Κώστας Ε. Σκανδαλίδης: Παπα-Στέργος Μανώλακας - Το πορτρέτο ενός ταπεινού  και χαρισματικού λευίτη

Χρόνια ενενήντα εφτά 
σηκώνω στα πλευρά μου 
ήρεμα και ανώδυνα 
είναιν τα γηρατειά μου.
Παπά-Στέργος Μανώλακας

Το βιβλίο αποτελεί χωρίς αμφιβολία μια κατάθεση ψυχής: πρώτα απ’ όλα του βιογραφούμενου και αυτοβιογραφούμενου πατρός Στέργου Μανώλακα, αλλά και του συγγραφέα του, του εμπνευσμένου κ. Κώστα Σκανδαλίδη. Κατάθεση ψυχής όμως κάνουν και τα υπόλοιπα πρόσωπα που πλαισιώνουν ως αφηγητές τον παπά Στέργο.

Το βιβλίο φέρει τον τίτλο: «Παπά- Στέργος Μανώλακας: Το πορτρέτο ενός ταπεινού και χαρισματικού λευίτη». Οι λέξεις καλά ζυγισμένες: πορτρέτο (δηλαδή, προσωπογραφία), ταπεινού, χαρισματικού (και τα δύο αυτά επίθετα επιβεβαιώνονται καθώς διαβάζει κανείς το βιβλίο), λευίτη. Ρώτησα τον κ. Σκανδαλίδη γιατί επέλεξε τη λέξη «λευίτης», μιας και προσωπικά μου έφερνε στο νου μόνο τους Ισραηλίτες ιερείς της Παλαιάς Διαθήκης. Μου απάντησε με τη γνωστή του φυσική ευγένεια: «κ. Βουτσά, λευίτης λέγεται σήμερα για κάποιον ηλικιωμένο κληρικό και αξιοσέβαστο». Ακριβώς όπως ο παπά-Στέργος.

Το έργο προλογίζει ο Σεβασμιότατος Μητροπολίτης Ρόδου κ. κ. Κύριλλος, αποκαλώντας τον πατέρα Στέργο «έναν από τους παλιούς εκείνους ‘παπάδες’ μας, που έγραψαν ιστορία και καλλιέργησαν το ήθος». Και συνεχίζει ο Σεβασμιότατος: «Το γεγονός ότι από ταις Καλυθιές προήλθαν τόσοι πολλοί Κληρικοί που διακονούν με αφοσίωση την τοπική μας Εκκλησία αποτελεί τον στέφανο της ιερατικής πορείας του (παπά-Στέργου)». 

Την σκυτάλη παίρνει η φιλόλογος Δώρα Παρδάλη Σωτρήλλη, η οποία με πολύ γλαφυρό, ποιητικό  ύφος φιλοτεχνεί το δικό της πορτρέτο του παπά Στέργου: Ο παπά-Στέργος είναι μια εμβληματική μορφή των Καλυθιών, χαρακτηριστικός τύπος ιερέα της επαρχίας.

Ψηλός, αδύνατος, λιτός, παπαδιαμάντειας κοπής. 

Εξωστρεφής, καλοσυνάτος έχει το χάρισμα της επικοινωνίας της επαφής με το ποίμνιό του, αλλά και σοβαρός, εχέμυθος, αξιόπιστος γι’ αυτό και ιδανικός εξομολογητής. Εντρύφησε στα ιερά κείμενα, τα οποία με το χρόνο έμαθε απ’ έξω, μπορούσε μάλιστα να φέρει σε πέρας λειτουργία χωρίς ανάλογα εκκλησιαστικά βιβλία. […] Είχε, βέβαια, δύο σημαντικούς βοηθούς, τον καθαρό λόγο και την αξιοθαύμαστη μνήμη ελέφαντα!

Ακολουθεί η πρώτη ενότητα του βιβλίου του κ. Σκανδαλίδη, η οποία είναι αφιερωμένη στο χωριό τον Καλυθιών. Προσωπικά για μένα οι Καλυθιές είναι ένα πολύ αγαπημένο μέρος, αφού από το 2014 που τοποθετήθηκα στο Γυμνάσιό του ως καθηγήτρια φιλόλογος, συνδέθηκα πολύ με τον κόσμο του, που με αγάπησε και τον αγάπησα κι ακόμη διατηρώ επαφές.

