Γιάννης Σαμαρτζής: Η διεύρυνση του χάσματος μεταξύ πλουσίων και φτωχών στην ΕΕ: η θέση της Ελλάδας

Γιάννης Σαμαρτζής: Η διεύρυνση του χάσματος μεταξύ πλουσίων και φτωχών στην ΕΕ: η θέση της Ελλάδας

Γιάννης Σαμαρτζής: Η διεύρυνση του χάσματος μεταξύ πλουσίων και φτωχών στην ΕΕ: η θέση της Ελλάδας

Rodiaki NewsRoom

ΑΝΑΓΝΩΣΤΗΚΕ 172 ΦΟΡΕΣ

Του οικονομολόγου Γιάννη Σαμαρτζή

Η διεύρυνση του χάσματος μεταξύ πλουσίων και φτωχών αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα χαρακτηριστικά της σύγχρονης παγκόσμιας οικονομίας και επηρεάζει τόσο τις ανεπτυγμένες όσο και τις αναπτυσσόμενες χώρες.
Τα τελευταία χρόνια παρατηρείται ολοένα μεγαλύτερη συγκέντρωση πλούτου και οικονομικής ισχύος σε ένα μικρό ποσοστό του πληθυσμού, ενώ μεγάλα κοινωνικά στρώματα αντιμετωπίζουν στασιμότητα εισοδημάτων, αύξηση του κόστους ζωής και περιορισμένες δυνατότητες κοινωνικής ανόδου.
Η παγκοσμιοποίηση, η τεχνολογική πρόοδος και η ανάπτυξη των χρηματοπιστωτικών αγορών δημιούργησαν μεγάλες ευκαιρίες κερδοφορίας για τις πολυεθνικές επιχειρήσεις και τα ανώτερα οικονομικά στρώματα, όμως τα οφέλη αυτά δεν κατανεμήθηκαν ισότιμα στο σύνολο της κοινωνίας.

Η μεταφορά παραγωγικών δραστηριοτήτων σε χώρες χαμηλού κόστους μείωσε το κόστος για τις επιχειρήσεις αλλά πίεσε τους μισθούς και την εργασιακή ασφάλεια σε πολλές ανεπτυγμένες οικονομίες.
Παράλληλα, η αυτοματοποίηση και η ψηφιακή οικονομία αύξησαν τη ζήτηση για εξειδικευμένο προσωπικό, ενώ πολλές χαμηλόμισθες θέσεις εργασίας περιορίστηκαν ή εξαφανίστηκαν, γεγονός που οδήγησε σε μεγαλύτερες μισθολογικές ανισότητες.
Επιπλέον, οι φορολογικές πολιτικές πολλών κρατών από τη δεκαετία του 1980 και μετά, ευνόησαν τη μείωση της φορολογίας για τα υψηλά εισοδήματα και τις μεγάλες επιχειρήσεις, επιτρέποντας ακόμη μεγαλύτερη συσσώρευση πλούτου στους ήδη οικονομικά ισχυρούς.
Έτσι, η οικονομική ανάπτυξη δεν συνοδεύτηκε πάντοτε από αντίστοιχη κοινωνική ευημερία και η μεσαία τάξη σε πολλές χώρες άρχισε να συρρικνώνεται. Οι κοινωνικές συνέπειες αυτής της εξέλιξης είναι ιδιαίτερα έντονες, καθώς αυξάνεται η ανασφάλεια, η δυσκολία πρόσβασης σε ποιοτική εκπαίδευση, υγεία και στέγαση, ενώ περιορίζονται οι δυνατότητες κοινωνικής κινητικότητας για τα χαμηλότερα στρώματα.
Παράλληλα, η αίσθηση αδικίας και αποκλεισμού ενισχύει την κοινωνική δυσαρέσκεια, την πολιτική πόλωση και την αμφισβήτηση των θεσμών. Στην Ελλάδα το φαινόμενο της οικονομικής ανισότητας έγινε ιδιαίτερα έντονο μετά την οικονομική κρίση του 2010 και τα χρόνια των μνημονίων.
Η βαθιά ύφεση, η ανεργία, οι μειώσεις μισθών και συντάξεων και η αύξηση της φορολογικής επιβάρυνσης, επηρέασαν κυρίως τα μεσαία και χαμηλά κοινωνικά στρώματα, οδηγώντας σε σημαντική μείωση του βιοτικού επιπέδου μεγάλου μέρους του πληθυσμού.

