Λεξιστορείν: Mε μούρλανες!

Το ρήμα μουρλαίνω έχει τη σημασία του εκνευρίζω, τρελαίνω κάποιον με τα λόγια ή με τη συμπεριφορά μου.

Παράγεται από τη  λέξη μουρλός, η οποία με τη σειρά της  κατάγεται από την αρχαία λέξη μωρολόγος, σύνθετη από το μωρός = ο ανόητος και το ρήμα λέγω.

Άρα μωρολόγος είναι αυτός που λέει ανοησίες, «τρέλες». Η λέξη εξελίχθηκε στον τύπο μουρλός με τροπή του «ω» σε «ου» (μωρολόγος – μουρολόγος - μουρλός) έχοντας τη σημασία του ασύνετου, του ανισόρροπου, του τρελού.