Αντί 30ετούς μνημοσύνου του Μητροπολίτου Σπυρίδωνος Συνοδινού

Γράφει ο
Σπύρος Κατσούρης

Πέρασαν ήδη 30 έτη από την εκδημία του μακαριστού Μητροπολίτου Ρόδου Σπυρίδωνος Συνοδινού  κι όμως λες και ήταν χθες ακόμα που ιερουργούσε, ομιλούσε, έψαλε, συνομιλούσε μαζί μας, νουθετούσε, υπεδείκνυε, επέλυε διαφορές, στήριζε και αγαπούσε όλο το Χριστεπώνυμο ποίμνιό του και την Ρόδο μας, όπου ήρθε το 1951 και παρέμεινε σ’ αυτήν ως την κοίμησή του 1988, σε ηλικία 79 ετών. 

Η αγέροχη μορφή του, το αριστοκρατικό ύφος του, η οξυδέρκεια του νου, η διαπεραστική ματιά του, ο συγκλονιστικός μεστός λόγος του, η ευρυμάθειά του, η πολυεπιστημονική κατάρτισή του, η αρτιότητα του χαρακτήρα του, η διορατικότητά του και πλείστα όσα χαρίσματα είχε αυτή η ιστορική μορφή της Εκκλησίας μας, είχαν ως αποτέλεσμα να χαραχθεί ανεξίτηλα στις μνήμες μας αυτή η μοναδική, η εξαίρετος, η ανεπανάληπτος προσωπικότητα του γνήσιου πνευματικού Ηγέτη, του αληθινού Ταγού, του καλού καγαθού Ποιμένος της Ορθοδοξίας.

Γι’ αυτό κι ο «πανδαμάτωρ χρόνος» δεν επέφερε φθορά και λήθη και δεν νίκησε ακόμα αυτή την μορφή! Δεν νίκησε τον αγαπημένο μας Μητροπολίτη Σπυρίδωνα Συνοδινό, του οποίου η δυναμικότητα, η σοφία, η σύνεση αλλά και ο αυστηρός ελεγκτικός λόγος εκεί που έπρεπε, ήσαν τα κύρια χαρακτηριστικά γνωρίσματα αυτού του Ταγού, αυτού του δεινού ρήτορα και αρίστου γνώστη της αρχαίας Ελληνικής Γλώσσης. Από μικρό παιδί κι εγώ, κοντά στο αριστερό αναλόγιο της εκκλησίας της Κρεμαστής, άκουγα με θαυμασμό τα από του Μητροπολιτικού θρόνου πολύωρα και από στήθους κηρύγματά του (χωρίς ποτέ να χρησιμοποιήσει γραπτά ή απλές σημειώσεις) που με καθήλωναν στα

χείλη του, στα ωραιότατα μάτια του, στη φωτεινή μορφή του. Και στο μικρό μυαλό μου, με την απαστράπτουσαν επί της κεφαλής μίτραν του, έβλεπα έναν Βυζαντινό Αυτοκράτορα, έναν πραγματικό άγγελο Κυρίου, που νόμιζα πως ήτο απλησίαστος από μας τους κοινούς θνητούς. Αργότερα όμως διεπίστωσα ότι και καταδεκτικός ήτο και ταπεινός και κοινός συνομιλητής. Αντιλαμβανόμενος δε την αγάπη και τον θαυμασμό που έτρεφα προς το πρόσωπό του, δεχόταν να συζητά μαζί μου και θέματα θεολογικά και νομικά και φιλοσοφικά και μεταφυσικά που με απασχολούσαν και με προβλημάτιζαν. Η ευρύτητα του πνεύματός του, οι γνώσεις του σε ιστορία, φιλοσοφία, νομικά και λογοτεχνία τον έκαναν μοναδικό συνομιλητή και απροσπέλαστο μαχητή των θέσεών του.

Το ενδιαφέρον του για τα άρθρα και τα πρωτόλεια ακόμα ποιήματά μου μ’ έκαναν να τον εκτιμήσω ακόμη περισσότερο και να τον αγαπήσω , για τον πρόσθετο λόγο, ότι ήτο ο μόνος ταγός και ιεράρχης που κατεδέχθη πρόσκλησή μου και ήρθε στο ταπεινό μου τότε σπίτι της Κρεμαστής! Σημειωτέον ότι την Κρεμαστή την υπεραγαπούσε, όπως και τον επίσης μακαριστό ιερέα μας Σπυρίδωνα Παπαοικονόμου. Αυτό το περίφημο «δίδυμο» ήτο η αιτία της ανεγέρσεως του νέου περικαλλούς ναού της Παναγίας της Καθολικής (1960), για τον οποίο ο υπογράφων έγραψε σχετικό βιβλίο , στο τέλος του οποίου παρατίθενται οι φωτογραφίες των δύο επιφανών ανδρών.

