Σωτήρης Ντάλης: Πολωνία: θεσμική σύγκρουση με ρωσικό «άρωμα»
ΑΝΑΓΝΩΣΤΗΚΕ 56 ΦΟΡΕΣ
Του ΣΩΤΗΡΗ ΝΤΑΛΗ*
Λίγες ημέρες μετά την επέμβαση της αστυνομίας στο Συνταγματικό Δικαστήριο της Πολωνίας, ο πρωθυπουργός Ντόναλντ Τουσκ κάλεσε τον εθνικιστή πρόεδρο Κάρολ Ναβρότσκι να αναγνωρίσει τους δικαστές που εκλέχθηκαν πρόσφατα από το κοινοβούλιο, επισημαίνοντας ότι έτσι θα επιλυθεί η κρίση που αφορά στο Συνταγματικό Δικαστήριο.
Η θεσμική κρίση σχετικά με το Συνταγματικό Δικαστήριο, που πήρε ανησυχητικές διαστάσεις πριν λίγες μέρες, διαρκεί από το 2015. Οι διορισμοί σε αυτό έχουν γίνει κατεξοχήν πολιτικοί και δεν εγγυώνται την ανεξαρτησία του. Το Δικαστήριο ήταν στο επίκεντρο διαφωνίας μεταξύ των Βρυξελλών και της εθνικιστικής κυβέρνησης του κόμματος PiS (Νόμος και Δικαιοσύνη) την περίοδο 2015-2023.
Από το 2015, η κυβέρνηση του PiS είχε διορίσει δικαστές που τελούσαν υπό την πολιτική του επιρροή. Η Ευρωπαϊκή Ένωση δεν τους αναγνώρισε, ούτε ο κεντροδεξιός πρωθυπουργός Ντόναλντ Τουσκ, που δηλώνει: «Ας πούμε τα πράγματα με το όνομά τους».
«Στην Πολωνία υπάρχουν εδώ και πολλά χρόνια οργανώσεις και πολιτικές προσωπικότητες που επιδιώκουν να καταστρέψουν τη δημοκρατία και το κράτος δικαίου. Και δεν είναι τυχαίο ότι βρίσκουν υποστήριξη, σε παγκόσμιο επίπεδο, από τις φιλορωσικές δυνάμεις», υποστηρίζει ο Πολωνός πρωθυπουργός Ντόναλντ Τουσκ, σχολιάζοντας την κλιμάκωση της σύγκρουσης γύρω από το Συνταγματικό Δικαστήριο.
«Την 1η Νοεμβρίου, γίναμε μάρτυρες σκανδαλωδών γεγονότων μπροστά από την έδρα του Συνταγματικού Δικαστηρίου. Θα ευχόμουν να μην είχαμε ποτέ παρακολουθήσει τέτοιες σκηνές στην Πολωνία. Ωστόσο, ο δρόμος προς την εκτόνωση δεν μπορεί να περνά μέσα από την υποταγή στην παρανομία και τη βία. Ένα δημοκρατικό κράτος πρέπει να είναι ισχυρό και ικανό να εγγυάται το κράτος δικαίου απέναντι σε κάθε εκδήλωση επιθετικότητας. Η επίθεση κατά του Δικαστηρίου και των δικαστών του αποτελεί ένα νέο βήμα στη διαδικασία διάλυσης του κράτους δικαίου στην Πολωνία, η οποία καθοδηγείται από το κόμμα "Νόμος και Δικαιοσύνη" (PiS), καθώς και από τους Άντρζεϊ Ντούντα και Κάρολ Ναβρότσκι».
Έχοντας την κοινοβουλευτική πλειοψηφία, ο Τουσκ επιδίωξε τη μεταρρύθμιση του Δικαστηρίου. Κανείς δεν αμφέβαλλε ότι, στη σύνθεση που είχε επιβάλει το PiS, αυτό το όργανο δεν αποτελούσε ένα πραγματικό δικαστήριο. Άλλωστε, αυτή ήταν η ανάλυση που συμμερίζονταν οι διεθνείς θεσμοί, οι πολωνικές νομικές αρχές και η κοινή γνώμη.
«Για να απλουστεύσουμε τα πράγματα, ας πάρουμε ένα παράδειγμα. Ας φανταστούμε ότι ένας κλέφτης αρπάζει την τσάντα μιας ηλικιωμένης κυρίας και τρέπεται σε φυγή. Μόλις συλλαμβάνεται, αρχίζει να φωνάζει ότι είναι θύμα βίας, χαρακτηρίζοντας την προσπάθεια ανάκτησης της τσάντας ως επίθεση εναντίον του. Και ιδού που ορισμένοι υποστηρικτές της ισότητας προτείνουν, για να αμβλυνθούν οι εντάσεις, ο κλέφτης και το θύμα να μοιραστούν δίκαια το περιεχόμενο της τσάντας.
Ας πούμε τα πράγματα με το όνομά τους. Στην Πολωνία, οργανώσεις και πολιτικές προσωπικότητες επιδιώκουν, εδώ και πολλά χρόνια, να καταστρέψουν τη δημοκρατία και το κράτος δικαίου. Δεν μου πέφτει λόγος, σήμερα, να καθορίσω τα κίνητρα των πράξεών τους. Γίνεται από απληστία, από ηλιθιότητα ή από προδοσία; Στο τέλος της ημέρας, το αποτέλεσμα παραμένει το ίδιο.