Στο κεφάλαιο αυτό αντλεί ο αναγνώστης σημαντικές πληροφορίες για την περίοδο της Ιταλοκρατίας, όταν οι Ιταλοί αποβιβάστηκαν από την Ιαλυσό έως και το Φαληράκι στις 4 Μαΐου 1912 με 42 πολεμικά πλοία και 15.000 στρατιώτες και αρχικά έγιναν δεκτοί από τον τοπικό πληθυσμό ως ελευθερωτές.

Όπως γράφει ο κ. Σκανδαλίδης, ο λαός της Δωδεκανήσου πίστεψε ότι θα έφευγε «ο βάρβαρος αλλόθρησκος της Ανατολής και θα ερχόταν ο πεπολιτισμένος ομόθρησκος της Δύσης». Πόσο θλιβερά διαψεύστηκε όμως… Κι όχι τόσο επί κυβερνήτου Μάριο Λάγκο, ο οποίος εφάρμοσε μεν πολιτική εξιταλισμού της δημόσιας ζωής, αλλά ήταν πιο ευγενής και συγκαταβατικός, όσο επί διοίκησης του σκληρού κι απάνθρωπου Ντε Βέκκι, ο οποίος ανέλαβε το 1936 κι όχι μόνο συνέχισε το πρόγραμμα του αφελληνισμού αλλά και το εντατικοποίησε, εντείνοντας παράλληλα και τις διώξεις, την φορολογική καταπίεση, τις ανακρίσεις, τα βασανιστήρια. 

Ηγετική μορφή της Εκκλησίας στην προσπάθεια οργάνωσης της ελληνικής παιδείας των Δωδεκανησίων υπήρξε ο Μητροπολίτης Ρόδου Απόστολος Τρύφωνος, ο οποίος οργάνωσε Κατηχητικά Σχολεία στα οποία διδάσκονταν τα θρησκευτικά, η ελληνική γλώσσα και ιστορία και προσφέρονταν και μαθητικά συσσίτια. Ο παπά Στέργος αναγνωρίζει με τον πιο κατηγορηματικό τρόπο το σωτήριο αυτό έργο της Εκκλησίας κατά τη διάρκεια της ξένης κατοχής: «Α δεν ήταν η εκκλησία, εμείς θα ‘μαστο γενίτσαροι.

Διότι οι Τούρκοι έκαμαν 630 χρόνια, έκαμαν 32 οι Ιταλοί, εκάμα 2 οι Γερμανοί, εκάμα 2 οι Εγγλέζοι και μετά ενσωματώθην η Δωδεκάνησος». Με ευγνωμοσύνη επίσης διηγείται ότι ο μακαριστός μητροπολίτης Απόστολος είχε δώσει εντολή όσα παιδιά ήταν ορφανά από πατέρα (ο παπα-Στέργος είχε ορφανέψει πολύ νωρίς, στα 3 του χρόνια), να τους χορηγούνται από την εκκλησία βιβλία και γραφική ύλη. «Έτσι μ’ έδινεν η εκκλησία και μένα τα βιβλία και τελείωσα την έκτη του δημοτικού», λέει ο παπά-Στεργος.

Η πρώτη ενότητα του βιβλίου αναφέρεται επίσης στο ακανθώδες ζήτημα της ετυμολογίας του τοπωνυμίου ‘Καλυθιές’, παραθέτει αρχαιολογικούς και θρησκευτικούς χώρους της περιοχής (για περισσότερες πληροφορίες μπορεί κανείς ν’ ανατρέξει στο βιβλίο «Η ηγεμονία της Ρόδου στη Μεσόγειο» του Κωνσταντίνου Φωτίου) και τέλος κλείνει με έναν κατάλογο προέδρων και δημάρχων του χωριού από το 1921 κι ύστερα: Σφήκας Στέργος και Τοκούζης Στέργος, Καραγιάννης Μιχαήλ, Σταματάς Δημήτριος, Λουκάς Σάββας, Δικησσίδης Κωνσταντίνος, Κυριαζής Στέφανος, Φλεβάρης Στέργος, Πολυχρόνης Σταύρος, Ιατρίδης Ιωάννης, Σταυρής Μιχάλης και Καφετζής Μιχάλης. 

