Γ. Θεοτοκά: Η Δικτατορία

"Με την ευκαιρία της σημερινής μαύρης επετείου αναδημοσιεύουμε το κείμενο του Γιώργου Θεοτοκά με τίτλο "Η Δικτατορία" που δημοσιεύθηκε στην Εφημ. "Το Βήμα" στις 20 Φεβρουαρίου 1966.

Αφορμή στάθηκε η ανάγνωση του κειμένου του καθηγητή Ν. Αλιβιζάτου  "Για την 21η Απριλίου" που δημοσιεύθηκε στο τεύχος 161-162, του Περιοδικού  "Το Δέντρο" Άνοιξη 2008,στα πλαίσια αφιερώματος με τίτλο "Το ράδιο παίζει εμβατήρια".

Γράφει λοιπόν ο Ν. Αλιβιζάτος " ο Θεοτοκάς, αδελφός της μητέρας μου, που περνούσε τότε μια δεύτερη νεότητα, είχε δημοσιεύσει, λίγο πριν πεθάνει, ένα άρθρο στο Βήμα, όπου περιέγραφε με κάθε λεπτομέρεια πως θα ήταν η δικτατορία. Ήθελε έτσι να την εξορκίσει."

Το κείμενο παρουσιάζει εξαιρετικό ενδιαφέρον, αφού προέρχεται από ένα σπουδαίο συγγραφέα και πνευματικό άνθρωπο, με προσφορά στα γράμματα αλλά και γενικότερα στην πνευματική  ζωή της πατρίδας μας.

Η δικτατορία, καθώς όλοι ξέρουμε, είναι μια πολύ δύσκολη, πολύ περίπλοκη επέμβαση, γεμάτη απρόοπτα και παγίδες, επικίνδυνη στο έπακρο τόσο για τον οργανισμό που τη δέχεται, όσο και για κείνους που την αποφασίζουν και την εκτελούν. Η δικτατορία σημαίνει την κατάργηση της συνταγματικής νομιμότητας και την επικράτηση της αυθαιρεσίας. Δηλαδή, υπό το καθεστώς της, όλοι μας, μικροί-μεγάλοι, άρχοντες και αρχόμενοι, βρισκόμαστε εκτός νόμου.

Καταργούνται οι ελευθερίες μας και, μαζί, η μονιμότητα των δημοσίων υπαλλήλων, των δικαστών, των καθηγητών του Πανεπιστημίου. Καταργούνται όλα μας τα πολιτικά δικαιώματα και η προσωπική μας ασφάλεια ακόμα. Ο Γκοτζαμάνης και ο Πιτσώκος έχουν την εξουσία να μπούνε νύχτα στο σπίτι σας, να σας σηκώσουν από το κρεβάτι, να σας ρίξουν σ’ ένα αυτοκίνητο και να σας πάρουν σε άδηλη κατεύθυνση. Και μην τολμήσετε να διαμαρτυρηθείτε και να πείτε:

-Πως με μεταχειρίζεσθε έτσι; Ξέρετε ποιος είμαι εγώ; Είμαι ακαδημαϊκός. Είμαι στρατηγός με εθνικούς τίτλους. Είμαι πρώην πρωθυπουργός.

Γιατί ο Γκοτζαμάνης και ο Πιτσώκος δεν το έχουν σε τίποτα να σας αρχίσουν στα χαστούκια. Το μόνο που σας μένει είναι να σωπάσετε, να κάμετε το σταυρό σας και να αφεθείτε στο έλεος του Θεού. 
Η δικτατορία σημαίνει ακόμα ότι ορισμένα πρόσωπα, που κανείς δεν τα ψήφισε, διαχειρίζονται τον εθνικό πλούτο, κατά την ελεύθερη κρίση τους, χωρίς να μπορεί κανείς να τα ελέγξει. Για τούτο μια γενική καχυποψία περιβάλλει τις υπηρεσίες, τα ιδρύματα, τους οργανισμούς. Καχυποψία και βουβαμάρα.

Σημαίνει επίσης ότι το έθνος πορεύεται σε πυκνό σκοτάδι προς το άγνωστο. Με ποιο τρόπο αντιμετωπίζονται τα εθνικά μας ζητήματα κανείς δεν ξέρει, κανείς δεν ρωτά. Που πάμε; Τι μας περιμένει; Τι συμβάσεις και συνθήκες υπογράφονται; Τι δεσμεύσεις αναλαμβάνονται; Τι μέλλον προετοιμάζεται για τον τόπο, για τα παιδιά μας; Μη μιλάτε, δεν σας πέφτει λόγος. Εσείς θα δουλεύετε, θα πληρώνετε φόρους και θα πιστεύετε ό,τι σας λέει το Εθνικό Ίδρυμα Ραδιοφωνίας.

