Ρόδος: βουτιές στη θάλασσα...

Ρόδος: βουτιές στη θάλασσα...

Ρόδος: βουτιές στη θάλασσα...

Rodiaki NewsRoom

ΑΝΑΓΝΩΣΤΗΚΕ 1448 ΦΟΡΕΣ

Το έργο του σπουδαίου πεζογράφου Νίκου Κάσδαγλη

Μελετώντας κανείς τη ζωή και το έργο του σπουδαίου πεζογράφου Νίκου Κάσδαγλη θα ήταν αδύνατο να πιστέψει ότι είχε περάσει σχεδόν όλη τη ζωή του στη Ρόδο. Αναπόφευκτα σκέφτεσαι πόσα θα είχε να κερδίσει η ελληνική επαρχία αν σημαντικά συγγραφικά και καλλιτεχνικά αναστήματά της είχαν παραμείνει στον χώρο της γενέτειράς τους.

Τα ίδια δεν θα είχαν σε τίποτα ζημιωθεί (απόδειξη ο Νίκος Κάσδαγλης που το έργο του έχει κατακτήσει πανελλήνια εμβέλεια), ενώ επιπλέον θα είχε αποσυμφορηθεί η πρωτεύουσα και θα είχε ωφεληθεί αφάνταστα η ίδια η επαρχία.

Μια μικρή ένσταση ότι όσο σημαντικός και να είναι ένας δημιουργός οι συντοπίτες του, εφόσον πρόκειται για επαρχία, συνειδητά τον παραγνωρίζουν θα μπορούσε να διασκεδαστεί με την επίσης βάσιμη ένσταση τού πόσο τελικά υποκριτικός και ψυχοφθόρος είναι ο θαυμαστικός περίγυρος της πρωτεύουσας και της συμπρωτεύουσας.

Σε τελευταία ανάλυση, για έναν δημιουργό υπάρχει πάντα το μέλλον ώστε αν πραγματικά αξίζει να «επανέλθει» έστω και ερήμην του. Με τον Νίκο Κάσδαγλη μάλιστα και τη διαμονή του στη Ρόδο, σχεδόν όλη τη διάρκεια της ζωής του, έχουμε ακόμη μια επιβεβαίωση ότι η επαρχία όχι μόνο το καθαυτό λογοτεχνικό έργο ενός συγγραφέα δεν μπορεί να επηρεάσει αλλά ούτε καν την ενεργή του παρουσία στα πολιτικά και κοινωνικά δρώμενα της εποχής του, καθώς θεωρείται αναπόφευκτη η παραμονή στην Αθήνα προκειμένου να συμμετέχει κανείς σε αυτά.

Ήταν τόσο έντονη η ανάμειξη του Νίκου Κάσδαγλη σε ό,τι γινόταν, ιδιαίτερα την περίοδο της χούντας, είτε πρόκειται για την καίρια συμβολή του στην έκδοση των «Δεκαοχτώ κειμένων» και των «Νέων κειμένων» είτε για τη συμμετοχή του στη συντακτική ομάδα «Η συνέχεια», ώστε τον αισθανόταν κανείς να κυκλοφορεί ανάμεσά μας παρά να διαμένει στη «μακρινή» Ρόδο.

Και αν την «πληροφορία» για τη βία που αποτελεί τον θεματικό άξονα στα περισσότερά του πεζογραφήματα («Τα δόντια της μυλόπετρας», «Η Μαρία περιηγείται τη μητρόπολη των νερών», «Εγώ ειμί Κύριος ο Θεός σου», «Η δίψα», «Ακοίμητο το αίμα των νεκρών», τόσα και τόσα) θα μπορούσε με τις ευαίσθητες κεραίες του να την έχει οπουδήποτε και αν ζούσε, τις ίδιες αυτές κεραίες διέθετε για οτιδήποτε κοντινό ή μακρινό, τοπικό ή παγκόσμιο, ξένο ή εγχώριο.