Μετά από αυτή την ανθρωπογεωγραφία των Καλυθιών στο χώρο και στο χρόνο, μπαίνουμε στην Ενότητα 2, στο κατεξοχήν θέμα του βιβλίου: «Ο παπά-Στέργος». 

Η γραφίδα του κ. Κώστα Σκανδαλίδη είναι πέρα για πέρα λογοτεχνική. Διαβάστε με τι λόγια περιγράφει τον παπά-Στέργο, αλλά και τα κίνητρα που τον οδήγησαν στη συγγραφή του βιβλίου του. Ο τόνος του είναι εξομολογητικός:

Να σας εκμυστηρευθώ την πάσα αλήθεια, γιατί με ενδιέφερε πάντα ο βίος και το έργο του. Τον γνώρισα ως ιερέα με τις ατέλειωτες και μοναδικές αφηγήσεις του, τις ευαγγελικές περικοπές, τα θαύματα των τοπικών αγίων, τα κομμάτια της ζωής του ως αγρότη, ως ψαρά, ως εργάτη, ως καφετζή και ως εμπόρου, μα ένα πράμα ήταν εκείνο που ξεχώριζα πάντα όταν τον είχα απέναντί μου. Ό,τι κι αν έλεγε, οι φτέρνες του πατούσαν στη γη.

Ήταν πρώτα γήινος κι ύστερα εκπρόσωπος θρησκευτικός. Ήταν πρώτα και πάνω απ’ όλα ανθρώπινος με σάρκα και οστά, χωμένος βαθιά στη βιοπάλη κι ύστερα ρασοφόρος και κήρυκας της Ορθοδοξίας. Ένοιωθες, χωρίς να τον βλέπεις, πως έπιανε την πέτρα, την έσφιγγε στις παλάμες του κι έβγαζε εύφορη γη. 

Και πιο κάτω: «Ο παπά-Στέργος δεν είναι μόνον ένας ευαίσθητος άνθρωπος. Είναι ένας χαρισματικός και γοητευτικός αφηγητής που ξέρει να πλέκει τις ιστορίες με τα υλικά που εκείνος γνωρίζει […] Είναι επίσης μια κινητή ιστορική εγκυκλοπαίδεια με ένα σκληρό δίσκο με γεγονότα της τοπικής ιστορίας» (η κ. Παρδάλη τον χαρακτηρίζει «ένα πολύ χρήσιμο ιστορικό και λαογραφικό αρχείο»).

Πέραν τούτου, είναι ένας λεβέντης με λεβέντικο λόγο, αφού δεν αρέσκεται στα μισόλογα κι ο λόγος του δεν έχει περιστροφές. Αυτό που επίσης εντυπωσιάζει είναι η διατροφικές συνήθειες και πεποιθήσεις του παπά-Στέργου: λιπόσαρκος και λιτοδίαιτος, μας συμβουλεύει πως «Όποιος τρώει λίο, ζει πολύ. Όποιος τρώει πολύ, ζει λίο». Τέλος, ο συγγραφέας τον χαρακτηρίζει έναν άνθρωπο περήφανο, μαχητικό, που τράβηξε πολύ «κουπί» στη ζωή του, έναν καλό Σαμαρείτη που στάθηκε πάντα «στο πλάι των πονεμένων και καταφρονεμένων ανθρώπων του λαού μας».

Γι’ αυτό και  ο κ. Σκανδαλίδης δηλώνει πως νιώθει τυχερός που ο φίλος του και οφθαλμίατρος Γιάννης Μανώλακας του εμπιστεύτηκε να βιογραφήσει τον πατέρα του, τον εξαίρετο αυτό ιερωμένο και άνθρωπο, τον παπά-Στέργο που γεννήθηκε ένα χρόνο πριν τη Μικρασιατική Καταστροφή και ορφάνεψε μόλις στα τρία του χρόνια. 

Στην ενότητα 3, που εκπροσωπεί και την κυρίως ενότητα του βιβλίου, ο παπά-Στέργος αυτοβιογραφείται. 

