Λεξιστορείν: Ο μουρόχαυλος!

Η  λέξη  αποτελεί χαρακτηρισμό του  ιδιαίτερα νωθρού ή αποβλακωμένου ανθρώπου.

Η αρχική μορφή της λέξης ήταν μωρόχαυνος, σύνθετη από τις λέξεις μωρός (ο ανόητος) + χαύνος  (ο μαλακός, ο πνευματικά άτονος, ο αποκοιμισμένος).

Σιγά- σιγά το πρώτο συνθετικό εξελίχθηκε από μωρό - σε μουρό- και το β’ από χαύνος  σε χαύλος.

Στην ίδια ετυμολογική οικογένεια και η μετοχή αποχαυνωμένος = αυτός που βρίσκεται σε πνευματική αδράνεια.