Γι’ αυτό και δεν εκπλήσσει αλλά παρηγορεί μια σύμπτωση ςστον Νίκο Κάσδαγλη: να έχει γράψει ένα ολόκληρο βιβλίο με βάση την πρωτοπρόσωπη αφήγηση ενός κούρδου αγωνιστή και με τίτλο «Το Αραράτ αστράφτει» και να έχει μεταφράσει, αμέσως μετά την πτώση της χούντας, το βιβλίο-μαρτυρία του ελληνογάλλου δημοσιογράφου Γιάννη Σταράκη «Στις φυλακές των Συνταγματαρχών», όπου εξιστορεί ο τελευταίος τη μακρά παραμονή του στα κρατητήρια του ΕΑΤ-ΕΣΑ μεσούσης της δικτατορίας.

Προτιμούσε ωστόσο να συνεχίσουμε με δύο αυθεντικές μαρτυρίες γραμμένες και οι δύο ειδικά για «ΤΑ ΝΕΑ». Την πρώτη την υπογράφει η κόρη του Νίκου Κάσδαγλη Αννα-Μαρία και έχει τον τίτλο «Ο καθημερινός Κάσδαγλης».

«Κοινωνικά ευχάριστος και φιλόξενος, διακριτικός, με χιούμορ και αυτοπεποίθηση, ήταν στην πραγματικότητα άνθρωπος μοναχικός, με μετρημένους αγαπητούς φιλους. Τον διέκρινε η ικανότητα αυτοσυγκέντρωσης, η απομόνωση μέσα στο πλήθος, έγραφε τα βιβλία του-τουλάχιστον την πρώτη γραφή- συστηματικά στο μπαρ φιλικού ξενοδοχείου. Αν και λογοτέχνης, δεν είχε διαίσθηση. Ήταν εγκεφαλικός (χαρακτηριστική η προτίμησή του για την τέχνη της φούγκας του Μπαχ), θεωρητικός, δραστήριος και μεθοδικός.

Καλός σκακιστής αν και χωρίς μελέτη, αριθμομνήμων, πολύ καλός στο μπριτζ, όπου κέρδιζε μακροπρόθεσμα παίζοντας για χρόνια με την ίδια σταθερή παρέα (δικηγόρους, επιχειρηματίες). Μέσα στην οικογένεια, όταν βρισκόταν καιρός, έπαιζε σκραμπλ, τάβλι, μπελότα και πόκα. Δεν έκανε σε κανέναν χατίρια-ακόμα και στη Μονόπολη!

Ήταν ριψοκίνδυνος και απόλυτος σε θέματα αρχής και ελευθερίας, τόσο πνευματικής όσο κα φυσικής. Έκανε τις επιλογές του και δεν μετάνιωνε γι’ αυτές. Ήταν απόλυτα πιστός ως σύζυγος και ως φίλος.

Είχε μια φυσική άνεση, άμεσα εξαρτημένη από τη σωματική του ρώμη και αντοχή. Έπαιζε από μικρός πιγκ-πογκ με φαρμακερό σερβίς. Ήταν άφοβος, δεινός ψαροντουφεκάς με τεράστια πνευμόνια, κολυμβητής μεγάλων αποστάσεων, ακόμα και σε προχωρημένη ηλικία. Του άρεσε το περπάτημα στα βουνά και είχε μεράκι την ιστιοπλοΐα: ήταν σε θέση να αρματώσει ιστιοπλοϊκό, όχι μόνο να το ταξιδέψει.

Στη δεκαετία του ‘70 έμαθε ιστιοσανίδα και θαλάσσιο σκι. Οι δραστηριότητες αυτές κάποτε είχαν συνέπειες: λόγου χάρη κατέβηκε την Πάρνηθα μόνος του με σπασμένο μηνίσκο και οδήγησε μοτοσικλέτα για 50 χιλιόμετρα με εκτεταμένο έγκαυμα τρίτου βαθμού από την εξάτμιση. Έσπασε τρεις φορές σπόνδυλο (και πέρασε ξαπλωμένος σε σανίδα έναν μήνα κάθε φορά...), αν και στις δύο από τις τρεις περιπτώσεις έπεσε κλαδεύοντας δέντρο.

