Βαρβάρα και Χρήστος: Από τον καταυλισμό του Καρακόνερου της Ρόδου σε σπίτι

Βαρβάρα και Χρήστος: Από τον καταυλισμό του Καρακόνερου της Ρόδου σε σπίτι

Βαρβάρα και Χρήστος: Από τον καταυλισμό του Καρακόνερου της Ρόδου σε σπίτι

Κυριακή Πετρίδου

ΑΝΑΓΝΩΣΤΗΚΕ 8718 ΦΟΡΕΣ

Η ζωή ενός ζευγαριού νέων Ρομά-πρότυπο κοινωνικής ένταξης

Η Βαρβάρα και ο Χρήστος είναι ένα νέο σε ηλικία ζευγάρι, 29 χρόνων εκείνη, 34 εκείνος, που προσπαθεί να επιβιώσει όσο καλύτερα μπορεί, όπως οι περισσότεροι, και να μεγαλώσει τα παιδιά του, παρέχοντάς τους τα αυτονόητα: ένα σπίτι με ρεύμα και νερό, εκπαίδευση, ιατρική περίθαλψη και να τα βλέπει να μεγαλώνουν «φυσιολογικά», μέσα στην κοινωνία. Δεν πειράζει αν το σπιτικό που έχουν στήσει μετριέται μόλις σε δυο δωμάτια και αν έξι νοματαίοι, οι ίδιοι και τα τέσσερα παιδιά τους, έχουν μόνο ένα υπνοδωμάτιο. Έχουν δουλειές, «κανονικές» δουλειές, και τα βγάζουν πέρα. Πάνω απ’ όλα, όμως, έχουν αξιοπρέπεια και γ’ αυτό η πολυμελής αυτή οικογένεια μοιάζει να τα έχει όλα, μοιάζουν να είναι χαρούμενοι. Τι είναι αυτό που τους κάνει «ξεχωριστούς»; Είναι Ρομά και η ιστορία του ζευγαριού ξεκίνησε στον καταυλισμό του Καρακόνερου.

Και επειδή δεν καταλήγουν όλες οι ιστορίες από εκεί είτε στα παλιοσίδερα και τα καμένα λάστιχα ή στο αστυνομικό δελτίο, αυτή, κατά τη γνώμη μας, είναι μια ιστορία που αξίζει να ειπωθεί. Όχι μόνο γιατί είναι «διαφορετική», αποτελώντας μια επιτυχημένη πιλοτική προσπάθεια αλλά γιατί μέσα από αυτήν αναδεικνύονται οι ρίζες ενός προβλήματος που ταλανίζει το νησί εδώ και περίπου τρεις δεκαετίες, αλλά και η όποια πρόοδος έχει γίνει όλα αυτά τα χρόνια, κυρίως από την πλευρά των ίδιων των Ρομά.

Αναδεικνύει όμως και τις πολύτιμες υπηρεσίες που παρέχει η εξειδικευμένη πολυεπιστημονική ομάδα του Παραρτήματος Ρομά του Κέντρου Κοινότητας της Διεύθυνσης Κοινωνικής Πολιτικής του δήμου της Ρόδου, με κοινωνικό λειτουργό, ψυχολόγο, επισκέπτη υγείας, κοινωνιολόγο, παιδαγωγό, λογιστή και διαμεσολαβητή, με την αρωγή κατά καιρούς εθελοντών γιατρών, δικηγόρων και άλλων, οι οποίοι, με ανεξάντλητη υπομονή, επιμονή, ανθρώπινη προσέγγιση και απίστευτη ευαισθησία, κατόρθωσαν να βάλουν αυτούς τους ανθρώπους στον «χάρτη», να έχουν ίσα δικαιώματα αλλά και υποχρεώσεις μέσα στην κοινωνία των πολιτών, με τον όρο να σέβονται τους κανόνες της.