Παρότι η ελληνική οικονομία παρουσιάζει τα τελευταία χρόνια στοιχεία ανάπτυξης, μεγάλο μέρος των πολιτών συνεχίζει να αντιμετωπίζει δυσκολίες εξαιτίας των χαμηλών πραγματικών μισθών, της ακρίβειας και του υψηλού κόστους στέγασης. Η αύξηση των ενοικίων και των τιμών ακινήτων έχει δυσκολέψει ιδιαίτερα τους νέους, οι οποίοι συχνά αδυνατούν να αποκτήσουν οικονομική ανεξαρτησία ή να δημιουργήσουν οικογένεια.
Ταυτόχρονα, η ανάπτυξη συγκεντρώνεται σε συγκεκριμένους κλάδους και επιχειρηματικές ομάδες, χωρίς τα οφέλη να διαχέονται ισότιμα στην κοινωνία. Το αποτέλεσμα είναι να δημιουργείται ένα αίσθημα ότι η οικονομική πρόοδος αφορά κυρίως τους λίγους, ενώ οι πολλοί δυσκολεύονται να βελτιώσουν ουσιαστικά τη ζωή τους
Σύμφωνα με στοιχεία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (Eurostat) στις ευρωπαϊκές συγκρίσεις των χωρών, το 2024 η εισοδηματική ανισότητα στην Ελλάδα ήταν η 6η υψηλότερη της Ε.Ε και μεγαλύτερη κατά 2,4 μονάδες από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο στον δείκτη Gini. Όπως παρατηρούμε στον πίνακα που παραθέτω, ακολουθούν σε δυσμενέστερη θέση, η Πορτογαλία, Ιταλία Λετονία, Λιθουανία και Βουλγαρία.
Επίσης, παρατηρούμε ότι οι χώρες της βόρειας και κεντρικής Ευρώπης εμφανίζουν συνήθως μικρότερο χάσμα πλουσίων και φτωχών, ενώ αρκετές χώρες της νότιας και ανατολικής Ευρώπης παρουσιάζουν μεγαλύτερες οικονομικές ανισότητες. Η Ελλάδα βρίσκεται πάνω από τον μέσο όρο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ως προς την ανισότητα εισοδήματος.

Ο δείκτης Gini είναι ένα οικονομικό μέτρο που χρησιμοποιείται για τον υπολογισμό της εισοδηματικής ανισότητας που υπάρχει μεταξύ των πολιτών μιας χώρας. Ο δείκτης παίρνει τιμές μεταξύ 0 και 1 (ή 0 ως 100), με το μηδέν να σημαίνει πως όλοι οι πολίτες παίρνουν το ίδιο εισόδημα (τέλεια ισότητα) και το 1 (ή 100) πως το συνολικό εισόδημα μια χώρας πηγαίνει σε μόνο ένα άτομο (μέγιστη ανισότητα). Επομένως, όσο πιο κοντά στο μηδέν είναι ο δείκτης Gini, τόσο χαμηλότερη είναι η εισοδηματική ανισότητα σε μια χώρα. .
Δηλαδή, ο συντελεστής Gini που είναι ο δημοφιλέστερος δείκτης, χρησιμοποιείται συνήθως από τις περισσότερες στατιστικές υπηρεσίες των χωρών και αντανακλά την εισοδηματική ανισότητα και, επομένως, χρησιμοποιείται ως μέτρο εισοδηματικών ανισοτήτων.

Ο δείκτης S80 / S20 μετρά τη σχετική ανισότητα στη διανομή του εισοδήματος, συγκρίνοντας το διαθέσιμο εισόδημα - μετά τις κοινωνικές παροχές -, που κατέχει το 20% των πλουσιότερων ατόμων μιας κοινωνίας με αυτό που κατέχει το 20% των φτωχότερων. Όσο υψηλότερος ο δείκτης S80/S20 τόσο μεγαλύτερη είναι η εισοδηματική ανισότητα, ενώ ο χαμηλότερος δείκτης ισοδυναμεί με μικρότερη ανισότητα. Όταν ο λόγος S80/S20 ισούται με 1, υπάρχει τέλεια εισοδηματική ισότητα, δηλαδή όλα τα νοικοκυριά έχουν το ίδιο ετήσιο εισόδημα. Αν ο δείκτης πάρει την τιμή 4 σημαίνει πως το εισόδημα του πλουσιότερου 20% είναι 4 φορές υψηλότερο από το φτωχότερο 20%.
Η σχετική ανισότητα αναφέρεται στη διαφορά εισοδήματος ή πλούτου μεταξύ των ατόμων εντός μιας κοινωνίας, εστιάζοντας στη σύγκριση των οικονομικών θέσεων και όχι στην απόλυτη φτώχεια. Δηλαδή, ο δείκτης της ανισοκατανομής εισοδήματος μετριέται με το λόγο του συνολικού εισοδήματος που λαμβάνει το 20% του πληθυσμού με το υψηλότερο εισόδημα, προς εκείνο που λαμβάνει το 20% του πληθυσμού με το χαμηλότερο εισόδημα. Συνεπώς, ο δείκτης αυτός μας δείχνει το πόσες φορές το μερίδιο εισοδήματος του «πλουσιότερου» 20% του πληθυσμού είναι υψηλότερο του «φτωχότερου» 20%.

