Κώνειον το στίκτον (conium maculatum)

Κώνειον το στίκτον (conium maculatum)

Κώνειον το στίκτον (conium maculatum)

Rodiaki NewsRoom

ΑΝΑΓΝΩΣΤΗΚΕ 2150 ΦΟΡΕΣ

Του Δρ, Ιωάννη Ηλ. Βολονάκη Έφορου Αρχαιοτήτων Ε.Τ. Το Κώνειον, όνομα το οποίον παράγεται από το ρήμα «κωνάω», ήτοι : «περιδινώ κύκλω», «διά τον ελιγμόν και σκότον τοις πίνουσι γιγνόμενον», είναι φυτό δηλητηριώδες, του οποίου το πρωτεύον και δρων συστατικόν είναι «η κωνειίνη», δραστικώτατον δηλητήριον του κεντρικού νευρικού συστήματος και των περιφερειακών οργάνων. Το κυριώτερον αυτό αλκαλοειδές, η κωνειίνη, είναι ουσία αναλγητική και αντισπασμωδική, αλλά και άκρως τοξική. Η κωνεικείνη, ένα δευτερεύον αλκαλοειδές, υπερισχύει στους μη ώριμους καρπούς του φυτού αυτού και είναι περισσότερον τοξική από την κωνειίνη. Το Κώνειον είναι Γένος φυτών της Οικογενείας των Σκιαδανθών ή Ουμβελλοφόρων ( Umbelliferae), το οποίον περιλαμβάνει διετείς πόες, ιθαγενείς της Ασίας, της Ευρώπης και της Αφρικής. Κυρίως ευδοκιμεί στις χώρες εκείνες, οι οποίες κείνται γύρω από την Μεσόγειο Θάλασσα. Το Κώνειον είναι γνωστόν από την αρχαιότητα, τόσον για τις φαρμακευτικές του ιδιότητες, όσον και διά την τοξικότητά του. Σήμερα είναι κοινώς γνωστό με τα ονόματα : αμάραγγος ( Μάνη ), ασκοτιτσάρα ή ασκοτιζάρα ή σκοτιτσάρα (Κρήτη), βρωμόχορτο, καμπουδιά, τσαμπουδιά ( Κύπρος), καρμπούσα, μαγκούτα, κιρκούτα, καρονάκι, τζικούτα, τσικούτα κλπ. Στο Αγρίνιον το Κώνειον λέγεται χωχούτα, κατά συμφυρμόν των δύο ταυτοσήμων λέξεων, της ελληνικής «Κώνειον» και της λατινικής «cicuta» Αξιολογότερα είδη του Γένους «Κώνειον» είναι τα εξής : 1. Κώνειον το στικτόν ( Conium maculatum) . Και 2. Κώνειον το διεστώς (Conium divaricatum). Ειδικότερα : 1. Κώνειον το στικτόν (Conium maculatum). Τούτο φύεται σε πολλά μέρη της Ελλάδος, ευδοκιμεί δε κυρίως σε τόπους υγρούς και σκιερούς. Απαντά σε αγρούς καλλιεργημένους και ακαλλιέργητους, στις άκρες οικοπέδων, δρόμων, γηπέδων, σε χώρους απορριμμάτων κλπ. Πρόκειται για πόα διετή, λεία, βαρύοσμον, με δυσάρεστη οσμή, με βλαστόν ισχυρόν ( ύψους 0,80-1,00 περίπου), πολύκλαδο, κοίλον ( κούφιον εσωτερικά), γραμμωτό κατά μήκος, γλαυκόχρωμο, με πορφυρές κοιλίδες παρά την βάσην αυτού. Τα κατώτερα φύλλα του φυτού είναι μεγάλα, τρις έως πεντάκις πτεροσχιδή, με τμήματα ωοειδή-λογχοειδή, πτεροσχιδή σε λοβούς βραχείς. Τα άνθη του φυτού αυτού είναι λευκόχρωμα, διατεταγμένα κατά σκιάδια, αποτελούμενα από 10-20 ακτίνες, ανισομήκεις. Τα φύλλα τού περιβλήματος είναι βραχέα, κατανεύοντα. Το περίβλημά των αποτελείται από τρία ή τέσσερα φυλλάρια, μονοπλεύρως συμφυών παρά την βάσην αυτών. Τα πέταλα είναι αντωοειδή, με κορυφή κυρτή προς τον άξονα. Οι στύλοι είναι βραχείς, παχείς