Η πρώτη εντύπωση

Κάπου μέσα στα στενά σοκάκια του Αρχαγγέλου, «κρυμμένο» είναι το σπιτάκι αυτό, έχοντας μπροστά του μια αλάνα. Η Βαρβάρα με τον Χρήστο, μας περιμένουν με ανοιχτή την πόρτα και συγκρατημένα χαμόγελα. Όταν πήγαμε να μπούμε, πρόσεξα ότι τα παπούτσια ήταν όλα έξω, στη σειρά. «Να τα βγάλουμε κι εμείς;», ρώτησα. «Όχι, όχι. Δεν πειράζει. Περάστε». Το μικρό καθιστικό με την κουζινίτσα «έλαμπαν», στολισμένα με ριχτάρια και κιλίμια, όπως αρέσει στους Ρομά. Στους τοίχους είχε και εκεί «στολίδια», που τα έφτιαξε η Βαρβάρα και το λέει με καμάρι. Άλλωστε, η καλύτερη ζωή και η «ενσωμάτωση στον κοινωνικό ιστό», δεν πρέπει να σημαίνει να απολέσει κάποιος την ταυτότητά του, τις ρίζες του.

«Να παραγγείλω καφέ;», ρωτάει η Βαρβάρα. «Γιατί; Δεν φτιάχνεις;», της λέω. «Τι; Από εδώ θα πιείτε καφέ;», με ξαναρωτάει με μια δόση δισταγμού και έκπληξης. «Ναι», της λέω και φυσικά φτιάχνει ελληνικό που μας τον τρατάρει σε δισκάκι. Δύο πράγματα εντόπισα από την πρώτη στιγμή: Η Βαρβάρα είναι η «κολώνα» του σπιτιού και επίσης είναι συνηθισμένοι σε τέτοιες επισκέψεις: κοπέλες να τους ρωτούν πως περνούν, αν έχουν κάποιο πρόβλημα, αν τα παιδιά πηγαίνουν σχολείο. «Είναι εδώ της πρόνοιας», λέει κάποια στιγμή στο τηλέφωνο καθώς βέβαια η συνέντευξη έγινε με τη διακριτική παρουσία της αναπληρώτριας διευθύντριας κοινωνικής πολιτικής του δήμου, της κας Χριστίνας Καραγιάννη.

Οι ρίζες

Βαρβάρα: «Καλαμάτα γεννήθηκα, ήρθα εδώ με τη μαμά, τον μπαμπά και έξι αδέρφια και μέναμε όλοι στην παράγκα. Είμαι εδώ από έξι χρονών, παντρεύτηκα εδώ, έκανα τέσσερα παιδιά εδώ. Στον καταυλισμό έμενα μέχρι που παντρεύτηκα… Ο μπαμπάς, κάτω (σ.σ. στο Άργος), ήταν μανάβης, εδώ παλιατζής. Στη Ρόδο ήρθαμε για να δουλέψει η μάνα μου, ο πατέρας μου-δεν είχε δουλειά από ‘κει-ήτανε και τα’ αδέρφια της εδώ, χρόνια…­».

  • Άρα, στον καταυλισμό ήταν η μόνη ζωή που ήξερες. Πώς ήταν εκεί;

Βαρβάρα: «Εκεί μέσα ήτανε χάλια. Μου άρεσε να είμαι σε ένα σπίτι από μικρή γιατί είχαμε κάτσει σε σπίτι στο Άργος, με νοίκι. Δηλαδή, ο πατέρας μου πρώτη φορά έφτιαξε εδώ παράγκα και δεν ήμουνα πολύ καλά (σ.σ. μ’ αυτό) που ήμουνα μικρή, όταν ήρθα εδώ. Δηλαδή, όπου πήγαινε ο πατέρας μου νοίκιαζε σπίτια».

  • Εδώ γιατί δεν νοίκιασε;

Βαρβάρα: «Γιατί ήταν τα αδέρφια της μάνας μου, της είπαν “κάτσε εδώ” και μετά κάτσαμε στον καταυλισμό, πολλά παιδιά, ήθελε βοήθεια..Σχολείο έχω πάει μόνο στο Άργος δύο-τρεις μήνες…»

  • Κι εδώ γιατί δεν πηγαίνατε σχολείο;

Βαρβάρα: «Γιατί δεν πήγαινε κανένας! Τώρα ξεκινήσανε, που έκανα εγώ μωρά».

  • Σου κακοφάνηκε, δηλαδή, όταν ήρθατε εδώ και μένατε σε παράγκα;

Βαρβάρα: «Ναι! Ήτανε πάρα πολύ χάλια. Δεν είχα ξαναμείνει έτσι, με πολλά άτομα. Δηλαδή, με τα σκουπίδια, μ’ αυτά, δεν είχα ξαναμείνει. Δηλαδή, ο πατέρας μου δεν ήταν έτσι, να πάει να μείνει σε καταυλισμό».

