου και προσδιορισμού.
Η φωτεινή αλλά και η σκοτεινή φωτογραφία δείχνει στον παρατηρητή όλους τους τρόπους ζωής. Από τη σκλαβιά και την ταπείνωση έως τη χαρά της συγκέντρωσης ενός γάμου (βλ. σσ. 97, 541) διακρίνουμε τη μεταβλητότητα της ζωής των απανταχού Λινδιακών στο βιβλίο.
Από τους Λινδιακούς αρχοντάνθρωπους και πλούσιους στα πέρατα της γης (βλ. Ινδοκίνα, Μασσαλία, Αντίς Αμπέμπα, Μαρόκο, Αίγυπτο, Αμερική και το Ντιτρόιτ κ.ά.), από τη μπότα της ιταλικής κατοχής της Ρόδου (βλ. σσ. 198-199) μέχρι τους αχνιστούς καραβόλους σκέτη γλύκα που εύφραιναν τους τότε Ιταλούς περιηγητές (βλ. σσ. 191-192), όλα προσφέρονται και γίνονται στο πόνημα του Μιχάλη Μαυρίκου ένα αντίδωρο ζωής μέσα από τις διαθέσιμες φωτογραφίες.
Όλα συνεισφέρουν κατά κάποιο τρόπο στην επικοινωνία και τη σχέση με την αποστολή μιας φωτογραφίας να μην σιωπά, να εμπλουτίζει ένα κείμενο, να φαίνεται ως επεξηγηματικό παράρτημα.
Αλλά το δίλημμα που εξάγεται είναι εάν εμείς τη βλέπουμε, τη διακρίνουμε για να μπορούμε να μιλάμε για αυτήν ως εντύπωση και ως σκέψη.
Μόνο έτσι η φωτογραφία αποκτά αξία και γίνεται κομμάτι της ζωής του αναγνώστη, του θεατή, του τόπου, της αρχιτεκτονικής, της ζωής. Πράγμα που επιτυγχάνεται στο παρόν πόνημα.
Οι μαθητές στη Λίνδο (βλ. σ. 37) αλλά και το αρχοντικό (σ. 142) δηλώνουν την πλούσια κληρονομιά του τόπου, ενός χώρου που προσέφερε στην ιστορία της σύστασης της πόλης Ρόδου αλλά και την πνευματώδη του πορεία από τον αρχαίο φιλόσοφο Κλεόβουλο μέχρι και το σήμερα.
Ο συγγραφέας Μιχάλης Μαυρίκος με τη θαυμάσια οικογένειά του, ο αγαπητός αδελφός του αλλά και η αδελφή του Φαίδρα παραδίδουν μαθήματα θαλπωρής και οικουμενικότητας ξεπερνώντας τα στερεότυπα του κλειστού χώρου και χρόνου.
Χορηγούν ταξίδια φαντασίας και αναπόλησης από τα «πίσω» προς το σήμερα, πιστοποιώντας το παρόν και ατενίζοντας παράλληλα το δημιουργικό μέλλον όπως έκανε ο Γιώργης Κατσαρός στη μακρινή Σαϊγκόν στις αρχές του 20ού αιώνα (βλ. σ. 31).
Οι γραφικές φωτογραφίες από τους ψαράδες (βλ. σ. 205) αλλά και από γιορτές, φέστες και πανηγύρια (βλ. σσ. 243, 286, 383, 445) δηλώνουν εμφατικά τη λεβεντιά, το αντρίκιο και το πρόσχαρο των Λινδιακών (βλ. σ. 449).
Αλλά προβάλλουν και τη ναυτοσύνη τους με την ιδιότητα των ξακουστών καπεταναίων που οργάνωναν τότε ολόκληρη τη Μεσόγειο (βλ. σσ. 252-253).
Όμως σε αντιπαραθετική εικόνα της ωμής αλήθειας εμφανίζονται και φωτογραφίες από τη Μεγάλη Εβδομάδα και τον Επιτάφιο (βλ. σσ. 239, 410, 415) στο χωριό αλλά και την υπέρτατη πράξη της κηδείας (βλ. σ. 540).
Φωτογραφίες από εκκλησίες και από μοναστήρια, από γραφικά πρόσωπα και πανοραμικές φωτογραφίες του χωριού (βλ. σ. 498) αλλά και από το αίσθημα της φιλοξενίας προς τον «ξένο» (σ. 526) πιστοποιούν την ευγένεια των κατοίκων, τη ντομπροσύνη και την εργατικότητά τους.
Φωτογραφίες από τα παραδοσιακά «γαϊδουράκια» της Λίνδου (βλ. σσ. 303, 328, 515) δεν μπορούσαν να λείπουν από την αφήγηση.
Τα φημισμένα σ’ όλο τον κόσμο λινδιακά πιάτα που στόλιζαν τα καπετανόσπιτα (βλ. σ. 457) παρουσιάζονται επίσης στις σελίδες.
Αρχόντισσα η Λίνδος, με άρχοντες να την «κανακεύουν» ως άλλη «μητέρα».
Η μητέρα του συγγραφέα ξεπροβάλλει στα νιάτα της (βλ. σσ. 382, 383, 384) με το σόι και τον πατέρα, αλλά και η γιαγιά (βλ. σσ. 389, 478) έρχονται ως πιστοποιητικό γέννησης για τον δημιουργό του πονήματος.
Τα Πάντα εν Σοφία Εποίησας.
Το βιβλίο έχει τίτλο: «Περγαμόντα και Πελτέδες και άλλες αληθινές Ιστορίες».
Στο τέλος της διήγησης αυτής της τρυφερής ιστορίας υπάρχει μια παράγραφος γεμάτη γλύκα, αρώματα και μυρωδιές που ανταποκρίνονται απόλυτα στον Μιχάλη Μαυρίκο.
Γράφεται ότι η φωτογραφία είναι μια τεχνική μεταξύ των τεχνών. Η δε φωτογραφική γλώσσα έχει γίνει αναπόσπαστο μέρος της σύγχρονης καλλιτεχνικής εμπειρίας.
Σ’ αυτούς τους στόχους οι φωτογραφίες του πονήματος (βλ. σσ. 607-609) έχουν πετύχει σε ύψιστο βαθμό, γι’ αυτό το βιβλίο γίνεται ξεχωριστό και αναγκαίο.
Αλλά και το συνοδευτικό «Γλωσσάρι Ροδιακών Ιδιωμάτων» (βλ. σσ. 547-592) αποδίδει την πρέπουσα γνησιότητα και αυθεντία του δοκιμίου ώστε να πείσει τον καθένα/μιά να γίνει «κτήμα» κάθε βιβλιοθήκης που σέβεται τις ρίζες, τις αγάπες, τον τόπο μας στην τελική.

Ακολουθήστε τη Ροδιακή στο Google News