Και δεν είναι τυχαίο ότι βρίσκουν υποστήριξη, σε διεθνές επίπεδο, μεταξύ των φιλορωσικών δυνάμεων. Σήμερα, σε αυτή τη σύγκρουση, μπορούν μάλιστα να βασίζονται στην υποστήριξη ενός στρατού ρωσικών "bots" στο διαδίκτυο. Έλαβαν ακόμη και...» ...δημόσια συγχαρητήρια από το Κρεμλίνο».
Η αναφορά του Τουσκ στο Κρεμλίνο δεν είναι τυχαία. Ο πρώην Ρώσος πρόεδρος και αντιπρόεδρος του Συμβουλίου Ασφαλείας της Ρωσικής Ομοσπονδίας, Ντμίτρι Μεντβέντεφ, χαρακτήρισε πράγματι τα γεγονότα στην Πολωνία «πραξικόπημα», υποστηρίζοντας ότι «οι φιλελεύθεροι του Τουσκ, προστατευόμενοι από τις Βρυξέλλες, καταστέλλουν τους συντηρητικούς του PiS».
Η απάντηση του Τουσκ ήταν αναμενόμενη: «Όλα είναι ξεκάθαρα».
Και, φυσικά, η φωνή του Αλεξάντρ Ντούγκιν, ενός εκ των βασικών ιδεολόγων του ρωσικού εθνικισμού, δεν θα μπορούσε να λείψει από την πολωνική κρίση.
Ο Ντούγκιν έγραψε στο X:
«Ο Τουσκ είναι ένας άνθρωπος της παγκοσμιοποίησης και της ΕΕ, της Αριστεράς. Ο Ναβρότσκι είναι τραμπικός, της Δεξιάς. Είναι απολύτως ασύμβατοι. Και οι δύο είναι ρωσόφοβοι. Αλλά ο πρώτος είναι φιλοουκρανός, ενώ ο δεύτερος είναι ένας Πολωνός εθνικιστής, εχθρικός προς το Κίεβο». Ο Ντούγκιν αναδημοσίευσε επίσης δημοσιεύματα που έκαναν ανοιχτά λόγο για «δικαστικό πραξικόπημα» στην Πολωνία.
Είναι ενδιαφέρον να σημειωθεί ότι ο Ντούγκιν, παρόλο που χαρακτηρίζει τον Τουσκ και τον Ναβρότσκι «ρωσόφοβους», υποδεικνύει σαφώς ποιον θεωρεί πιο χρήσιμο για τα ρωσικά συμφέροντα: τον εθνικιστή και εχθρικό προς το Κίεβο πρόεδρο, σε αντίθεση με τον φιλοευρωπαίο και φιλοουκρανό πρωθυπουργό.
Και αυτό, λέει πολλά από μόνο του.
Εν τω μεταξύ, η θεσμική σύγκρουση έχει εκφυλιστεί περαιτέρω.
Η διαμάχη εντάσσεται στην αντιπαράθεση που ξεκίνησε το 2015 και αφορά την πολιτικοποίηση του Δικαστηρίου, τους διορισμούς δικαστών που πραγματοποιήθηκαν επί των κυβερνήσεων του PiS, και τη μεταγενέστερη προσπάθεια της πλειοψηφίας του Τουσκ να αποκαταστήσει την ανεξαρτησία του θεσμού.
Ο πρόεδρος Ναβρότσκι, από την πλευρά του, αρνήθηκε να ορκίσει ορισμένους δικαστές που είχαν εκλεγεί από την τρέχουσα κοινοβουλευτική πλειοψηφία, υποστηρίζοντας ότι η διαδικασία ήταν διάτρητη από παρατυπίες. Ο υπουργός Δικαιοσύνης και Γενικός Εισαγγελέας, Βάλντεμαρ Ζούρεκ, ζήτησε επιπλέον από την εισαγγελία να εξετάσει τη συμπεριφορά του Ναβρότσκι κατά τη διάρκεια του επεισοδίου που σημειώθηκε τη νύχτα.
«Η συμπεριφορά του προέδρου με ανησύχησε ζωηρά. Ελπίζω ότι η εισαγγελία θα παρέμβει, διότι είναι απαράδεκτο ένα πρόσωπο που απολαμβάνει προεδρική ασυλία να εισβάλλει στο κτήριο και να τα βάζει με τους δικαστές», δήλωσε ο Ζούρεκ, χαρακτηρίζοντας τις ενέργειες του προέδρου σκανδαλώδεις.
Με άλλα λόγια, η Πολωνία βρίσκεται αντιμέτωπη με μια πρωτοφανή αντιπαράθεση μεταξύ της κυβέρνησης, του προέδρου και του Συνταγματικού Δικαστηρίου, με κάθε πλευρά να κατηγορεί την άλλη ότι επιδιώκει να υπονομεύσει τη συνταγματική τάξη.
Και ενώ η Βαρσοβία σπαράσσεται, η Μόσχα παρέχει, ως είθισται, την υποστήριξή της στην πλευρά που κατηγορεί την πολωνική κυβέρνηση για «πραξικόπημα».
Ο Μεντβέντεφ και ο Ντούγκιν, για άλλη μια φορά, δεν έχασαν την ευκαιρία να παρέμβουν.
Εν ολίγοις, όλα είναι ξεκάθαρα, κι ας κάνουν την αποτίμησή τους κι άλλες ευρωπαϊκές χώρες που ετοιμάζονται για εκλογές.
*Ο Σωτήρης Ντάλης είναι καθηγητής διεθνών σχέσεων και ευρωπαϊκής ενοποίησης, Πρόεδρος του Τμήματος Μεσογειακών Σπουδών του Πανεπιστημίου Αιγαίου.

Ακολουθήστε τη Ροδιακή στο Google News