Την αγάπη του για τον ναό της Κρεμαστής την εξεδήλωνε τόσο με τις συχνές παρουσίες του σ’ αυτόν, με την παρουσία του στις εορταστικές και πανηγυρικές εκδηλώσεις, στην Κοίμηση και στα 9μερα της Θεοτόκου, όπου προσέδιδε Βυζαντινήν Αυτοκρατορικήν αίγλη και μεγαλοπρέπεια, καλώντας όλους τους μητροπολίτας της Δωδ/σου στις λιτανείες και περιφορές των εικόνων, όσο και με το Αρχιερατικό Συλλείτουργο κατά το Διαθρησκευτικό Συνέδριο που έγινε στη Ρόδο το 1966 για την Ένωση των Εκκλησιών.

Την απεριόριστη αγάπη του όμως για τον ναό μας και την γεννέτειρά μου Κρεμαστή την εκδήλωσε και με την τελευταία του επιθυμία, που ήτο να ταφεί εκεί, στον αύλειο χώρο της Παναγιάς. Φυσικά, ετάφη αρχικά στο Κοιμητήριο του Αγίου Δημητρίου πόλεως Ρόδου, με μοναδικές τιμές θρησκευτικού ηγέτη και με πάνδημη την συμμετοχή του Ροδιακού λαού και χρόνια αργότερα μετεφέρθησαν (πάλιν με τιμές) τα οστά του και ετοποθετήθησαν σε μνημείο της αυλής του ναού της Κρεμαστής, πλησίον του παλαιού κωδωνοστασίου.

Τόσο κατά την νεκρώσιμη ακολουθία του, όσο και κατά την μετακομιδή των οστών του ο υπογράφων έγραψε και σχετικά αφιερωματικά ποιήματα που απήγγειλε ο ίδιος εκεί , και άρθρα στον τοπικό τύπο.Αυτός μητροπολίτης, ο υποδειγματικός τελετουργός, ο γλαφυρός ιεροκήρυκας, ο δεινός ρήτορας, ο αυστηρός τηρητής των ιερών κανόνων και του Τυπικού της Εκκλησίας, ο «κάρη κομώων» (που ποτέ δεν έκοψε τα μαλλιά του που έφθαναν κάτω από την μέση του, ούτε τα γέννια του), ο Εθνολάτρης, ο Πατριώτης, ο εραστής της Μεγάλης Ιδέας, ο Έλληνας που ασχολήθηκε όσο κανείς άλλος ταγός για τα εθνικά θέματα της πατρίδος μας αλλά και της Κύπρου , τους αγώνες της οποίας στήριζε με θέρμη και ζήλο, με συμμετοχή σε συλλαλητήρια και με πατριωτικούς ενωτικούς λόγους, που τόνιζαν το ηθικό των αγωνιστών και όσων στήριζαν αυτή την εθνική υπόθεση.

Αυτός λοιπόν, ο αείμνηστος Μητροπολίτης μας , δεν έκανε τον οποιονδήποτε ..ιερέα(!)αν δεν τον περνούσε πρώτα  από «κόσκινο» για να δει αν ήτο ικανός, τίμιος, ηθικός, μορφωμένος και καλήφωνος. Αυτός, ο φωτισμένος εμπνευστής και οργανωτής μεγάλου πνευματικού, κοινωνικού και φιλανθρωπικού έργου Πανδωδεκανησιακής εμβέλειας και ακτινοβολίας (Γηροκομείο, Ορφανοτροφείο, Βρεφοκομείο, Οικοτροφείο Νεανίδων, Νηπιαγωγείο, Εργαστήρια πλεκτικής, κεντήματος, ραπτικής κλπ), που καθιέρωσε ως πολιούχο Ρόδου τον άγιο Κων/νο τον Υδραίο (1955) και την εορτή του (14 Νοεμβρίου) ως επίσημη αργία, είναι για μένα ο μεγαλύτερος Πυλώνας της νεωτέρας ιστορίας της Ρόδου, της Δωδ/σου και της Ελλάδος γενικώτερα, ισάξιος του άλλου Πυλώνος, του ιστορικού Ταγού μας του Αρχιεπισκόπου Χριστοδούλου Παρασκευαϊδη. Ο μακαριστός Σπυρίδων Συνοδινός τιμήθηκε για το έργο του από τον Βασιλέα Κων/νο με τον Μεγαλόσταυρο του Φοίνικος, από τον βασιλέα της Ιορδανίας Χουσεϊν και από τα Πατριαρχεία Αλεξανδρείας, Αντιοχείας, Ιεροσολύμων, Ρωσσίας και Βουλγαρίας.