  • Ο πατέρας σου που, όπως λες, είχε συνηθίσει αλλιώς, γιατί δεν σας πήγε σε σπίτι;

Βαρβάρα: «Ήμασταν πολλά παιδιά και δύσκολα να πιάσεις σπίτι»

Χρήστος: «Όσο ακούνε και Ρομά… Το πρώτο ερώτημα είναι «τι είσαι» και «πόσα παιδιά έχεις…».

Βαρβάρα: «Όταν ακούνε και πολλά παιδιά. Παλιά κάτι μπορούσες να βρεις, τώρα…».

  • Εσύ τι έκανες μεγαλώνοντας εκεί;

Βαρβάρα: «Σπίτι όλη μέρα».

Χρήστος: «Εδώ γεννήθηκα, εδώ μεγάλωσα. Μπαμπάς, μαμά, είναι από Πύργο Ηλείας, ήρθαν εδώ στη Ρόδο να κάτσουν για λίγο… και κάτσανε (γελάει)».

  • Γιατί μένουν εδώ αφού δεν είναι καλά όπως λέτε;

Χρήστος: «Τους αρέσει η Ρόδος, δεν ξέρω. Βγάζουν το φαγητό τους εδώ; Συντηρούνται πιο άνετα;».

  • Στη δική σου οικογένεια πόσα άτομα είστε;

Χρήστος: «Είμαστε τρία κορίτσια, τρία αγόρια. Τα κορίτσια είναι παντρεμένα στην Αθήνα, έχουν δικά τους σπίτια».

  • Εσύ πώς μεγάλωσες εδώ;

Χρήστος: Μεγάλωσα στο Ροδίνι, στον καταυλισμό παλιά. Το 2000 φύγαμε από εκεί, πήγαμε σε ενοικιαζόμενα σπίτια στα Τριάντα. Πήγε η μάνα μου να με βάλει σχολείο εκεί, μόλις είδανε Ρομά... Δεν πήγα σχολείο μετά ξανά και μεγάλωσα μέχρι 2005-2006 στα Τριάντα».

  • Δηλαδή, και οι δύο σας μείνατε για κάποια χρόνια σε σπίτι...

Χρήστος: Μετά στα Τριάντα ο ιδιοκτήτης ήθελε να πουλήσει το σπίτι, έψαχνε ο πατέρας μου για σπίτι, έψαχνε, και αναγκαστικά πήγαμε μετά κάτω, στο Καρακόνερο…».

  • Και πώς περνούσαν τα χρόνια εκεί;

Χρήστος: «Στο Καρακόνερο; Φασαρίες, σκουπίδια, ποντίκια… Δεν μου άρεσε καν εκεί. Παναγία μου, είναι του φόβου, να τσακώνονται τα βράδια…».

Βαρβάρα: «Εμένα με έφαγε το ποντίκι το βράδυ, όπως κοιμόμουνα, όταν ήμουνα ανύπαντρη. Ήρθε και με δάγκωσε εδώ (σ.σ. δείχνει τη μύτη της) και μετά πήγαμε στο Νοσοκομείο και έκανα αυτή την ένεση»!

  • Πώς γνωριστήκατε;

Χρήστος: «Από φίλοι…»

Βαρβάρα: «Είχαμε σχέση ένα χρόνο. Όταν παντρεύτηκα ήμουν δεκατρία μισό… Τώρα έγινε επιλογή, δηλαδή που παντρεύουν τα παιδιά επιλογή που κάνει η μάνα και ο πατέρας. Παλιά ήτανε επιλογή δικιά μας. Δηλαδή, κάναμε μία σχέση, θα κλεφτούμε…».

  • Μετά τι έγινε;

Βαρβάρα: «Μετά το καταλάβανε και ήρθαν ο πατέρας του, η πεθερά μου και οι συγγενείς και με ζήτησαν. Ήρθαν με δώρα, σαμπάνια, με τούρτες. Μετά κάτσαμε ένα μήνα λογοδοσμένοι…Τώρα το Πάσχα κλείνουμε δεκαέξι χρόνια παντρεμένοι. Έχω παιδί δεκατεσσάρων χρονών, 13 ο δεύτερος, 12 είναι το κορίτσι και 11 ο μικρός…».

