Γιώργος Ατσαλάκης: Το δολάριο, η τουρκική λίρα και ο νέος παγκόσμιος νομισματικός πόλεμος
ΑΝΑΓΝΩΣΤΗΚΕ 136 ΦΟΡΕΣ
Ατσαλάκης Γιώργος, Οικονομολόγος, Αναπληρωτής Καθηγητής Πολυτεχνείου Κρήτης Εργαστήριο Επιστημονικών Δεδομένων
Η παγκόσμια οικονομία εισέρχεται σε μια νέα περίοδο χρηματοπιστωτικής αστάθειας, όπου το δολάριο επανέρχεται στο επίκεντρο της διεθνούς ισχύος. Παρά τις συνεχείς προβλέψεις περί αποδολαριοποίησης και τις προσπάθειες των BRICS, της Κίνας και άλλων αναδυόμενων δυνάμεων να δημιουργήσουν εναλλακτικά νομισματικά συστήματα, η πραγματικότητα των τελευταίων ετών αποκαλύπτει κάτι διαφορετικό: σε κάθε μεγάλη κρίση, ολόκληρος ο πλανήτης συνεχίζει να αναζητά δολάρια.
Η πρόσφατη κατάρρευση της τουρκικής λίρας, η επιθετική πώληση αμερικανικών ομολόγων από την Τουρκία, αλλά και η αυξανόμενη ανάγκη πολλών χωρών για γραμμές ανταλλαγής νομισμάτων από την Κεντρική Τράπεζα των ΗΠΑ, αποτελούν ενδείξεις ότι ο κόσμος δεν έχει ακόμη βρει πραγματική εναλλακτική απέναντι στο αμερικανικό νόμισμα. Αντίθετα, όσο αυξάνεται η γεωπολιτική αβεβαιότητα, τόσο περισσότερο ενισχύεται η σημασία του δολαρίου ως παγκόσμιου αποθεματικού νομίσματος.
Μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, οι Ηνωμένες Πολιτείες οικοδόμησαν ένα διεθνές χρηματοπιστωτικό σύστημα βασισμένο στο δολάριο. Αρχικά, το δολάριο ήταν συνδεδεμένο με τον χρυσό μέσω του συστήματος Bretton Woods. Όμως το 1971, όταν ο πρόεδρος Richard Nixon έκλεισε το «παράθυρο του χρυσού», το αμερικανικό νόμισμα έπρεπε να αποκτήσει μια νέα βάση στήριξης. Αυτή η βάση ήταν το πετρέλαιο.
Οι Ηνωμένες Πολιτείες συμφώνησαν με τη Σαουδική Αραβία και τις χώρες του ΟΠΕΚ ότι το παγκόσμιο εμπόριο πετρελαίου θα πραγματοποιείται αποκλειστικά σε δολάρια. Το λεγόμενο «πετροδολάριο» δημιούργησε μια μόνιμη και δομική ζήτηση για το αμερικανικό νόμισμα. Κάθε χώρα που χρειαζόταν πετρέλαιο έπρεπε πρώτα να αποκτήσει δολάρια. Τα κράτη αποθήκευαν δολάρια στα συναλλαγματικά τους αποθέματα και επανεπένδυαν αυτά τα κεφάλαια σε αμερικανικά κρατικά ομόλογα. Έτσι χρηματοδοτήθηκε η αμερικανική ισχύς, η τεχνολογία, η στρατιωτική κυριαρχία και η οικονομική επέκταση των τελευταίων πενήντα ετών.
Τα τελευταία χρόνια, όμως, η Κίνα προσπάθησε συστηματικά να αμφισβητήσει αυτό το σύστημα. Μέσω της Πρωτοβουλίας «Μία Ζώνη, Ένας Δρόμος», των επενδύσεων υποδομών και των ενεργειακών συμφωνιών, ηΚίνα επιχείρησε να πείσει πετρελαιοπαραγωγές χώρες να δέχονται πληρωμές σε γουάν αντί για δολάρια. Η Ρωσία, η Βενεζουέλα και ορισμένα κράτη του Κόλπου άρχισαν να πραγματοποιούν περιορισμένες συναλλαγές εκτός δολαρίου. Το 2024, η συμφωνία πετροδολαρίου μεταξύ ΗΠΑ και Σαουδικής Αραβίας έληξε χωρίς επίσημη ανανέωση, δημιουργώντας φόβους ότι το σύστημα του δολαρίου θα άρχιζε να αποδομείται.