Επίσης από τον Δήμο Ροδίων με το χρυσό Μετάλλιο Τιμής (1970). Με το άγγελμα του θανάτου του, Δήμος και Εκκλησία κήρυξαν 4ήμερο πένθος(!) κατά δε την Εξόδιον Ακολουθίαν του από τον Ι.Ν. του Ευαγγελισμού η σορός του ετέθη επάνω σε Στρατιωτικό κιλλίβαντα, σκεπασμένη με την Ελληνική Σημαία, ενώ ο λαός που κατέκλεισε τους δρόμους που περνούσε η πομπή ως το κοιμητήριο, φώναζε ΑΞΙΟΣ (!) και τον έρρενε με άνθη και τον χειροκροτούσε!  ΑΞΙΟΣ ! και ΥΠΕΡΑΞΙΟΣ ! αναφωνώ και γω  και ταπεινά αφήνω τα νοερά άνθη της καρδιάς μου αλλά  και τους παρακάτω αρχαιοελληνικούς –Ομηρικούς- στίχους που έγραψα στην ανακομιδή των λειψάνων του στην Κρεμαστή και τους απήγγειλα, γνωρίζοντας το πόσο λάτρης της αρχαιοελληνικής γλώσσης και Γραμματείας ήτο ο εκλιπών αρχιερέας μας.

ΩΔΗ  ΕΙΣ  ΣΠΥΡΙΔΩΝΑ   ΣΥΝΟΔΙΝΟΝ, ΑΡΧΙΘΥΤΗΝ
Σπυρίδωνα ηύκομον σεμνόν Αρχιθύτην άρχομαι αείδειν, θαυμαστόν γανόωντα, σέβας το τε πάσιν  ιδέσθαι,   αθανάτω τε Θεώ ηδέ θνητοίς  ανθρώποις.                                    

Πώς  τάρ δ’  υμνήσω πάντως  εύυμνον  εόντα;  Πάντη γαρ τοι, Σπυρίδων  Κεφαλλήν, νομός βεβλήαται  ωδής, ήμεν αν ήπειρον πορτιτρόφον ήδ’ ανά νήσους. Πολλά δε χωρία σκιόεντα και αυλώνας κελαδεινούς και πεδία ανθεμόεντα       διή­λασε κύδιμος  Σπυρίδων.  Φάρος δε περί στιβαροίς έχεν ώμοις πορφύρεον.  Λαμπραί δ’ ακτίνες απ’ αυτού αιγλήεν στίλβουσι, χρυσοποικίλτω στέμματι μίτρας  παρά κροτάφων τε παρειαί λαμπραί από κρατός χαρίεν κατέχουσι πρόσωπον τηλαυγές.   

Πρώτος δε Αρχιερεύς, μετ’ αθανάτοισι θαάσσει ηύς τε κρατερός τε. Φιλεί δ’ αυτόν μητίετα Θεός εκ πασών θνητών, έπορεν δε τοι αγλαά δώρα.                               

Εν αναβάσει θυσιαστηρίου εδόξασε περιβολήν αγιάσματος ως αέλιος εκλάμπων επί ναόν Υψίστου.  Ναούς τε και Μονάς καθιδρύσας κλεινάς εν νήσω Ροδίων αγερόχων  και  ποντίων Συμαίων, περικαλλέστατος απάντων ο της Κρεμαστής εγείγερται.                   

Γαίαν έσχεν ελαφράν εν τω αυτού μνημείω, θρόνον δε κλεινόν εν αθανάτω Πατρί κατέλαβε. Εκ μνήμης δ’ ανθρώπων θνητών και πασών  Ροδίων                                                       ουδεπόποτε ούτος σβέννυται.
Υ.Γ.:  Την ανωτέρω ωδή πρότεινε ο κ. Κατσούρης να την γράψει σε μαρμάρινη πλάκα και να τοποθετηθεί στην πίσω πλευρά του μνημείου του μητρ. Σπυρίδωνος, αλλ΄ο εφημέριος της Κρεμαστής ηρνήθη!!!