Ο πρωταγωνιστής, λοιπόν, των γεγονότων μετατρέπεται σε αφηγητή, όπως διδάσκουμε εμείς οι φιλόλογοι στην α΄ γυμνασίου στην «Οδύσσεια»: ο Οδυσσέας, πέρα από πρωταγωνιστής στο έπος του Ομήρου, γίνεται και αφηγητής, και μάλιστα πολύ δεινός αφηγητής, στην αυλή των Φαιάκων και του Αλκίνοου, διηγούμενος ο ίδιος τις περιπέτειές του. Κάτι παρόμοιο συμβαίνει με τον παπά-Στέργο, μια και η ζωή του θα μπορούσε να συγκριθεί με μια «Οδύσσεια», αφού υπήρξε περιπετειώδης και βασανισμένη.

Πριν ξεκινήσει η καθηλωτική αφήγηση του αυτοβιογραφούμενου ιερέα, ο συγγραφέας με επιστημονική συνείδηση κι αίσθηση ευθύνης, παραθέτει τα φωνητικά στοιχεία, τα οποία χρησιμοποίησε για την όσο το δυνατόν πιστότερη απόδοση του προφορικού καλυθενού λόγου του ιερέα μας. Πρόκειται για έναν «ρεαλισμό μαγνητοφωνικό», όπως έχει ονομαστεί μια τάση της λογοτεχνίας μετά τα μέσα του 20ου αιώνα, η οποία έδινε το λόγο ίδια τα τα πρόσωπα του έργου με έμφαση στην προφορική τους ομιλία, ενώ ο συγγραφέαςς παραμένει ένας απλός παρατηρητής, δεν επεμβαίνει. (Ο κ. Σκανδαλίδης  επισημαίνει ότι δεν πρόκειται για μια γλωσσολογική εργασία, προσωπικά όμως πιστεύω ότι έχει πολλά χαρακτηριστικά της). 

Ο παπά-Στέργος αυτοβιογραφούμενος αφηγητής απευθύνεται στον κ. Σκανδαλίδη προσφωνώντας τον «Αγαπητέ κι επιστήθιε φίλε Κώστα».  Στη συνέχεια με χάρη και ζωντάνια διηγείται τα παιδικά του χρόνια, τη γέννησή του στις 15 Φεβρουαρίου 1921, την πρόωρη ορφάνια του, την ευγνωμοσύνη που νιώθει απέναντι στη μητέρα του, η οποία αφιερώθηκε ολοκληρωτικά μετά τη χηρεία της σ’ εκείνον και στην αδελφή του, ενώ πολλοί τη ζήτησαν ως νέα κοπέλα να την παντρευτούν.

Εξαίρει το εκπαιδευτικό έργο του Μητροπολίτη Τρύφωνος (1913-1946), χάρη στον οποίο κατάφερε να τελειώσει την έκτη δημοτικού. Αναφέρεται στην ιταλική προπαγάνδα στα σχολεία, ειδικά την εποχή του ντε Βέκκι: «Ο Lago ήταν καλός άνθρωπος και μας αγαπούσε, αλλά επειδή δεν απέδιδε, τον έδιωξαν κι έφεραν τον de Vecchi, ο οποίος ήτο δηλητήριο. Όταν επορπάτιε κι εκούαν το γλάξον του, και τ’ άψυχα δέντρα εχαιρετούσα. Έδωσε και διαταγή στα δημοτικά σχολεία να διδάσκουν την ιταλική γλώσσα». 

Ο παπά-Στέργος απαριθμεί τα επαγγέλματα από τα οποία πέρασε: αγρότης, εργάτης στις ανασκαφές των Ιταλών στο αρχαίο Στάδιο και στο Ροδίνι στον τάφο των Πτολεμαίων, εργάτης στις καμαρόπετρες (πωρόλιθους), καφετζής (σε «καφενίο» που το είχε γράψει με ι), αμπελουργός, ψαράς, επίτροπος στην εκκλησία και τέλος ιερέας. Πάντα περήφανος και αγωνιστής, στηριζόμενος στις δικές του δυνάμεις. 
Ώσπου ο Μητροπολίτης Σπυρίδων αποφασίζει να τον κάνει ιερέα.

