Βασίλης Παπαβασιλείου: «Ιδού η Ρόδος… Ιδού και το ποδόσφαιρο»!

Ένα βιβλίο-κόσμημα, πηγή συγκινητικών αναμνήσεων για τους παλιούς και πολύτιμης γνώσης, όπως και έμπνευσης, για τους νέους, θα βρίσκεται σύντομα στη διάθεση των φιλάθλων. Τρία ολόκληρα χρόνια κόπιασε, αφιερώνοντας ατελείωτες ώρες στην έρευνα και στη συγκέντρωση υλικού, ο γνωστός παράγοντας της Ρόδου και ο επανιδρυτής της το 1998, Βασίλης Παπαβασιλείου, για να «ντύσει» το απόσταγμα των δικών του πλούσιων εμπειριών στα γήπεδα και να τα παραδώσει καταρχήν στους φίλους του και ακολούθως στις επόμενες γενιές ποδοσφαιριστών, παραγόντων και φιλάθλων. 

  Μέσα από τις 258 σελίδες του βιβλίου «Ιδού η Ρόδος… Ιδού και το ποδόσφαιρο» (εκδόσεις «Τέχνη») ο Βασίλης Παπαβασιλείου καταγράφει το ποδοσφαιρικό γίγνεσθαι στην πόλη της Ρόδου από το 1960 μέχρι το 2000, μνημονεύοντας στις στιγμές του και τους ήρωές του. Η παρουσίαση θα γίνει σε μεγάλη εκδήλωση που προγραμματίζεται για τον προσεχή Ιανουάριο, ενώ ο ίδιος ο συγγραφέας του έκανε την τιμή στην «Α.Ρ.» να το «προλογίσει» με το δικό του μοναδικό τρόπο, μέσα από μία ωραία συνέντευξη στον Παύλο Ντοκοούπιλ. 
    
-Τι ήταν αυτό που σας ώθησε να πιάσετε μολύβι και χαρτί και να αρχίσετε να γράφετε;  
«Η παρότρυνση πολλών φίλων που είχαν σχέση με τον αντικείμενο,  η εμπειρία μου και η πολυετής θητεία μου στα γήπεδα, πάντα δίπλα στην ομάδα της Ρόδου. Κουράστηκα τρία χρόνια να το παλεύω αυτό το βιβλίο, με συγκομιδή στοιχείων και πληροφοριών από τη δημόσια βιβλιοθήκη σχετικά με την αρχειοθέτηση των εφημερίδων. Πάνω απ’ όλα όμως μετρά η προσωπική μου εμπειρία στους πάγκους και στις παρασκηνιακές διεργασίες που χρειάζεται να έχει πάντα μία ομάδα». 
  
-Μιλώντας για παρασκήνιο, το βιβλίο σας έχει σχετικές αναφορές και σε ποιο βάθος φτάνουν; 
«Επώνυμες αναφορές δεν υπάρχουν πουθενά. Άλλωστε, δεν θα μπορούσαν να υπάρξουν γιατί θα κινδυνεύαμε… ποινικά.  Προσωπικά είμαι φίλος με όλους τους διατελέσαντες παράγοντες και με τα καλά τους και με τα κακά τους. Αναφέρομαι βέβαια πάντα μέχρι το 2000, που παρέδωσα την ομάδα στον γιατρό Παπαϊωάννου αφού την επανίδρυσα το 1998». 

-Ποιες ήταν οι αντιδράσεις που καταγράψατε από φίλους και γνωστούς όταν τους ενημερώσατε για το εγχείρημά σας; Πώς υποδέχθηκαν την ιδέα; 
«Με ενθουσιασμό οι περισσότεροι και πολλοί από αυτούς με σκεπτικισμό». 