 Για όλες αυτές τις αιτίες, εκείνοι που ξεκινούν να κάμουν μια δικτατορία, γνωρίζοντας τι διακινδυνεύουν, προσπαθούν πάντα να καλυφθούν εκ των προτέρων με ορισμένες δικαιολογίες. Προετοιμάζουν τα ελαφρυντικά τους για την ενδεχόμενη περίπτωση που θα βρισκόντανε ίσως στην ανάγκη να παρουσιάσουν κάποια μέρα μιάν απολογία.

Μας απειλεί, λένε, μεγάλος εθνικός κίνδυνος, πρέπει να σώσουμε την πατρίδα με κάθε θυσία. Ή γίνεται επανάσταση και έχουμε το δικαίωμα να αμυνθούμε. Ή, ακόμα, καταρρέει η οικονομία, παραλύει η ζωή μας, έρχεται λιμός. Ή, τέλος, το Κράτος, έχει περιπέσει σε ανίατη ακυβερνησία και πάει να διαλυθεί. Ας ατονίσουν λοιπόν οι νόμοι προσωρινά. Salus populi suprema lex esto.

 Υπάρχει, άραγε, κανένας τέτοιος λόγος που θα μπορούσε να δώσει μια ηθική δικαίωση σε μια δικτατορία στην Ελλάδα, σήμερα; Δικαίωση έστω και μονόπλευρη, έστω και εξεζητημένη; Ας δούμε τα πράματα από πιο κοντά.

Εξωτερικός εθνικός κίνδυνος όχι μόνο δεν υπάρχει, αλλά ποτέ τα σύνορά μας δεν είταν τόσο σίγουρα όσο είναι σήμερα, γιατί τα έχει εγγυηθεί και τα προστατεύει η Ατλαντική Συμμαχία. Προσβολή των συνόρων μας από το λεγόμενο Παραπέτασμα σημαίνει παγκόσμιο πόλεμο και δεν πιστεύουμε ότι κανείς από τους γείτονές μας έχει τη διάθεση να αναλάβει τέτοιες πρωτοβουλίες και να προκαλέσει τους πυρηνικούς βομβαρδισμούς.

 Ούτε την επανάσταση βλέπουμε «επί θύραις». Μας μιλούν συνεχώς για το Δεκέμβριο του 1944, τελευταία μάλιστα διαβάσαμε ότι ο Δεκέμβριος πρέπει να διδάσκεται, ως μάθημα, στα σχολεία, για να διατηρηθούν άσβηστα τα μίση του στην ψυχή των σημερινών παιδιών. Δεν συζητούμε τις παιδαγωγικές αυτές αντιλήψεις της Άκρας Δεξιάς.

Σημειώνουμε μόνο ότι στα 1944 το έθνος είταν άρρωστο από την αγωνία και τη φρίκη που είχε ζήσει στην Κατοχή, ότι το Κράτος είχε γκρεμιστεί και η Ελλάδα είταν ένας αδέσποτος χώρος, ότι τέλος οι επαναστατικές δυνάμεις είταν στρατιωτικά οργανωμένες και οπλισμένες.

Πως είναι δυνατό να συγκριθεί η κατάσταση της εποχής εκείνης με την τωρινή; Σήμερα υπάρχει Κράτος και Στρατός συγχρονισμένος και πάνοπλος, με μια οργάνωση και μια δύναμη που δεν είχε δει ποτέ η Ελλάδα. Ποιο κόμμα, ποιο σωματείο οικοδόμων ή ποια διαδήλωση Λαμπράκηδων θα βγει στο δρόμο να αναμετρηθεί με το Στρατό, να διαλύσει τις μεραρχίες, να καταλάβει τα άρματα και τα αεροδρόμια και να πάρει την εξουσία με τη βία; Το επιχείρημα, βέβαια, δεν πείθει. Οι νηφάλιοι, άλλωστε, της Δεξιάς το παραδέχονται εύκολα σε ιδιωτικές συζητήσεις.

Δεν μπορεί να γίνει επανάσταση, λένε, γίνεται όμως προπαγάνδα που εγκυμονεί κινδύνους για το μέλλον. 
Αλλά ποτέ, πουθενά δε θεωρήθηκε η προπαγάνδα δικαιολογία για μια δικτατορία. Η προπαγάνδα αντικρούεται με αντίθετη προπαγάνδα και οι παράνομες ενέργειες καταδιώκονται από την αστυνομία. Έχουμε δα αστυνομία αρκετή και δεν της λείπει ο ζήλος.

 

 

 Μήπως, ωστόσο, η οικονομία μας έφθασε στο χείλος της αβύσσου και μόνο με δικτατορικά μέσα μπορεί να συγκρατηθεί; Όλοι όμως ανεξαίρετα οι ειδικοί, τόσο της Δεξιάς όσο και του Κέντρου, μας διαβεβαιώνουν ότι οι οικονομικές δυσκολίες που αντιμετωπίζει το Κράτος δεν είναι ανυπέρβλητες. Η πολεμική που γίνεται ανάμεσά τους, στη Βουλή και στις εφημερίδες, αφορά διαχειριστικά και φορολογικά ζητήματα και δε φαίνεται να ξεπερνά τα όρια των συνηθισμένων κοινοβουλευτικών μας ανταγωνισμών.