Ο παπά-Στέργος είχε αρχικά ενστάσεις, γιατί ένιωθε ότι δεν είχε τις επαρκείς γνώσεις. Τότε του λέγει ο Μητροπολίτης: «Ο Χριστός εγεννήθη σαν άνθρωπος. Είχε Σαδουκαίους, Φαρισαίους, Τελώνες, Ισραηλίτες, είχε μορφωμένογ κόσμο. Κι όμως επήεν εις τη λίμνην της Τιβεριάδος κι εμάεψεν τους αγράμματους ψαράες και με το πνεύμα το Άγιο που τους φώτισε έγιναγ κήρυκες της οικουμένης.

Εσύ ‘ε θα μιλάς. Θα ‘ρκεται η φώτιση εδώ κι εσύ θα μιλάς  ‘πο ‘δω, σα διερμηνέας». Στις 15 Αυγούστου 1963, ανήμερα της Παναγίας, στην εκκλησία των Τριαντώ, παρουσία του υπουργού Γιάννη Ζίγδη, ο παπά-Στέργος χειροτονήθηκε ιερέας από το Μητροπολίτη Σπυρίδωνα. Κι από τότε ξεκινά η πλούσια δράση του και ως ιερωμένου. 

Με δικές τους ενέργειες θεμελιώθηκε ο ιερός ναός του Αγίου Νεκταρίου στο Φαληράκι το 1967 (αποπερατώθηκε το 1974). Πρώτος εφημέριος στο ναό ο γαμπρός του, σύζυγος της κόρης του Σταματίας και διδάσκαλος Βαγιανός Κακιός.

Επίσης, με δική του πρωτοβουλία δημιουργήθηκε το πνευματικό κέντρο στο Φαληράκι, αναστηλώθηκε ο Προφήτης Αμώς, αγιογραφήθηκαν οι μονές του Αγίου Μηνά και της Αγίας Παρασκευής στις Καλυθιές. Τέλος, η οικογένεια του παπά-Στέργου θεμελίωσε το δικό της εκκλησάκι, γιατί «ένα εκκλησάκι γαληνεύει πάντα ένα τοπίο, μια περιοχή», το ναϋδριο Σεργίου και Βάκχου.

Τα εγκαίνια πραγματοποιήθηκαν στις 7 Οκτωβρίου 2004, με την παρουσία του Σεβασμιοτάτου Μητροπολίτη Ρόδου κ. κ. Κυρίλλου, βοηθουμένου από τον τότε πρωτοσύγκελο κ.κ. Παϊσιο και νυν Μητροπολίτη Λέρου, Καλύμνου και Αστυπαλαίας. 

Ο παπά-Στέργος αφηγείται επίσης τα θαύματα του Προφήτη Αμώ και του Προφήτη Ηλία. 
Η πίστη του ιερέα μεγάλη, πρόκειται για έναν πραγματικό πνευματικό ταγό. Τονίζει σε μια συνέντευξή του στη δημοσιογράφο Μαίρη Φώτη της «Δημοκρατικής» το 2016 (η συνέντευξη παρατίθεται ολόκληρη στο βιβλίο): «Με έχει τιμήσει η Μητρόπολη, ο Δήμος Καλλιθέας και ο Πολιτιστικός Σύλλογος (Φάρος), όμως εγώ θέλω να μου δώσει τη Δόξα ο Θεός και όχι οι άνθρωποι. Τα επίγεια είναι ψεύτικα όλα, φθαρτά και πρόσκαιρα…

Η διαδρομή της ζωής μας είναι ένα όνειρο, είναι σύντομη». Κι όταν η δημοσιογράφος τον ρωτά πώς μπορούμε αυτή τη σύντομη ζωή να την κάνουμε καλύτερη, ο παπά-Στέργος απαντά πεπεισμένος: «Με τις καλές πράξεις και τα καλά λόγια. Να σταθούμε στο ύψος μας, να μην κάνουμε αμαρτίες. Να μην περιφρονούμε το μυστήριο του γάμου, που σήμερα όλο και περισσότεροι περιφρονούν.