-Ο οποίος πήγαζε;
«Από προσωπικές τους θεωρίες. Είχα την τύχη να είμαι προσωπικός φίλος με τους τρεις μεγαλύτερους προπονητές που πέρασαν από την ομάδα. Μπέλης, Στριμπέλης, Χρήστος Ζαντέρογλου και βέβαια Γιάννης Παυλίδης». 

-Τι θα βρει ένας φίλαθλος στις σελίδες του βιβλίου σας και γιατί θα πρέπει να το έχει στη βιβλιοθήκη του; 
«Ένας παλιός φίλαθλος για να θυμάται τι σήμαινε το ροδιακό ποδόσφαιρο και οι καινούργιοι για να μάθουν την ιστορία του ποδοσφαίρου της πόλης από το 1960, που ήταν αγέννητοι οι περισσότεροι, με Διαγόρα, Δωριέα, Ροδιακό και την αρχική Ρόδο το 68’. 
Να μάθουν πώς προήλθε η ονομασία της Ρόδου για να αποκατασταθεί και μία ιστορική αλήθεια. Εγώ περιγράφω τη Ρόδο των πέντε με δέκα χιλιάδων φιλάθλων κάθε Κυριακή στο γήπεδο, σε αυτήν στέκομαι περισσότερο και όχι στη ρόδο των χιλίων ατόμων. 
 Οι περίπου διακόσιες ογδόντα σελίδες του βιβλίου θα μπορούσαν να είναι πεντακόσιες. Όμως τότε δεν θα μπορούσε κανείς να βγάλει συμπεράσματα». 

-Στο βιβλίο σας αναφέρεστε στους άσσους των γηπέδων της εποχής; 
«Ακριβώς. Έχει αναφορά από το 1960 στους άσσους του Διαγόρα, του Δωριέα, τη μεγάλη ομάδα του Ροδιακού, που πάρα πολύ καλά θυμούνται οι παλιοί φίλαθλοι. Συνεχίζω με την ίδρυση της Ρόδου τον Αύγουστο του 1968 και φτάνω μέχρι τη διάλυσή της το 1994-95 περίπου. 
Εν συνεχεία αναφέρομαι στην επανίδρυσή της το 1998, της οποίας ήμουν ο μπροστάρης. Όμως θέλω να πω κάτι. Η αξία των τότε ποδοσφαιριστών των δεκαετιών 60-70 ήταν εφάμιλλη της μεγάλης Ρόδου, ίσως και καλύτερη. Τη δεκαετία του 60 το να έχεις διεθνή ποδοσφαιριστή Ρόδιο ήταν μεγάλη υπόθεση. Κι αναφέρομαι βέβαια στον Σάββα Ζούνη. Δεν θα ήθελα να πούμε περισσότερα, γιατί θα είναι σαν να περιγράφουμε το βιβλίο. Όμως οι ποδοσφαιρικές αξίες εκείνης της εποχής ήταν εφάμιλλες των Σκαρτάδου, Γεωργαλλή και άλλων». 

-Μετά την ολοκλήρωση της αναζήτησής σας σας έμεινε η αίσθηση ότι ακόμα περισσότεροι θησαυροί παρέμειναν κρυμμένοι;
«Έτσι γίνεται πάντα στο χώρο του ποδοσφαίρου». 
 

-Έχετε τον άγχος μήπως αδικήσατε κάποιους ανθρώπους, ή δεν συμπεριλάβατε όλα όσα θέλατε; 
«Το ότι έχω ξεχάσει το θεωρώ σίγουρο και φυσιολογικό, μετά από την παρέλευση τόσων χρόνων. Πιστεύω ότι δεν αδίκησα κανέναν,. Ούτε παράγοντα, ούτε ποδοσφαιριστή. Ήταν τρομερά δύσκολο το έργο μου να βρω φωτογραφίες τόσων ετών. Άλλοι βοήθησαν, άλλοι δεν ήθελαν. Είναι πολλοί αυτοί που έχουν αποτραβηχτεί εντελώς από το γίγνεσθαι. 
Πάντως θέλω να εκφράσω και μία πικρία, προς τον Σύνδεσμο Παλαιμάχων και προς τη νυν ηγεσία του δωδεκανησιακού ποδοσφαίρου». 