Φυσικό επακόλουθο του σωματικού καμάτου ήταν η καλή όρεξη, χωρίς παραξενιές. Με τη σύνταξη, οπότε είχε περισσότερο χρόνο να προσφέρει στο σπίτι, μαγείρευε τρεις σπεσιαλιτέ: φασολάδα, καρμπονάρα και κοτόπουλο (πολύ) λεμονάτο. Όμως η βασική του συνεισφορά στο νοικοκυριό ήταν εξαρχής οι ξυλοκατασκευές αντοχής-οι μεγάλες, τοίχο-τοίχο βιβλιοθήκες με τα ράφια ρυθμιζόμενου ύψους, αλλά και η κρεμάστρα για τα παλτά, σκαμνιά, πάγκοι και ράφια κουζίνας, ξύλινες σκάλες...

Χαρακτηριστικό των κατασκευών του ήταν η χρηστικότητα και η λιτότητα. Ενδιαφερόταν γενικά για τη λειτουργικότητα, αδιαφορώντας για τα στολίδια και την εκζήτηση. Από εκεί ξεκινούσε και το πάθος του για την ορθή χρήση της γλώσσας την οποία θεωρούσε εργαλείο που έπρεπε να είναι αποτελεσματικό, χωρίς περιττά βάρη.

Εκτός από τη δουλειά του στην Αγροτική Τράπεζα (ή τις βιοποριστικές του ασχολίες όταν απολύθηκε την εποχή της χούντας), το γράψιμο και το διάβασμα, βασική του ενασχόληση ήταν η φροντίδα για τα χωράφια με τις ελιές της οικογένειας-όργωμα, πότισμα, συνεργείο για το μάζεμα, το λιοτρίβι τη νύχτα. Η παραγωγή, τις καλές χρονιές, έφτανε τους 4 τόνους λάδι.

Επί δικτατορίας ασχολήθηκε με αντιπροσωπείες (πλακάκια, ταχύπλοα και εξωλέμβιες μηχανές). Διέθετε επίσης τρία κρις-κραφτ για σκι σε τουρίστες, μαζί με μαθήματα. Κατά τη Μεταπολίτευση επανήλθε στην Τράπεζα, αλλά βγήκε στη σύνταξη νωρίς γιατί δεν άντεξε για πολύ την Αθήνα όταν έγινε γενικός διευθυντής. Ως συνταξιούχος, πέρα από τη λογοτεχνία, ασχολήθηκε συστηματικά με τη Διεθνή Αμνηστία, το πρόβλημα των πυρηνικών όπλων και το κουρδικό ζήτημα.

Συνέβαλε αποφασιστικά στην ίδρυση του Διεθνούς Κέντρου Λογοτεχνών και Μεταφραστών της Ρόδου».

«ΔΥΟ ΞΕΧΩΡΙΣΤΟΙ ΓΑΛΑΞΙΕΣ ΤΕΜΝΟΝΤΑΝ ΜΕΣΑ ΤΟΥ»
Η δεύτερη μαρτυρία έχει γραφεί από τον ανιψιό του Νίκου Κάσδαγλη, τον πολύ γνωστό συγγραφέα και δημοσιογράφο Χριστόφορο Κάσδαγλη, και έχει τον τίτλο «Οι Κασδαγλαίοι της Ρόδου». «Δεν είναι εύκολο να μάθεις θαλάσσιο σκι.

Όσο καλά κι αν σου εξηγήσουν τη διαδικασία, θα ΄ρθει η στιγμή που θα σε ρίξουν στη θάλασσα με τα πέδιλα, να προσπαθείς με άγαρμπες κινήσεις να ισορροπήσεις μέχρι που το κρις-κραφτ θα αναπτύξει ταχύτητα κι εσύ ή θα «σηκωθείς» ή -το πιθανότερο- θα γκρεμιστείς με τα μούτρα στο νερό και στο αλάτι. Αν με ρωτήσεις, λοιπόν, ποιο είναι το πιο σημαντικό πράγμα που έμαθε από το Νίκο Κάσδαγλη, παρακάμπτοντας όλες τις αναμενόμενες απαντήσεις, θα σταθώ στο γεγονός ότι με μύησε στο θαλάσσιο σκι.