και διεστώτες. Οι καρποί αυτού είναι υποσφαιρικοί, πεπιεσμένοι από τα πλάγια, με μεριστοκάρπια ωοειδή, τα οποία φέρουν πέντε ανάγλυφες πλευρές, κυματοειδείς-δαντελωτές. Το Κώνειον το στικτόν και οι ποικίλες ιδιότητες αυτού είναι γνωστά στον άνθρωπον από την Προϊστορική Εποχή. Αυτό και τα παράγωγά του εχρησιμοποιούντο μεταξύ άλλων και διά την θανάτωση εκείνων, οι οποίοι είχαν καταδικασθεί στην εσχάτην των ποινών. Ο μεγάλος αρχαίος φιλόσοφος Σωκράτης ο Αθηναίος (470 - 399 π. Χ.) εθανατώθηκε, ως γνωστόν, με κώνειον. Η κατηγορία των εχθρών του είχεν ως εξής : « Ασεβεί Σωκράτης, ους μεν η πόλις νομίζει θεούς, ου νομίζων, καινά δε και έτερα δαιμόνια εισάγων. Ασεβεί δε και τους νέους διαφθείρων». Ο Σωκράτης, αν και θα μπορούσε να αποφύγει τον θάνατον και να φυγαδευθεί από τους μαθητές και τους πολυάριθμους θαυμαστές του, όμως επροτίμησε να πιεί το κώνειον και να αποθάνει, μένοντας πιστός στις ιδέες του και παρέχοντας άριστον παράδειγμα ανθρώπου ηθικού, υπεύθυνου και συνεπούς προς τις αρχές του. Παραδίδεται, ότι στην αρχαία νήσον Κέω ( σημερινή Τζιά), υπήρχε νόμος ή έθιμον, σύμφωνα με το οποίον, όταν κάποιος συνεπλήρωνε το εξηκοστόν έτος της ηλικίας του, οπότε εθεωρείτο ως υπερβολικά γέρων, επειδή τότε ο μέσος όρος ζωής εκυμαίνετο πολύ χαμηλότερα, από ότι σήμερα, τότε, ελευθέρως και αυτοβούλως προέβαινε στην διοργάνωση ενός επισήμου και πλούσιου συμποσίου ( συνήθως δείπνου), στο οποίον προσεκαλούντο και ελάμβαναν μέρος οι συγγενείς και οι φίλοι αυτού. Περί το τέλος του συμποσίου, ο υπερήλικας οικοδεσπότης «ήγειρε πρόποσιν», ήτοι έπινε ένα ποτήρι κρασί στην υγείαν των προσκεκλημένων, στο οποίον είχεν αναμειχθεί μία ποσότητα από κονιρτοποιημένον κώνειον, με αποτέλεσμα ύστερα από ολίγον να αποθάνει. (Αιλιανός ΙΙ, Ιστορ. Γ΄, 37). Τούτο είχεν καθιερωθεί, με την πεποίθηση, ότι ο υπερήλικας δεν είναι πλέον δημιουργικός και χρήσιμος γενικώς , αλλά αποτελεί βάρος διά το κοινωνικόν σύνολον. Προς καθιέρωση του εθίμου αυτού πιθανώς συνέτεινε και το γεγονός, ότι η νήσος Κέως (σημερινή Τζιά), μικρής εκτάσεως, ορεινή, ξηρά και άγονος, όπως συνέβαινε και συμβαίνει με τα περισσότερα νησιά του Αιγαίου Πελάγους, δεν ήτο σε θέση να παράγει αρκετά προϊόντα για να θρέψει επαρκώς τους κατοίκους της και γι΄ αυτό η εθελουσία έξοδος από την ζωήν των υπερηλίκων, εν μέρει άμβλυνε το πρόβλημα της επαρκούς σιτίσεως του πληθυσμού αυτής. Στους νεκρικούς διαλόγους του Λουκιανού του Σαμοσατέως ( 121-181 μ. Χ.) αναφέρεται μεταξύ άλλων και το εξής περιστατικόν : Δύο άνθρωποι, πρόσφατα αποβιώσαντες, συναντώνται στον ΄Αδη και ο πρώτος ερωτά τον δεύτερον, με ποίον τρόπον απεβίωσε. Και εκείνος του απαντά ως εξής : « Ελήλυθα ες ΄Αδην