 Και το επιχείρημα της ακυβερνησίας καμιά βάση δεν θα είχε εδώ. Ο λαός, πριν από δύο χρόνια, ψήφισε μια Βουλή με μεγάλη, σταθερή πλειοψηφία. Η πλειοψηφία έσπασε με τρόπο αντίθετο προς τους κοινοβουλευτικούς κανόνες, με συνωμοσίες και αυλικές επεμβάσεις. Για την κατάσταση αυτή ούτε ο λαός ευθύνεται ούτε το δημοκρατικό πολίτευμα. Ας κληθούν οι ψηφοφόροι να δώσουν μια καινούργια Βουλή. Και, αν δε σχηματισθεί ξανά μια σταθερή πλειοψηφία, υπάρχουν πολλοί τρόποι για να βγούμε από το αδιέξοδο- Κυβερνήσεις συνεργασίας και, σε έσχατη ανάγκη, Οικουμενική Κυβέρνηση- χωρίς να πέσουμε στη δικτατορία. 

 Αυτή η μικρή ανάλυση μας οδηγεί στο συμπέρασμα ότι μια δικτατορία, σήμερα, στην Ελλάδα, δεν θα είχε καμιά αληθινή δικαίωση. Εκείνοι που θα κατέφευγαν σ’ ένα τέτοιο απονενοημένο διάβημα θα έπρεπε να ξέρουν ότι θα έμεναν ακάλυπτοι στη συνείδηση του τόπου, χωρίς ελαφρυντικά. Εξ άλλου όμως, οι προοπτικές μιας δικτατορίας, υπό τις σημερινές συνθήκες, θα είταν πολύ πιο ανησυχητικές απ’ ό,τι σε παλαιότερες εποχές.

 Σ’ ένα προηγούμενο άρθρο («Το Βήμα» 27 Ιανουαρίου 1966) μίλησα για τον κίνδυνο να μεταβληθεί η Ελλάδα σ’ ένα ευρωπαϊκό Βιετνάμ και δε θέλω να επιστρέψω σ’ αυτό το εφιαλτικό ενδεχόμενο. Υπάρχει όμως και μια άλλη πιθανότητα. Ο τόπος υποφέρει από προβλήματα άμεσα, ζωτικά, επείγοντα, καθώς είναι η ανεργία, η υποαπασχόληση, η εξαθλίωση ορισμένων κοινωνικών στρωμάτων, η έλλειψη συντονισμού και οργάνωσης, η μετανάστευση, η ελάττωση του πληθυσμού, η καθυστέρηση της παιδείας και γενικά ο αναχρονισμός μας. Από τα προβλήματα αυτά  κινδυνεύει η εθνική μας υπόσταση και όχι από φανταστικές απειλές.

Για να ζήσει το έθνος και να προκόψει πρέπει να βγει από την  αποτελμάτωση και από τις φοβίες του υπερσυντηρητισμού  που μας κατέχει, και να βρει τολμηρές λύσεις των προβλημάτων του. Αν λοιπόν μια δικτατορία καταργήσει τον ελεύθερο πολιτικό βίο και μας πείσει πως τίποτα δε γίνεται με τις ομαλές δημοκρατικές μεθόδους, τότε είναι πιθανότατο η αδήριτη ανάγκη της ιστορικής εξέλειξης να ζητήσει μια άλλη διέξοδο. Και να τη βρει στην ίδια τη δικτατορία, δηλαδή στα νεώτερα στελέχη της, που θα είναι πιο ευαίσθητα στο κάλεσμα των καιρών. Και τότε μπορεί να κοιμηθούμε ένα βράδι, σαν πειθήνιοι υπήκοοι μιας γεροντικής δικτατορίας Μεταξά, και ν’ ακούσουμε το άλλο πρωί, από το ραδιόφωνο, ότι κάτι άλλαξε στην Ελλάδα, μες στη νύχτα, και ότι μας κυβερνούν νέοι άνθρωποι με καινούργια συνθήματα και άγνωστες κατευθύνσεις…
 Ας τα συλλογιστούν καλά όλα αυτά οι κρατούντες. Ας τα συλλογιστούν και οι Σύμμαχοί μας. Εμείς δεν ζητούμε τίποτα άλλο παρά ελευθερία, νομιμότητα και φρόνηση. 

Γιώργος Θεοτοκάς: 
Στοχασμοί και Θέσεις. 
Πολιτικά κείμενα 1925-1966. 
Τόμος Β΄1950-1966.
ΑΘΗΝΑ-1996-ΕΣΤΙΑ
[πρώτη δημοσίευση Εφημ. «Το Βήμα» 20 Φεβ. 1966]