-Τι σας πίκρανε; 
«Το ότι δεν υπολογίζουν κανέναν από τους παλιούς παράγοντες. Έγιναν ξαφνικά όλοι πάνσοφοι. Υπολογίζουν μόνο αυτόν που η τσέπη του μετράει. Για την παρουσίαση του βιβλίου θα ειδοποιηθούν όλοι με ανοιχτή πρόσκληση μέσω εφημερίδων. Και για τον τρόπο παρουσίασης». 

-Λογικά μέσα από αυτή τη διαδικασία αναζήτησης πέρασε η ζωή σας στα γήπεδα μπροστά στα μάτια σας, σαν ταινία. Οι συγκρίσεις με το σήμερα ήταν αναπόφευκτες. Αισθανθήκατε μία έστω και μερική μελαγχολία; 
« Όχι μερική, ολική μελαγχολία. Και θα κάνω και μία παρότρυνση. Λόγω συνθηκών οικονομικών προβλημάτων, ας σκεφτούν οι σημερινοί παράγοντες την ύπαρξη μίας ομάδας μόνο». 

-Πολλές φορές έχει συζητηθεί μία τέτοια προοπτική από παλιούς παράγοντες και φιλάθλους. Το ερώτημα είναι κατά πόσο είναι εφικτό να γίνει και αν υπάρχει τρόπος συνεννόησης. 
«Εφικτό δεν ήταν ποτέ και δεν είναι ούτε και τώρα. Απλά κάποιος πρέπει να επωμισθεί το βάρος και να βγει μπροστά. Κι αυτός θα πρέπει να είναι μία κοινωνική προσωπικότητα για να υπάρξει επιτυχία. Όπως έχει συμβεί με τον Κολοσσό». 

-Πόσο διαφορετικό είναι σήμερα το ποδόσφαιρο σε σχέση με τα χρόνια που το ζήσατε εσείς; Γιατί πιστεύετε πως δεν υπάρχει ακολουθία; 
«Έχουν αλλάξει οι συνθήκες ζωής του ανθρώπου. Τότε η διασκέδασή μας ήταν το ποδόσφαιρο και ο κινηματογράφος, όπως γράφω και στο βιβλίο. Τώρα έχουν χίλια δύο να ασχοληθούν οι νεολαίοι. 
Τότε η πόλη της Ρόδου είχε τέσσερις ομάδες στη Β’ Εθνική. Την τότε. Σήμερα δεν έχει καμία στη Β’. Καμία σύγκριση δεν μπορεί να γίνει λοιπόν του τότε με το τώρα. Τη δεκαετία του 60’ είχαμε τέσσερις ομάδας. Παρροδιακός, Διαγόρας, Ροδιακός, Δωριέας. 
 
-Θυμηθήκατε πολλούς ανθρώπους, ίσως κάποιους να μην τους έχετε δει για χρόνια. Πολλοί έχουν αποτραβηχτεί. Τι ήταν αυτό που τους πίκρανε στο βαθμό που έριξαν μαύρη πέτρα πίσω τους; 
«Πολλοί απογοητεύτηκαν από το 4-3 της Ρόδου με τον Ολυμπιακό, που εγώ έρχομαι μέσα από το βιβλίο να αναφέρω πως τίποτα απ’ όλα αυτά που διαδίδεται και λέγεται δεν ισχύει. Εγώ ξέρω αν όχι στο εκατό τοις εκατό, στο ενενήντα εννιά την αλήθεια, την οποία αποδεικνύω και με τίτλους εφημερίδων. Άλλοι αποτραβήχτηκαν απ’ αυτό , άλλοι γιατί απογοητεύτηκαν από συμπεριφορές ποδοσφαιριστών και παραγόντων και άλλοι για λόγους υγείας. Εγώ την τελευταία δεκαετία δεκαπενταετία είναι ζήτημα αν έχω πάει δέκα φορές στο γήπεδο».  
  