Να κάνουμε μια ενάρετη ζωή. Φτάνει να μετανοούμε, η μετάνοια δεν θέλει ούτε λεφτά ούτε τίποτα. […] Πρέπει να πιστεύουμε για να μπορούμε να εισακουστούμε και να μην επικαλούμαστε τα θεία μόνο στις δύσκολες στιγμές μας. Πρέπει να καθαρίσουμε την ψυχή μας, με την ιερά εξομολόγηση. Το ρουχαλάκι σου όταν λερωθεί, δεν το πετάς το πλύνεις και το ξαναβάζεις. Το σωματάκι σου όταν λερώνεται το καθαρίζεις με το αφρόλουτρο. Την ψυχή, γιατί δεν την καθαρίζουμε;»

Ο παπά-Στέργος παρατηρεί επίσης με πικρία ότι το χωριό έχει πάνω από 500 παιδιά και δεν βλέπει ούτε ένα πια στην εκκλησία. Ότι τα χρόνια που ήταν εκείνος παιδί η ζωή ήταν καλύτερη κι ας μάστιζε τον κόσμο η πείνα. «Τότε κλειδαριές δεν είχαμε, κοιμόμασταν ξεκλείδωτα. Τώρα βάζουμε σιδεριές για να γλιτώσουμε τη ζωή μας, την οποία καθοδηγεί το χρήμα».

Τα λόγια του ορθά-κοφτά, οι αλήθειες του αφοπλιστικές. 

Την κεντρική αφήγηση του παπά-Στέργου πλαισιώνουν μαρτυρίες ανθρώπων που τον γνώρισαν από κοντά. Και φυσικά των παιδιών του, του Γιάννη Μανώλακα, της Σταματίας, συζύγου παπά-Βαγιανού Κακιού, της Μαριέττας, συζύγου Εμμανουήλ Κωστοπούλου και της Άννας, συζύγου Κωνσταντίνου Γιαννακλή. Κοινός παρονομαστής όλων των αφηγήσεων ότι τα χρόνια εκείνα ήτα ωραία χρόνια κι ας ήταν φτωχά.

Ο Γιάννης, ο γιος του, τονίζει χαρακτηριστικά ότι τους γονείς τούς έβλεπαν ελάχιστα, γιατί ήταν όλη μέρα στα χωράφια και γι’ αυτό τους κρατούσε η γιαγιά η Ζωγραφιά, η «Ζώγλα», η οποία έπαιζε έναν πολύ σημαντικό ρόλο μέσα στο σπίτι.

«Όσες φορές  τους θυμάμαι (τους γονείς μου)», διηγείται χαρακτηριστικά ο Γιάννης, «εκείνον και τη μάνα μου, γιατί ήταν πάντα μαζί, ήταν κι οι δυο κουρασμένοι από τα χωράφια και δεν είχαν κουράγιο να μιλήσουν». 

Όσο για τη Σταματία, την κόρη του παπά-Στέργου, δεν θέλει να φανταστεί ότι μια μέρα θα λείψει ο πατέρας της. Παρατηρεί κι εκείνη, όπως όλοι, ότι τα χρόνια εκείνα ήταν όμορφα κι ας είχε ο κόσμος φτώχεια: «Όμορφα χρόνια, αλήθεια. Αφού καμιά φορά λέω, ας ήταν τα παλιά τα χρόνια. Μπορεί να είχε φτώχεια, αλλά ήμασταν αγαπημένα, ήμαστα χαρούμενα, γιατί δεν είχαμεν έννοιες».  

Η Σταματία διηγείται κάτι που μου έχει πει και η μητέρα μου για εκείνα τα χρόνια στη Ν. Ιωνία Βόλου όπου μεγάλωσε: ότι ο κόσμος ήταν φτωχός, αλλά γλεντούσε με την ψυχή του, κυρίως στα πανηγύρια και στους γάμους με τα όργανα. Όπως εδώ με τον  Φλεβάρη που έπαιζε το βιολί και με τον Γλάρο το κλαρίνο. Ενώ τώρα τα έχουμε όλα, αλλά είμαστε θλιμμένοι. 