Ωστόσο, οι κρίσεις αποκαλύπτουν πάντα ποιο νόμισμα θεωρείται πραγματικά ασφαλές. Και αυτή τη στιγμή, η Τουρκία αποτελεί το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα.
Η τουρκική οικονομία βρίσκεται αντιμέτωπη με μια πολλαπλή κρίση: ενεργειακή εξάρτηση, εμπορικά ελλείμματα, υψηλό πληθωρισμό, πολιτική αστάθεια και αυξανόμενο γεωπολιτικό ρίσκο. Η άνοδος των τιμών πετρελαίου λόγω της σύγκρουσης με το Ιράν αύξησε δραματικά την ανάγκη της χώρας για δολάρια, καθώς η Τουρκία εισάγει σχεδόν το σύνολο των ενεργειακών της αναγκών.
Η τουρκική λίρα βρέθηκε υπό ακραία πίεση και η κυβέρνηση αναγκάστηκε να χρησιμοποιήσει τα συναλλαγματικά της αποθέματα για να στηρίξει το νόμισμα. Μέσα σε έναν μόλις μήνα, η Τουρκία πούλησε σχεδόν όλα τα αμερικανικά κρατικά ομόλογα που διακρατούσε, μειώνοντας τις τοποθετήσεις της από περίπου 16 δισεκατομμύρια δολάρια σε μόλις 1,8 δισεκατομμύρια.
Η κίνηση αυτή δεν αποτελεί ένδειξη αδυναμίας του δολαρίου, αλλά ακριβώς το αντίθετο. Η Τουρκία δεν πούλησε αμερικανικά ομόλογα επειδή δεν χρειάζεται το δολάριο. Τα πούλησε επειδή χρειάζεται επειγόντως δολάρια για να επιβιώσει, για να αγοράσει τουρκικές λίρες με αυτά τα δολάρια ώστε να μην υποτιμηθεί περαιτέρω το νόμισμα της και αποσύρουν οι ξένοι επενδυτές τις επενδύσεις τους από την Τουρκία. Πρόκειται για μια κρίσιμη διάκριση που συχνά αγνοείται στη δημόσια συζήτηση περί αποδολαριοποίησης.
Το ίδιο μοτίβο εμφανίζεται και σε άλλες αναδυόμενες οικονομίες. Σε περιόδους ενεργειακών σοκ, πολέμων ή φυγής κεφαλαίων, οι κεντρικές τράπεζες αναγκάζονται να πουλήσουν αμερικανικά ομόλογα ώστε να αποκτήσουν δολάρια και να υπερασπιστούν τα νομίσματά τους.
Αυτό δημιουργεί έναν φαύλο κύκλο. Όσο περισσότερες χώρες πωλούν αμερικανικά ομόλογα, τόσο αυξάνονται οι αποδόσεις τους. Και όσο αυξάνονται οι αποδόσεις, τόσο ακριβότερο γίνεται το χρήμα παγκοσμίως. Ήδη οι αποδόσεις των αμερικανικών 10ετών και 30ετών ομολόγων κινούνται κοντά ή και πάνω από το 5%, επίπεδα που θυμίζουν εποχές σοβαρής χρηματοπιστωτικής αστάθειας. Οι ΗΠΑ δανείζονται σε μονοετή και διετή ομόλογα που έχουν μικρότερα επιτόκια γύρω στο 3%.
Παράλληλα, οι Ηνωμένες Πολιτείες αντιμετωπίζουν ένα τεράστιο πρόβλημα χρέους. Το αμερικανικό δημόσιο χρέος έχει ξεπεράσει τα 39 τρισεκατομμύρια δολάρια και συνεχίζει να αυξάνεται με ρυθμούς χιονοστιβάδας. Αυτό σημαίνει ότι η Ουάσιγκτον εξαρτάται όλο και περισσότερο από τη διατήρηση της παγκόσμιας εμπιστοσύνης στο δολάριο και στην αγορά αμερικανικών ομολόγων.