Το θαλάσσιο στοιχείο υπήρξε θεμελιώδες συστατικό της ύπαρξής του, πιθανότατα ο λόγος για τον οποίο επέλεξε να ζήσει στη Ρόδο: δεινός κολυμβητής, ψαροντουφεκάς, διηγηματογράφος της θάλασσας, σκιέρ και ιστιοπλόος.

Το σκι δεν ήταν πάντως γι’ αυτόν χόμπι. Όταν απολύθηκε από τη δουλειά του στην Αγροτική Τράπεζα, το ‘70, πήραν το ρίσκο να παραμείνουν στη Ρόδο με δύο μικρά παιδιά. Απέκτησε ένα κρις-κραφτ και γύρναγε στη Λίνδο, στο Φαληράκι και στην Τσαμπίκα, προσφέροντας υπηρεσίες σκι στους τουρίστες. Μέχρι τη Μεταπολίτευση, τα κρις κραφτ είχαν γίνει τρία.

Οι «Κασδαγλαίοι της Ρόδου» ήταν ο ομφάλιος λώρος που μας συνέδεε οικογενειακώς με το νησί. Αλλά από τα χρόνια της εφηβείας άρχισα να πηγαίνω μόνος, αποκτώντας δικούς μου δεσμούς και παρέες. Η τοπογραφία της ζωής τους ήταν γεμάτη εναλλαγές: Τριάντα, Αϊ-Γιώργης στου Κόβα, Θεμιστοκλέους, Σοφούλη, Ψαροπούλα, Μεσολογγίου, Εκατό Μαγαζιά, Ηρώς Παπαλουκά, Εκατό Χουρμαδιές. Ώσπου καταστάλαξαν στο δικό τους σπίτι, χτισμένο έξυπνα στην αιχμή ενός γκρεμού στο Ροδίνι.

Οικογένεια, δουλειές, θάλασσα, ο πατρογονικός ελαιώνας στ’ Αφάντου, μια αρχαία μοτοσικλέτα παλιότερα-κι εκείνο το τρανταχτό γέλιο διαρκείας, που πρόδιδε ότι ο θείος Νίκος βρισκόταν εκεί γύρω. Καμία σχέση με τα σκληρά μυθιστορηματικά του τοπία. Σαν να ζούσε διπλή ζωή, σαν να προστάτευε το οικογενειακό καταφύγιο στο νησί από τον βίαιο αφηγηματικό του κόσμο. Δύο ξεχωριστοί γαλαξίες, που τέμνονταν μονάχα μέσα του».

* Του ΘΑΝΑΣΗ Θ. ΝΙΑΡΧΟΥ από «ΤΑ ΝΕΑ»

Διαβάστε ακόμη

«Μελάνι στους Τοίχους»: Τριήμερο δημιουργικής γραφής και πολιτιστικής κληρονομιάς στη Ρόδο

Σύμη: Η Κρατική Ορχήστρα Αθηνών μάγεψε το κοινό στον Πανορμίτη

«Teatro Giacomo Puccini – Εθνικό Θέατρο Ρόδου 1937-2007»: Έκθεση της Ίριδας Μαυράκη στη Νέα Πτέρυγα του Νεστορίδειου Μελάθρου

Ποίηση, μουσική και… Αιγαίο στο 10ο Φεστιβάλ Καλλιτεχνικής Δημιουργίας Ρόδου

Από τη Ρόδο στο Λονδίνο και πίσω: Οι Valia Calda επιστρέφουν με τη μουσική τους για το 11ο Rhodes Jazz Festival

«Περπάτημα Ζωής και Ελπίδας»: 23 χρόνια δίπλα στους ανθρώπους με αυτοάνοσα νοσήματα

Συνεχίζεται στη Ρόδο το «ΜΟΥΣΙΚΩΣ» – Τρεις ακόμη συναυλίες έως την 1η Οκτωβρίου

Το «Βιολογικό Ωρολόι» του γιατρού Ιερόθεου Σπανού