Η Σταματία εξομολογείται ότι ο πατέρας τους είναι το στήριγμά τους ακόμη και τώρα. Τους συμβουλεύει, τους αγαπά και τους το δείχνει: «Ακουμπάμε πάντα στομ πατέρα μας, ο οποίος μέχρι σήμερα μας λέει να ‘χουμε υπομονή και ό,τι δε μπορούμε να λύσουμε εμείς, θα μας το λύσει ο Θεός με τη δύναμή του. Να ‘χουμε πίστη στο Θεό είναι η καθημερινή του κουβέντα».  

Με άλλα λόγια είναι το «λιμανάκι» τους, όπως τον χαρακτηρίζει η άλλη αδελφή, η Μαριέττα. Η τελευταία διηγείται πως ο πατέρας δεν ήθελε να τρώνε ξεχωριστά και τα βράδια που βρισκόταν όλη η οικογένεια τούς ήθελε όλους μαζί στο τραπέζι (μια συνήθεια που δυστυχώς έχει εκλείψει σήμερα).  

Η άλλη κόρη η Άννα, μιλάει για μια πολύ δεμένη οικογένεια, για δυο γονείς πολύ καλούς, για χρόνια φτωχά μέχρι που ήρθε ο τουρισμός τη δεκαετία του ’70 κι άρχισε ο κόσμος να ζει πιο άνετα. Μιλά για έναν πατέρα που τους έκανε τα σπιτάκια τους, τις πάντρεψε, σπούδασε τον αδελφό τους και μέχρι σήμερα τους βοηθά και τους συντρέχει όσο μπορεί. Για έναν άνθρωπο και ιερωμένο που αγαπά όχι μόνο την οικογένειά του, αλλά όλον τον κόσμο και δεν μισεί κανένα. 

Ο Γεώργιος Χατζηγεωργίου σκιαγραφεί τον παπά-Στέργο ως έναν άνθρωπο ξύπνιο από μικρό, δυναμικό, με πυγμή και θάρρος. «Παντού έδινεν τη λύση. Είχεγ και μυαλόγ και στόμα. Έξυπνος και ετοιμόλογος. […] Ο παπά-Στέργος αγαπητέ Κώστα, είναι ένας χρήσιμος και σπάνιος άνθρωπος». Η κ. Μαριέττα Γρηγορίου αφηγείται ότι ο παπά-Στέργος «εβάστουσεγ καλά την εκκλησία. Κι αγαπούσε πολύ το χωριό μας. Έκαμνε κατηχητικό τα μικρά παιδάκια στην εκκλησία. Τώρα ξομολοά». 

Τέλος, παρατίθεται η μαρτυρία ενός εκπροσώπου της Τοπικής Αυτοδιοίκησης, του Ιωάννη Ιατρίδη. Ο κ. Ιατρίδης τονίζει το ενδιαφέρον του παπά-Στέργου για να μάθει η νεολαία του χωριού γράμματα, να διαβάζει και να προοδεύει. Διηγείται, μάλιστα, ότι ως συμμαθητής του γιου του Γιάννη, είχε το ελεύθερο να μπαίνει στο σπίτι του παπά-Στέργου και να διαβάζει ό,τι ήθελε, μιας και τότε τα βιβλία δεν κυκλοφορούσαν και τόσο εύκολα. 

Ο κ. Ιατρίδης υπογραμμίζει ότι ο παπά-Στέργος είναι ένας άνθρωπος ανοιχτόμυαλος, πρωτοπόρος στις παρεμβάσεις του, ένας νους που ήξερε να ενώνει τις αντιθέσεις που πολλές φορές παρουσιάζονταν σε μια κοινωνία. Γι’ αυτό και η συνεργασία τους, του μεν ως ιερωμένου, του δε ως Κοινοτάρχη και Δημάρχου ήταν πάντα αγαστή και γόνιμη.

Η γλωσσική έκφραση του κ. Σκανδαλίδη ομοιάζει με αυτή του παπά-Στέργου: καθαρή, σαφής, ακριβής, διαυγής. 