αυτοθελεί, Κείων γευσάμενος κυλίκων». Ητοι, σε ελεύθερη απόδοση : « ΄Ηλθα στον ΄Αδη εθελουσίως ( αυτοκτόνησα), αφού προηγουμένως ήπια το κρασί, το αναμεμειγμένον με κώνειον, σύμφωνα με την παλαιάν συνήθειαν, η οποία επικρατεί μεταξύ των κατοίκων της νήσου Κέω». Ο Θεόφραστος ο Ερέσιος, ο μαθητής του Αριστοτέλους του Σταγειρίτου, αναφέρεται επανειλημμένως στο κώνειον. Ενδεικτικά μνημονεύονται τα επόμενα παραδείγματα : 1) « Των δε ξύλων αυτών και όλως των καυλών οι μεν εισί σαρκώδεις, οίον δρυός, συκής και των ελαττόνων ράμνου, τεύτλου, κωνείου…». (Θεόφραστος, Περί φυτών ιστορίας 1, 5, 3). 2) « Των δ΄ άλλων τα μεν ομοιότερα τούτω τον καυλόν έχει κοίλον, καθάπερ μανδραγόρας και το κώνειον…». (Θεόφραστος, Περί φυτών ιστορίας 6, 2, 9). 3) «Ενίων δε ουδ΄ οπισμός αλλ΄ οίον χυλισμός εστιν, ώσπερ όσα κόψαντες ή τρίψαντες και ύδωρ επιχέαντες απηθούσι και λαμβάνουσι την υπόστασιν. Ξηρός δε δήλον ότι και ελάττων ο χυλός τούτων. ΄Εστι δε των μεν άλλων ριζών το χύλισμα ασθενέστερον του καρπού, του κωνείου δε ισχυρότερον και την απαλλαγήν ράω ποιεί και θάττω μικρόν πάνυ καταπότιον δοθέν. Ενεργότερον δε και εις τας άλλας χρείας». ( Θεόφραστος, Περί φυτών ιστορίας 9, 8, 3). 4) « Θρασύας δ΄ ο Μαντινεύς ευρήκει τι τοιούτον, ώσπερ έλεγεν, ώστε ραδίαν ποιείν και άπονον την απόλυσιν τοις οποίς χρώμενος κωνείου τε και μήκωνος και ετέρων τοιούτων». ( Θεόφραστος, Περί φυτών ιστορίας 9, 16, 8). Στην αρχαία Αθήνα το κώνειον ήτο μεταξύ άλλων σε χρήση και υπό των Ιεροφαντών, ένεκα των ναρκωτικών και καταπραϋντικών αυτού ιδιοτήτων, χρησιμεύον ως αντιαφροδισιακόν. (Ωριγένης, Κατά Κέλσου VΙΙ, 48. Ιερώνυμος, Adversus Jov. I). Ο μεγάλος Ιατρός της αρχαιότητος Ιπποκράτης ο Κώος αναφέρει πολλές φορές στα συγγράμματά του το σπέρμα του κωνείου ως ναρκωτικόν, το οποίον συνιστά ως κατάπλασμα, υπόθετον ή χρήσιμον προς υποκαπνισμόν. ( Ιπποκράτης, Επιστολαί, ΙV, 459 και VΙΙΙ, 279, 379, 433). Ο Νίκανδρος ( 2ος αι. π. Χ. ) στα «Θηριακά» του παρέχει λεπτομερή κα λαμπρή περιγραφή των ποικίλων ενεργειών και δράσεων του κωνείου και των παραγώγων αυτού. (Νίκανδρος, Θηριακά, στιχ. 186). Ο κωμωδιογράφος Αριστοφάνης αναφέρεται στην ψύξη των άκρων του ανθρωπίνου σώματος, ως αποτέλεσμα της πόσεως κωνείου και την παραβάλλει προς το χιόνι. (Αριστοφάνης, Βάτραχοι, στίχ. 123). Ο Διοσκουρίδης ο Πεδάνιος ή Αναζαρβεύς αναφερόμενος στο κώνειον, σημειώνει τα εξής : « Κώνειον. Καυλόν ανίησι γονατώδη ως μάραθον, μέγαν, φύλλα δε νάρθηκι εμφερή, στενότερα δε και βαρύοσμα. Επ΄ άκρω δε αποφύσεις και σκιάδια ανθών υπολεύκων, σπέρμα εμφερές ανήσσω, λευκώτερον δε, ρίζα κοίλη και ου βαθεία. ΄Εστι δε και αυτό των φθαρτικών κατά ψύξιν αναιρούν. Βοηθείται δε ακράτω (οίνω). Χυλίζεται δε άκρα η κόμη προ του ξηρανθήναι το σπέρμα και εκθλίβεται κοπτομένη συστρέφεταί τε εν ηλίω. ΄Εστι δε πολύχρηστον εις την υγιαστικήν χρήσιν ξηρανθέν, μειγνύμενον επιτηδείως τοις ανωδύνοις κολλυρίοις, το χύλισμα, έρπητάς τε και ερυσιπέλατα καταπλασθέν σβέννυσιν. Η δε πόα και η κόμη λεία καταπλασσόμενα επί των διδύμων ονειρώττουσι βοηθεί. Παρίησι δε και αιδοία καταπλασθέντα και γάλα σβέννυσι, μαστούς τε εν παρθενία κωλύει αύξεσθαι και διδύμους ατρόφους ποιεί επί παίδων. Ενεργέστατον δ΄ έστι το Κρητικόν και Μεγαρικόν και Αττικόν και το εν τη Χίω και Κιλικία γεννώμενον». ( Διοσκουρίδης ο Πεδάνιος ή Αναζαρβεύς, Περί ύλης ιατρικής 6, 78). Ο Γαληνός ( 129-201 μ. Χ. ) αναφέρει συχνά το κώνειον και το κατατάσσει στην κατηγορία των ψυχρών δηλητηρίων, τα οποία φονεύουν διά καταψύξεως της καρδιάς. (Γαληνός, ΧΙ, 601). Ο Πλίνιος ο πρεσβύτερος ( 23-79 μ. Χ.) περιγράφει το φυτόν αυτό και αναφέρεται στις δηλητηριώδεις ιδιότητές του και ιδιαιτέρως των σπερμάτων αυτού. ( Plinius Caecilius Secundus, Naturalis Historia XXV, 95). Ο Κέλσος ΄Αουλος Κορνήλιος (Celsus Aulus Cornelius), Ρωμαίος ιατρός και στοχαστής της εποχής του Αυτοκράτορος Οκταβιανού Αυγούστου ( Gaius Julius Caesar Octavianus Augustus, 63 π. X. - 14 μ. X.), αναφέρεται στο κώνειον και περιγράφει λεπτομερώς τις δηλητηριώδεις ιδιότητες αυτού. Ως αντίδοτον σε περίπτωση δηλητηριάσεως με κώνειον ή τα παράγωγα αυτού συνιστά άφθονον άκρατον ( μη κεκραμένον, καθαρόν) οίνον, αναμεμειγμένον μετά του φυτού «Πήγανος ο βαρύοσμος» (Ruta graveolens), κοινώς απήγανος ή πήγανος, καθώς και κένωση του στομάχου, διά της προκλήσεως εμέτου. ( Celsus Aulus Cornelius V, 27, 12). Ο Σκριβώνιος Λάργος (Scribonius Largus, 179) περιγράφει τα συμπτώματα της δηλητηριάσεως από την λήψη κωνείου και ως αντίδοτον συνιστά καθαρτικά κλύσματα και γενικώς γάλα, ιδία γάλα όνου. Ο Μέγας Βασίλειος ( περίπου 330-379 μ. Χ. ), Αρχιεπίσκοπος Καισαρείας της Καππαδοκίας είχε σπουδάσει όλες τις επιστήμες της εποχής του και ήτο κάτοχος σχεδόν όλων των γνώσεων, των αναφερομένων στους διαφόρους επιστημονικούς τομείς. ΄Ητο βαθυνούστατος και πολυγραφώτατος, αναφερόμενος δε μεταξύ άλλων και στο Κώνειον το στικτόν, σημειώνει τα εξής : « Και ευθέως συνεξεδόθη τοις τροφίμοις τα δηλητήρια. Μετά του σίτου το κώνειον…Το μεν γαρ κώνειον οι ψάρες βόσκονται, διά την κατασκευήν του σώματος την εκ του δηλητηρίου βλάβην αποδιδράσκοντες… ΄Ηδη δέ τινες τω κωνείω και το λυσσώδες των ορέξεων κατεμάραναν»,. ( Μέγας Βασίλειος, Ομιλίαι εις την Εξαήμερον, Ομιλία Ε΄, 292-294, ΒΕΠΕΣ, τ. 51, Αθήναι 1991, σ. 225-226). 2.