Λεξιστορείν: Ο αφέντης

Η λέξη αφέντης προήλθε από τη λέξη αυθέντης σύνθετη από το αυτός (ο ίδιος ) +έντης (από το ρήμα ανύω  και  άνυμι= διεκπεραιώνω, φέρνω εις πέρας).  

Αρχικά αυθέντης ήταν ο πράττων κάτι με τα ίδια του τα χέρια, κυρίως στην περίπτωση που κάποιος αυτοκτονούσε και γινόταν αυτόχειρας.

Στη συνέχεια απέκτησε τη σημασία του αυτεξούσιου, αυτού που μπορεί να είναι κύριος του εαυτού του.

Στα μεσαιωνικά χρόνια δήλωνε τον άρχοντα και τον ηγεμόνα (εξ ου κι «ο αυθέντης του Μωρέως», το γνωστό μυθιστόρημα).

Από την ίδια ρίζα κι η λέξη αυθεντία= η απόλυτη εξουσία, η δύναμη, το κύρος του αυθέντη αρχικά και το αδιαμφισβήτητο κύρος που έχει  κάποιος σ’  ένα τομέα στη συνέχεια.