Προσωπικά, καθώς διάβαζα με αδηφαγία το κείμενο, ένιωθα ότι βιογράφος και βιογραφούμενος ταυτίζονταν, Κώστας Σκανδαλίδης και παπά-Στέργος γίνονταν ένα. Ανάμεσα σε αυτούς τους δύο ανθρώπους πρέπει να συντελέστηκε μια μέθεξη ψυχών. Η σκιαγράφηση του παπά-Στέργου που κάνει ο κ. Σκανδαλίδης στις σελίδες 34-38 είναι ένα πραγματικό αριστούργημα, μια περιγραφή με δύναμη εικονοπλαστική, με ενάργεια και ύφος λυρικό, γεμάτο συναίσθημα.

Πολύ επιτυχημένη θεωρώ επίσης τη δομή του βιβλίου: δεσπόζει η κεντρική αφήγηση του παπά-Στέργου και γύρω από αυτή, σαν δορυφόροι, αναπτύσσονται μια σύντομη ιστορία των Καλυθιών, ένα «γρήγορο σκιτσάρισμα» του παπά-Στέργου από τον συγγραφέα και, τέλος, οι μαρτυρίες των αγαπημένων του προσώπων. 

Το βιβλίο αυτό, ένα πόνημα αξιόλογο, ένα κτήμα ες αεί, αφού διασώζει τα έργα και τις ημέρες ενός ανθρώπου ο οποίος με το παράδειγμά του μας δίδαξε και μας διδάσκει πολλά. Ενός ανθρώπου που -όπως θα έλεγαν οι Λατίνοι- είναι μια coincidentia oppositorum, δηλαδή μια σύμπτωση αντιθέτων εννοιών. Ρεαλιστής και ιδεαλιστής μαζί, πρακτικός και θεωρητικός συγχρόνως, εξωστρεφής κι εχέμυθος, λαϊκός και ιερωμένος, έχει συνδυάσει στη ζωή του την κοσμική δράση του και τα ιερατικά του καθήκοντα με τρόπο μοναδικό. 

Διαβάζοντας το βιβλίο του κ. Σκανδαλίδη άντλησα πολλά ηθικά διδάγματα από τα λόγια και τα έργα του φωτισμένου αυτού ιερέα, του αγωνιστή, του βιοπαλαιστή της ζωής. Παράλληλα, από το βιβλίο του κ. Σκανδαλίδη μπορεί κανείς να πληροφορηθεί πολλά για την τοπική ιστορία, αφού άνθρωποι σαν τον παπά-Στέργο αποτελούν ζωντανή ιστορία, ένα συλλογικό υποσυνείδητο εν ζωή (κάτι παρόμοιο με αυτό που ήταν η αείμνηστη Φιλιώ Χαϊδεμένου, «Τρεις αιώνες, μια ζωή» για τη Μικρασία). Πάνω απ’ όλα όμως, το πόνημα αυτό είναι ένα βιβλίο πολύ ανθρώπινο. 

Θα κλείσω με μερικούς από τους εμπνευσμένους αυτοσχέδιους στίχους που συνέθεσε ο ιερέας Φιλήμονας Πόκιας, εφημέριος του Ιερού Ναού Αγίου Χριστοφόρου Ρόδου με αφορμή τα ενενηκοστά γενέθλια του σεβάσμιου λευίτη πατρός Σεργίου Μανώλακα (15-2-2011):

Εύχομαι πάνω από εκατό τα χρόνια σου να γίνουν
την ευτυχία και χαρά 
πάντοτε να σου δίνουν.
Δισέγγονα τρισέγγονα και άλλα πολλά να πιάσεις
και να ‘σαι πάντα κραταιός ποτέ να μην γεράσεις.[…]
Έκανες άριστο γιατρό 
μα άνθρωπος είναι πρώτα, 
γιατί να ξέρεις από ‘σε πήρε τα πρώτα φώτα.
Παράδειγμα προς μίμηση ήσουν και θα ‘σαι πάντα
έχοντας πάντα άποψη για όλα τα συμβάντα
Θα ‘ θελαν όλοι να ‘ναι δω για τη δικιά σου χάρη
γιατί υπήρξες ο παπάς των Καλυθιών καμάρι. […]
Όλοι σε καμαρώνουμε χρόνια πολλά να ζήσεις
και να ‘σαι πάντα δυνατός να μας χιλιετίσεις.  

(ιερέας Φιλήμονας Πόκιας)