Λεξιστορείν: Μόσχος  και γαρύφαλλα!

Όταν ένα  βρέφος  έχει αεροφαγία και ερυγές, οι γονείς του συχνά αναφωνούν "μόσχος και γαρύφαλλα!".

Η λέξη μόσχος προέρχεται από την αρωματοποιία. Πρόκειται για μια λιπαρή αρωματική ουσία που  προέρχεται από τον μοσχοφόρο μόσχο, ένα  ελαφάκι που ζει κυρίως στη Ρωσία, στη Μογγολία, στο Νεπάλ και στη Σιβηρία.

Κάτω από το δέρμα της κοιλιάς του  έχει έναν αδένα σε μέγεθος δαμάσκηνου, που παράγει  ένα καστανόχρωμο έκκριμα, προκειμένου με το άρωμά του να ελκύει τα θηλυκά. Αυτός είναι ο  περιζήτητος μόσχος.

Στα Βυζαντινά χρόνια γινόταν μεγάλη χρήση του μόσχου που ήταν σε υγρή ή σε στερεή μορφή και τον έβαζαν στα συρτάρια ή στα μπαούλα με τα ρούχα τους  για να μυρίζουν, να «μοσχομυρίζουν».

Αυτοί που πουλούσαν μόσχο, οι μοσχοπωλητές, έκαναν χρυσές δουλειές. Απ’ αυτό το εμπόριο προήλθε και το σημερινό ρήμα «μοσχοπουλώ», που σημαίνει ότι πουλώ κάτι σε πολύ καλή τιμή!