  • Και πού μένατε στην αρχή; Στον καταυλισμό;

Χρήστος: «Φτιάξαμε μία παράγκα μετά από λίγους μήνες. Στην αρχή μέναμε στη μαμά μου, στην παράγκα, σε ένα δωμάτιο».

Βαρβάρα: «Δύο μήνες έκατσα στην πεθερά μου σε ένα δωμάτιο και μετά έφτιαξα τη δικιά μου (σ.σ. παράγκα). Αλλά με γυψοσανίδες, είχα βάλει και πάτωμα, τουαλέτες…».

  • Πόσο καιρό μείνατε στον καταυλισμό;

Και οι δύο μαζί: «Και τα τέσσερα παιδιά τα κάναμε εκεί…»

  • Πού δουλεύατε;

Βαρβάρα: «Δεν δούλευα με τα παιδιά. Τώρα, όμως, είναι πέντε χρόνια που δουλεύω»

Χρήστος: «Παλιοσίδερα».

Η νέα ζωή

Βαρβάρα: «Μείναμε πάνω από έξι χρόνια και κάπου το 2020 φύγαμε. Όταν ξεκίνησαν τα παιδιά και μεγάλωσαν, μετά έρχονταν τα κορίτσια (σ.σ. εννοεί τα στελέχη του Παραρτήματος Ρομά), η Κατερίνα, η Ειρήνη, η Γιώτα, η Τσαμπίκα, η Άννα χρόνια συνέχεια στο σπίτι μας, είχαν ξεκινήσει και έβαλαν τα παιδιά μας στο σχολείο, ερχόταν και λεωφορείο, ήταν και η ψυχολόγος η Εύα που ερχότανε. Έρχονταν συνέχεια και μίλαγαν τα κορίτσια ότι είναι καλό να φύγουμε».

  • Σας άρεσαν αυτά που ακούγατε;

Και οι δύο: «Ναι!».

Βαρβάρα: «Και τα τέσσερα παιδιά μου ξεκίνησαν σχολείο από το νήπιο», λέει με περηφάνια.

  • Είχατε φόβους πώς θα τα δεχτούν;

Βαρβάρα: «Εγώ δεν είχα και τόσο. Άμα είναι περιποιημένα τα παιδιά και πάνε καθαρά, θα τα δεχτεί ο άλλος. Αν πάνε δηλαδή με βρώμικα ρούχα κτλ., δεν θα τα δεχτεί ο άλλος. Ο διευθυντής (σ.σ. του σχολείου) συνέχεια με έπαιρνε τηλέφωνο και μου έλεγε «μπράβο Βαρβάρα» που τα παιδιά μου ήταν τα πιο καθαρά. Πάρα πολύ καλός διευθυντής, ήθελε τα παιδιά μου…».

  • Πώς φύγατε το 2020;

Βαρβάρα: «Όταν έφυγα από τον καταυλισμό ήταν εξαιτίας των παιδιών. Έμενε μία φιλενάδα μου σε ένα σπίτι παλιό (σ.σ. στην πόλη) και ήθελε να φύγει, να πάει Αθήνα και λέω «Χρήστο, πρέπει να φύγουμε να πάμε σε ‘κάνα σπίτι. Αφού έφυγε η φιλενάδα μου, να πάμε σ’ αυτό το σπίτι. Και το παιδί είχε σπάσει το πόδι και ερχόταν ασθενοφόρο και το ‘παιρνε να βγάλει ακτινογραφία γιατί έπρεπε να περάσει σίδερα. Εκεί που ήταν χάλια το πόδι του παιδιού, για να μην πάρει κανένα μικρόβιο από τα ποντίκια, ήτανε και πολύ ζέστη, μόλις έφυγε η φιλενάδα μου, μίλησα με τον ιδιοκτήτη να πάω εγώ στο σπίτι. Ξεκινήσαμε να πάμε στο σπίτι και μετά ήρθαν και τα κορίτσια και μας μίλησαν να μπούμε σ’ αυτό το πρόγραμμα (σ.σ. Το «Στέγαση και Εργασία» που καλύπτει για δύο χρόνια το ενοίκιο, ενίσχυση για τους λογαριασμούς κοινής ωφέλειας και οικιακό εξοπλισμό).