Σε αυτό ακριβώς το σημείο εμφανίζεται ο κρίσιμος ρόλος των γραμμών ανταλλαγής δολαρίων της Κεντρικής Τράπεζας των ΗΠΑ.Οι γραμμές ανταλλαγής νομισμάτων (currency swaps) επιτρέπουν στις κεντρικές τράπεζες άλλων χωρών να αποκτούν άμεση πρόσβαση σε δολάρια από τη Κεντρική Τράπεζα των ΗΠΑ, ανταλλάσσοντας το δικό τους νόμισμα με δολάρια ΗΠΑ. Πρόκειται ουσιαστικά για έναν μηχανισμό έκτακτης παροχής ρευστότητας, που ενεργοποιείται όταν το διεθνές χρηματοπιστωτικό σύστημα αρχίζει να αντιμετωπίζει έλλειψη δολαρίων.
Κατά την πανδημία του 2020, αλλά και σε μεταγενέστερες περιόδους κρίσης, πολλές χώρες στράφηκαν στις Ηνωμένες Πολιτείες ζητώντας γραμμές ανταλλαγής νομισμάτων για να σταθεροποιήσουν τα νομίσματά τους. Αυτό αποδεικνύει ότι, παρά την πολιτική ρητορική περί «πολυπολικού και πολυκεντρικού κόσμου», το δολάριο εξακολουθεί να είναι το μοναδικό νόμισμα που μπορεί να λειτουργήσει ως παγκόσμιο καταφύγιο.
Το ενδιαφέρον είναι ότι ακόμη και χώρες που επιθυμούν να μειώσουν την εξάρτησή τους από το δολάριο, σε περιόδους κρίσης επιστρέφουν τελικά σε αυτό. Το σύστημα του δολαρίου λειτουργεί σαν ένας παγκόσμιος μηχανισμός ασφαλείας. Όταν όλα τα υπόλοιπα αποτυγχάνουν, ο κόσμος ζητά πρόσβαση στη ρευστότητα της Κεντρικής Τράπεζας των ΗΠΑ.
Η περίπτωση των χωρών της Μέσης Ανατολής είναι ιδιαίτερα αποκαλυπτική. Τα περισσότερα νομίσματα της περιοχής είναι συνδεδεμένα με το δολάριο. Αυτό σημαίνει ότι απαιτούν συνεχή εισροή δολαρίων για να διατηρήσουν τη σταθερότητά τους. Όταν οι γεωπολιτικές εντάσεις και το κλείσιμο των Στενών του Ορμούζ διέκοψαν τις πετρελαϊκές ροές, αρκετές από αυτές τις χώρες βρέθηκαν αντιμέτωπες με πραγματική έλλειψη δολαρίων καθώς πωλούσαν σε γουάν και ρουπίες.
Τότε εμφανίστηκε η Κεντρική Τράπεζα των ΗΠΑ προσφέροντας ανταλλαγές νομισμάτων και άμεση πρόσβαση σε δολαριακή ρευστότητα. Αυτό είχε τεράστια γεωπολιτική σημασία, διότι επαναφέρει τις χώρες αυτές πιο κοντά στην αμερικανική χρηματοπιστωτική αρχιτεκτονική.
Τον Οκτωβρίου 2025, οι ΗΠΑ αγόρασαν πέσος Αργεντινής και συμφώνησαν σε μια γραμμή ανταλλαγής νομισμάτων (Currency swap) ύψους 20 δισ. δολαρίων ΗΠΑ, από τα οποία χρησιμοποιήθηκαν μόνο 2,5 δις δολάρια για να αποκρουστούν οι υποτιμητικές πιέσεις του πέσο. Παρόμοιος μηχανισμός συζητείται μεταξύ των ΗΠΑ και των ΗΑΕ που αποχώρησαν από το πιο καταστροφικό καρτέλ στην ιστορία της ανθρωπότητας. Η επόμενη χώρα που ενδέχεται να κινηθεί προς αυτή την κατεύθυνση θα μπορούσε να είναι η Σαουδική Αραβία, ακολουθούμενη πιθανόν από το Κατάρ και το Κουβέιτ.