-Τα πράγματα στη ζωή οφείλουν να έχουν μία συνέχεια. Κάποιοι πρέπει να παραδίδουν τη σκυτάλη. Πόσο λείπει εκείνη η γενιά από τα σημερινά δρώμενα; Πόσο λείπει η μεταφορά των εμπειριών και των εικόνων της; 
«Πάρα πολύ. Οι προσωπικές σχέσεις λείπουν, των σημερινών ανθρώπων με τους τότε. Εμείς ήμασταν μία παρέα. Ο Λαμπάδης στηριζόταν στον Κόκκινο, ο Κόκκινος στηριζόταν σε μένα, ήμουν εγώ  αυτός που τον έφερα από την Κρεμαστή, δεν υπήρξε Ρόδος ποτέ ο Κόκκινος. Ήταν μία οικογένεια οι τότε παράγοντες. Επί Λαμπάδη υπήρχε ένα συμβούλιο που ενεργούσε με τη σύμφωνη γνώμη των υπόλοιπων και το άλλο που ενεργούσε κατά το δοκούν. Δεν μπορώ να πω περισσότερα όπως καταλαβαίνετε, άλλα σήμερα δεν μπορεί να υπάρξει  αυτό το πράγμα γιατί δεν έχει εμπιστοσύνη ο ένας στον άλλον. 

Θα δώσω ένα παράδειγμα, ανεξάρτητα από το γεγονός πως γράφεται στο βιβλίο. Υπάρχουν τρεις ποδοσφαιριστές που ήρθαν από ξένες ομάδες, Προοδευτική Αιγάλεω και Απόλλωνα Αθηνών. Στο μεν Αιγάλεω έδωσε ένας παράγοντας προσωπική εγγυητική επιστολή δυόμιση εκατομμυρίων, στο άλλο άλλος παράγοντας το ίδιο πράγμα για να πάρουμε τον Χάσταλη, τον Εγγλέζο και τον Ράδο.   Όσοι εμπορευόμασταν προεξοφλούσε ο ένας στον άλλον για να έχει ταμειακή επάρκεια η ομάδα». 

 Ο Σύνδεσμος Φιλάθλων όταν παίζαμε με τον Ολυμπιακό έδινε πεντακόσιες χιλιάδες πριμ για να κερδίσουμε, Άσχετα αν το πριμ ήταν μεγαλύτερο από τρίτη ομάδα για να κερδίσουμε. Αυτά βέβαια είναι παρασκηνιακά. Έβγαιναν έξω να κάνουν έναν έρανο και μάζευαν λεφτά. Τώρα ποιος θα σου δώσει  λεφτά; Τώρα έχει χαθεί και η εντοπιότητα. Πριν το 85’ είχαμε μία ομάδα που ήταν μόνο Ροδίτες. Τον μόνο παίκτη που έφερα ήταν ο Τανίδης, ο οποίος παντρεύτηκε εδώ , έκανε οικογένεια, είχε επιχείρηση, έγινε Ροδίτης .  Όλοι οι άλλοι ήταν ντόπιοι. Δεν είχαμε κανέναν από πάνω. Κι όταν κάναμε μεταγραφές ποιους πήραμε; Τον Χάσταλη από το Αιγάλεω που ήταν Ροδίτης, τον Ράδο  από τον Απόλλωνα  που ήταν Ροδίτης, τον Γεωργαλλή από τον Εθνικό που ήταν Ροδίτης, τον  Εγγλέζο από την  Προοδευτική που ήταν Ροδίτης. Αυτούς τους φέραμε εμείς. 