  • Μεγάλη βοήθεια αυτό, όμως πρέπει να έχεις και δουλειά…

Βαρβάρα: «Ήρθε η κουνιάδα μου από την Αθήνα για να δουλέψει, έπιασε μια δουλειά καμαριέρα, ξεκίνησε να πάει μου λέει «Βαρβάρα, θα έρθεις; Να σε βάλω;», «Βάλε με» της λέω, «από καθαριότητα ξέρω». Και μετά με έβαλε η κουνιάδα μου και ξεκίνησα σε άλλα ξενοδοχεία. Τώρα δουλεύω πέντε χρόνια».

Χρήστος: «Ένα καλοκαίρι δούλεψα κι εγώ σε ξενοδοχείο, τώρα σκέφτομαι να πάω».

  • Από το άλλο σπίτι γιατί φύγατε;

Βαρβάρα: «Τα κορίτσια μας είχαν βάλει στο πρόγραμμα γιατί ήταν πολύ παλιό το σπίτι. Μας είχαν μιλήσει από το Καρακόνερο, βρήκα εγώ μόνη μου σπίτι αλλά τα κορίτσια δεν μας άφηναν έτσι, έρχονταν και μετά με έβαλαν στο πρόγραμμα αυτό. Ήταν και η γειτονιά… Εγώ πήγαινα για δουλειά και τα παιδιά φώναζαν και κάποιοι γείτονες τους πέταξαν πέτρες».

Ακολούθησε η φιλοξενία τους σε συγγενικά σπίτια και μετά την πήρε τηλέφωνο η Κατερίνα (σ.σ. κοινωνική λειτουργός του Στέγαση και Εργασία) και την ενημέρωσε ότι βρέθηκε στον Αρχάγγελο ένα μικρό σπίτι.

Βαρβάρα: «Οι πιο πολλοί δεν θέλανε Ρομά γιατί λέγανε δεν θα πληρώσουν τα νοίκια. Μετά ήρθαμε σ’ αυτό το μικρό σπίτι, ο ιδιοκτήτης είναι καλός».

  • Περιγράψτε μου την πρώτη συνάντηση μαζί του…

Χρήστος: «Μας συμπάθησε, ήξερε ότι είμαστε Ρομά».

Βαρβάρα: «Ήταν και η κα Καραγιάννη εδώ και (γελάει) λέει ο ιδιοκτήτης «εγώ ήξερα που έχετε δύο παιδιά και γίνατε συν δύο!». «Δεν με νοιάζει-είπε-που έχουν τέσσερα παιδιά, εγώ θέλω να είναι καθαροί, να έχουν συμπεριφορά καλή».

Χρήστος: «Τώρα είμαστε και κουμπάροι με τον ιδιοκτήτη. Μόλις άκουσε ότι βγάλαμε το παιδί μας με το όνομα του πατέρα του, είπε «θα το βαφτίσω».

Βαρβάρα: «Είναι πάρα πολύ καλός, δεν έχουμε παράπονο και μου πήρε και τις μπογιές να βάψω τα Χριστούγεννα».

  • Σήμερα που έχουν περάσει κάποια χρόνια, τι σκέφτεστε;

Χρήστος: «Εκεί στον καταυλισμό έχει πολλούς τσακωμούς, μουσικές όλη την ώρα, κοιμάσαι και ακούς φασαρία, σηκώνεσαι τα βράδια να δεις ποιος μαλώνει, φοβάσαι για τους συγγενείς σου μήπως κανένας μαλώνει, δεν έχεις ηρεμία, δεν έχεις γαλήνη. Εδώ έχεις το μπάνιο σου…».

  • Δηλαδή, θέλατε μια ζωή πιο κοντά στη δική μας…

Βαρβάρα: «Γιατί εγώ έχω ζήσει σαν τη δικιά σας, και στο Άργος που ήμουνα πιο μικρή έμενα σε σπίτι. Αυτό ξεκίνησε από τον μπαμπά μου. Δεν με άφηνε να είμαι αλήτισσα. Μου έλεγε θα κάτσεις στο σπίτι σου, θες να πας μία βόλτα, θα σου δώσω εγώ λεφτά. Ο πατέρας μου είναι άλλος άνθρωπος».