Ωστόσο, στη χώρα μας, παρά την αύξηση του ΑΕΠ, την αύξηση των επενδύσεων, την αύξηση των εξαγωγών και τη μείωση της ανεργίας τα τελευταία χρόνια:
● οι πραγματικοί μισθοί παραμένουν χαμηλοί,
● η αγοραστική δύναμη πιέζεται από τον πληθωρισμό,
● και μεγάλο μέρος της ανάπτυξης κατευθύνεται σε λίγους κλάδους και επιχειρήσεις.
Έτσι, δημιουργείται το παράδοξο η ανάπτυξη της οικονομίας μας να κινείται χωρίς την ανάλογη βελτίωση της καθημερινότητας, για μεγάλο μέρος της κοινωνίας.
Συμπερασματικά, το χάσμα πλουσίων και φτωχών δεν είναι απλώς οικονομικό ζήτημα, είναι βαθιά πολιτικό και κοινωνικό.
Στην παγκόσμια οικονομία, η συγκέντρωση πλούτου στους λίγους αυξάνεται ταχύτερα από ποτέ, ενώ στην Ελλάδα οι συνέπειες της κρίσης, της λιτότητας και της αδύναμης παραγωγικής βάσης ενίσχυσαν περαιτέρω τις ανισότητες.
Το βασικό ερώτημα για τις επόμενες δεκαετίες είναι αν οι οικονομίες θα καταφέρουν να συνδυάσουν:
● ανάπτυξη,
● κοινωνική συνοχή,
● και δίκαιη κατανομή πλούτου.

Χωρίς αυτή την ισορροπία, η οικονομική δυναμική και οι κοινωνικές ανισότητες πιθανότατα θα περάσουν από δοκιμασία.
Κατά συνέπεια, το χάσμα μεταξύ πλουσίων και φτωχών αποτελεί σήμερα ένα από τα μεγαλύτερα κοινωνικά και οικονομικά προβλήματα, τόσο σε παγκόσμιο επίπεδο όσο και στη χώρα μας. Η άνιση κατανομή του πλούτου οδηγεί σε περιορισμένες ευκαιρίες για μεγάλο μέρος του πληθυσμού, ενισχύει την ανεργία, τη φτώχεια και τον κοινωνικό αποκλεισμό. Παράλληλα, δημιουργεί αίσθημα αδικίας και αποδυναμώνει την κοινωνική συνοχή. Για να μειωθεί αυτή η ανισότητα, απαιτούνται ουσιαστικά μέτρα, όπως η στήριξη της παιδείας, η δημιουργία θέσεων εργασίας και η δίκαιη φορολογία. Μόνο μέσα από κοινωνική συνοχή , δημοκρατική σταθερότητα και ίσες ευκαιρίες μπορεί να οικοδομηθεί μια κοινωνία πιο δίκαιη και, επομένως, περισσότερο βιώσιμη για όλους.

ΠΙΝΑΚΑΣ
Δείκτης Εισοδηματικής Ανισότητας Gini στην ΕΕ

Ο δείκτης Gini παίρνει τιμές μεταξύ 0 (τέλεια ισότητα) και 100 (μέγιστη ανισότητα).


Χώρα Gini 2024 Χώρα Gini 2024
Βουλγαρία 38,4 Κροατία 29,8
Λιθουανία 35,3 Γερμανία 29,5
Λετονία 34,2 Ουγγαρία 28,0
Ιταλία 32,2 Ιρλανδία 26,4
Πορτογαλία 31,9 Ολλανδία 25,9
Ελλάδα 31,8 Βέλγιο 24,6
Μάλτα 30,8 Τσεχία 23,7
Εσθονία 30,8 Σλοβενία 23,8
Λουξεμβούργο 30,1 Σλοβακία 21,7
Κύπρος 30,1
Γαλλία 30,0
Μέσος όρος ΕΕ (2024): 29,4.

Πηγή: Eurostat.

Διαβάστε ακόμη

Γιώργος Ατσαλάκης: Το δολάριο, η τουρκική λίρα και ο νέος παγκόσμιος νομισματικός πόλεμος

Αργύρης Αργυριάδης: Ελπίδα, Μπάρτσα και… κοπάνα

Δημήτρης Γάκης: Έφυγε ο Νικόλας Μουσούρης, η πηγή ζωής της Αστυπάλαιας

Χρ. Γιαννούτσος: Από 1,65€ η αμόλυβδη το 2017 στα 2,20€ το 2026 στα Δωδεκάνησα – Ποια νησιωτική πολιτική;

Ελευθερία Μουρσελλά-Δράκου: Ευχάριστες, ζωογόνες και δροσερές αναμνήσεις μιας άλλης εποχής

Μαρία Καμπάνταη: Πανελλήνιες με... ηρεμία

Ελένη Ν. Καραγιάννη: Ανευθυνότητας Ανάγνωσμα στους δρόμους της Ρόδου

Γιάννης Καμπούρης: "Η Βαρκελώνη δείχνει τον δρόμο, Biochar από ελαιώνες σε δρόμους και πεζοδρόμια"