Ο Παπουτσογιαννόπουλος έφυγε από Παναιτωλικό και πήγε στον Πανσερραϊκό με σαράντα χιλιάρικα,  εξήντα χιλιάρικα, δεν ξέρω, τυχαίο το παράδειγμα και το νούμερο.  Γιατί κύριε πρόεδρε δεν τον έφερες εσύ; Πόσοι είναι αυτοί που μπορείς να τους φέρεις με πενήντα αφού το σπίτι τους είναι εδώ ; Ψάξε να δεις πόσοι είναι που μπορείς να τους φέρεις».
 
-Ίσως να μην είναι μόνο οικονομικό το ζήτημα, αλλά να υπάρχει θέμα εμπιστοσύνης προς το ποδόσφαιρό μας.  
«Ακριβώς. Άμα κάνεις έναν μεταγραφή, δεν θα έρθουν οι υπόλοιποι. Αν όμως κάνεις τέσσερις Ροδιτών, θα έρθουν ποολλοί. Παίζει ο Μακρυδημήτρης στην Παναχαϊκή, ο Παπουτσογιαννόπουλος στις Σέρρες, βρες άλλους δύο και θα έρθουν. Αμέσως αλλάζει η δομή της ομάδας και η ψυχολογία. Ο γονείς, οι φίλοι, οι συγγενείς, το χωριό τους, όλοι αυτοί θα σπεύσουν».  

-Θα ήταν αυτή μία λύση για να πάμε μπροστά και να επιστρέψει ο κόσμος στο γήπεδο; 
«Θα δώσω ένα παράδειγμα. Ο Κώτης από Καλυθιές, ο Καραντάνης από Μαριτσά, ο Παπαοικονόμου και ο Δράκος από Κρεμαστή. Ο Πιας από τις Καλυθιές. 
 Παίκτες που έφυγαν από τα χωριά τους και ήρθαν εδώ. Οι συγχωριανοί τους ερχόταν να δουν τα δικά τους παιδιά. Τώρα δεν πατάει κανείς. Προτιμά να βλέπει  Ίστριο και Απόλλωνα να παίζουν παρά να έρθει εδώ.  Έχει πολλά πράγματα, μπορούμε να μιλάμε τρεις ώρες.  Όμως κουραστήκαμε. Ούτε μας τιμούν, ούτε μας θυμούνται. Κρίμα. 

-Όταν διατεθεί στη διάθεση του κοινού το βιβλίο σας, τι θα θεωρήσετε επιτυχία; 
«Δεν ζήτησα χορηγία από κανέναν, δεν με ενδιαφέρει αν το χρηματοδοτήσει κανένας. Θέλω να εκπληρώσω ένα τάξιμο, μία στοιχειώδη υποχρέωση προς τον αείμνηστο φίλο μου Σταύρο Ηρακλείδη. Του είπα ότι θα το κυκλοφορήσω και θα το κυκλοφορήσω. Για τους προσωπικούς φίλους μου και μόνο το έγραψα,  με πολλούς από αυτούς έπαιξα μπάλα μαζί, υπήρξαμε παράγοντες μαζί. Δεν το έγραψα για να κερδίσω. Άλλωστε δεν πληρώνεται ένα βιβλίο, ο κόπος και ο χρόνος που απαιτεί. 
 
-Έχετε σκεφτεί πώς θα μπορούσε να αξιοποιηθεί για τη νέα γενιά;  
«Αυτό θα πρέπει να κάνουν οι ακαδημίες των ομάδων. Ήδη έχω μιλήσει με τον Παναγιώτη Ζούνη και θα μιλήσω και με άλλους. Αυτοί πρέπει να το προωθήσουν. Εγώ πια δεν μπορώ να γυρνάω. Άλλωστε η τιμή του βιβλίου θα είναι συμβολική. Δεν πληρώνεται ο κόπος. Βιάζομαι να το κυκλοφορήσω για να προλάβω και ανθρώπους εν ζωή».