Κώνειον το διεστώς ( Conium divaricatum) Πρόκειται διά πόαν διετή, με βλαστόν όρθιον, κυλινδρικόν, αραιώς διακλαδούμενον. Τα κατώτατα φύλλα αυτού είναι δις ή τρις πτεροσχιδή, με τμήματα άπαξ πτεροσχιδή, με λοβούς βραχείς. Τα άνθη του φυτού είναι λευκά, διατεταγμένα κατά σκιάδια, αποτελούμενα από 6-15 ακτίνες, φέροντα περιβλημάτιον από 3-4 φύλλα συνεστώτα. Ο καρπός είναι ωοειδής, με πλευρές μεσοκαρπίων όχι δαντελωτές. Το κώνειον το διεστώς φύεται κατά προτίμηση σε αγρούς χέρσους, συνήθως πετρώδεις και απαντά ως αυτοφυές σε περιοχές της Πελοποννήσου και της ηπειρωτικής Ελλάδος. (Δ. Σ. Καββάδας, Εικονογραφημένον - Φυτολογικόν Λεξικόν, τ. 5, Αθήνα άνευ χρονολογίας εκδόσεως, σ. 2228-2229). Και σήμερα το κώνειον θεωρείται σπουδαίον φαρμακευτικόν φυτόν, επειδή σε αυτό περιέχεται η αλκαλοειδής ουσία «κωνειίνη» ή « κικουτίνη». Αυτή αφθονεί στον βλαστόν και τα τρυφερά φύλλα του φυτού προ της ανθήσεως και σε μεγάλο ποσοστό στους ώριμους καρπούς, σε αναλογία 0,6 - 0, 8 % του βάρους αυτών. Αποτελεί την «Herba Conii maculate» των Φαρμακοποιών, η οποία χρησιμοποιείται κυρίως στην καταπολέμηση και θεραπεία των λυμφατικών, αδενωδών και άλλων υπερτροφικών οιδημάτων. Επίσης χρησιμοποιείται κατά των νευραλγιών, δι΄ εσωτερικής χρήσεως 10 – 20 σταγόνων αλκοολικού εκχυλίσματος, ύστερα από Ιατρική συνταγή και πάντοτε υπό στενή ιατρική παρακολούθηση. Επίσης γίνεται εξωτερική χρήση τού δι΄ εκθλίψεως λαμβανομένου οπού ή πυκνού εκχυλίσματος, υπό μορφήν καταπλασμάτων ή λουτρών ή επιθέσεων, θεραπεύει δε τις λειχήνες, το ερυσίπελας, την ψωρίαση και διάφορες άλλες δερματικές παθήσεις. Ακόμη στην Κτηνιατρική χρησιμοποιούνται τα παράγωγα του κωνείου διά την θεραπείαν διαφόρων δερματικών παθήσεων, από τις οποίες προσβάλλονται τα ζώα. Σε Κρητικόν Ιατροσόφιον του 19ου αι. αναφέρονται τα επόμενα σχετικά με την χρήση του κωνείου : « Εις σπάσμα (κήλη) ανθρώπου. Όταν έχει ο άνθρωπος κατεύασμα (κήλη), έπαρε χόρτον οπού το λέγουν τζικούτα, κοπάνησον, βράσε εις τυγάνη και βάνε άλυφε το σπάσμα και εις 15 ημέρας ιάται». ( Ν. Ε. Παπαδογιαννάκης, Κρητικό Ιατροσόφιον του 19ου αιώνα, Ρέθυμνον 2001, σ.119).

Διαβάστε ακόμη

Γιώργος Ατσαλάκης: Το δολάριο, η τουρκική λίρα και ο νέος παγκόσμιος νομισματικός πόλεμος

Αργύρης Αργυριάδης: Ελπίδα, Μπάρτσα και… κοπάνα

Δημήτρης Γάκης: Έφυγε ο Νικόλας Μουσούρης, η πηγή ζωής της Αστυπάλαιας

Χρ. Γιαννούτσος: Από 1,65€ η αμόλυβδη το 2017 στα 2,20€ το 2026 στα Δωδεκάνησα – Ποια νησιωτική πολιτική;

Ελευθερία Μουρσελλά-Δράκου: Ευχάριστες, ζωογόνες και δροσερές αναμνήσεις μιας άλλης εποχής

Μαρία Καμπάνταη: Πανελλήνιες με... ηρεμία

Ελένη Ν. Καραγιάννη: Ανευθυνότητας Ανάγνωσμα στους δρόμους της Ρόδου

Γιάννης Καμπούρης: "Η Βαρκελώνη δείχνει τον δρόμο, Biochar από ελαιώνες σε δρόμους και πεζοδρόμια"