Η κοινωνία των πολιτών

  • Πώς είναι οι γείτονες μαζί σας;

Βαρβάρα: Πάρα πολύ καλή γειτονιά! Θα ψήσουν τώρα; Θα μου στείλουν. Θα ψήσω; Θα τους στείλω. Δεν ενοχλούνται, δεν έχουν πάρει ποτέ τηλέφωνο τον ιδιοκτήτη. Εμένα με πήρε ο ιδιοκτήτης και μου είπε «μπράβο σου Βαρβάρα, όλοι μου λένε για την καθαριότητα».

  • Τα παιδιά πώς πάνε στο σχολείο;

Βαρβάρα: «Ο μικρός δεν θέλει να πάει. Μόνο μ’ αυτόνε έχω θέμα. Εγώ του λέω «θα συνεχίσεις γιατί άμα δεν πας θα πάω εγώ φυλακή, άλλαξε τώρα ο νόμος»! Έχω μιλήσει και με τη δασκάλα, όσο μπορώ αυτόνε θα τον στείλω…

  • Με τα άλλα τα παιδιά στο σχολείο πώς είναι:

Βαρβάρα: «Αγαπημένοι, έχουν φιλία και τώρα θα περπατήσουμε στο δρόμο, θα τρέξουν τα παιδιά, να τους φιλήσουν»!

Όταν οι Ρομά ονειρεύονται

  • Τα όνειρά σου όταν ήσουνα μικρή, ποια ήταν;

Βαρβάρα: «Ωραίο ήταν να ήξερα κάποια πράγματα από μικρή. Με έστελνε σχολείο ο πατέρας μου, όσο ήμασταν στο Άργος δεν με άφηνε. Όταν ήρθαμε εδώ δεν με έστελνε γιατί δεν πήγαινε κανένας».

  • Τι ονειρεύεστε για το μέλλον, για σας, για τα παιδιά σας;

Βαρβάρα: «Εγώ θέλω να πάρω ένα οικόπεδό εδώ, να είναι δικό μου, να χτίσω σπίτι, να κάτσω και, σιγά-σιγά, να βοηθήσω και τα παιδιά μου να μεγαλώσουν, να πιάσουν κι αυτοί μία δουλειά και να κάνουν το όνειρό τους, αυτό που θέλουν. Αλλά το πρώτο που θέλω, που το έχω ένα βάρος, θέλω να πάρω ένα οικόπεδο στη Ρόδο…».

Στο τέλος ο Χρήστος είπε «θα το σκεφτώ άμα πάω, η δουλειά μου είναι στα συνεργεία να μαζεύω τη σαβούρα και να τα πάω στη μάντρα… Μπορεί να πάω σε ξενοδοχείο. Παρεμβαίνει όμως η Βαρβάρα και λέει «πρέπει να πάει για δουλειά, ένα χέρι δεν βγαίνει. Δύο χέρια είναι πιο καλά, ένα χέρι τι να κάνει;».

Κλασικά οικογενειακά πράγματα, δηλαδή. Κάτι μας λέει ότι θα περάσει της Βαρβάρας…

Διαβάστε ακόμη

Το όραμα του Κ. Πράπογλου για το Μουσείο Νεοελληνικής Τέχνης

Σχολικός Εκφοβισμός: Τα σημάδια, τα λάθη των γονιών και η δύναμη της ενσυναίσθησης

Συνέντευξη με τον Δρ. Γιώργο Ρόκα: Ευρυαγγείες στα πόδια – Όσα πρέπει να γνωρίζετε για τα αίτια, τα συμπτώματα και τις σύγχρονες θεραπείες

Μπροστά στην κρίση: Η δράση των κοινωνικών λειτουργών στο Νότιο Αιγαίο

Ο Σάββας Δρακιού από τη Ρόδο: δάσκαλος, ξεναγός, έφεδρος, μία ζωή γεμάτη ήθος, γνώση και προσφορά

Χρυσό βραβείο για τη Δημοτική Σχολή Χορού «Έλλη Παρασκευά» στον Danse Prix de la Grèce 2026

Στα 17 του, από τις Καλυθιές στη μεγάλη σκηνή: Ο Ροδίτης σκηνοθέτης Ραφαήλ Νικόλαος Λουκατάρης

Alia AI: Οι 14χρονοι “Geniuses” της Ρόδου που έφτιαξαν τον πρώτο AI βοηθό ιατρείων στα ελληνικά