Η κρίση της τουρκικής λίρας αποδεικνύει επίσης κάτι ακόμη βαθύτερο: τα εθνικά νομίσματα των αναδυόμενων οικονομιών παραμένουν ευάλωτα όταν δεν συνοδεύονται από ισχυρή παραγωγική βάση, θεσμική σταθερότητα και ενεργειακή αυτάρκεια.
Η Τουρκία προσπαθεί εδώ και χρόνια να εμφανιστεί ως περιφερειακή δύναμη και κόμβος του νέου τουρκικού γεωπολιτικού χώρου μέσω του Οργανισμού Τουρκικών Κρατών (OTS). Οι Ηνωμένες Πολιτείες επιδιώκουν ολοένα και περισσότερο να μεταβιβάσουν μέρος των ευθυνών και του κόστους για την περιφερειακή ασφάλεια σε συμμάχους και εταίρους τους. Στο πλαίσιο αυτής της προσέγγισης, αναμένεται από τις περιφερειακές δυνάμεις να διαμορφώσουν δικούς τους μηχανισμούς και δομές ασφαλείας, ικανούς να διαχειρίζονται τις τοπικές γεωπολιτικές ισορροπίες. Ο OTS υπό την καθοδήγηση της Άγκυρας, θα μπορούσε σταδιακά να εξελιχθεί σε έναν οργανωμένο γεωπολιτικό άξονα κατά μήκος της νότιας ζώνης επιρροής της Ρωσίας και να ανακόψει την διείσδυση της Κίνας στα χώρες αυτές αλλά και του Ιράν. Επιπλέον η αβεβαιότητα γύρω από τις μελλοντικές κινήσεις και τη στρατηγική του Ιράν ωθεί ολοένα περισσότερο την Τουρκία και τους συμμάχους της στην περιοχή της Κασπίας να επιλέγουν μια κοινή περιφερειακή στρατηγική διαχείρισης και περιορισμού των γεωπολιτικών κινδύνων που πηγάζουν από τις φιλοδοξίες του Ιράν. Σημαντικό ρόλο παίζουν οι χώρες της Κεντρικής Ασίας και κυρίως το Καζακστάν.
Όμως η γεωπολιτική ισχύς χωρίς νομισματική σταθερότητα είναι περιορισμένη. Η Τουρκία μπορεί να επεκτείνει την επιρροή της στην Κεντρική Ασία, αλλά παραμένει εξαρτημένη από το δολάριο για την ενέργεια, τις εισαγωγές και τη σταθερότητα του χρηματοπιστωτικού της συστήματος.
Αυτό είναι το μεγάλο παράδοξο της σημερινής εποχής. Ο κόσμος μιλά για αποδολαριοποίηση, αλλά οι κρίσεις αυξάνουν τη ζήτηση για δολάρια. Οι χώρες προσπαθούν να δημιουργήσουν εναλλακτικές νομισματικές συμμαχίες, αλλά όταν πιέζονται, στρέφονται και πάλι προς το δολάριο.Το πραγματικό ερώτημα δεν είναι αν το δολάριο θα αντικατασταθεί άμεσα. Το ερώτημα είναι αν οι Ηνωμένες Πολιτείες μπορούν να διατηρήσουν την πολιτική, στρατιωτική και θεσμική αξιοπιστία που απαιτείται ώστε το δολάριο να συνεχίσει να αποτελεί τη ραχοκοκαλιά του παγκόσμιου συστήματος.
Γιατί η δύναμη ενός νομίσματος δεν βασίζεται μόνο στην οικονομία. Βασίζεται στην εμπιστοσύνη, στη γεωπολιτική ισχύ, στους θεσμούς και στην ικανότητα μιας χώρας να λειτουργεί ως ο τελικός εγγυητής σταθερότητας σε περιόδους κρίσης.Και μέχρι στιγμής, παρά όλες τις αδυναμίες, καμία άλλη δύναμη δεν έχει καταφέρει να αντικαταστήσει αυτόν τον ρόλο των Ηνωμένων Πολιτειών.

Ακολουθήστε τη Ροδιακή στο Google News