Ιστορίες με επιτόκια

Του Γιώργου Κύρτσου
ευρωβουλευτή της ΝΔ

Μια ματιά στα επιτόκια των δεκαετών ομολόγων του Δημοσίου χωρών της Ευρωζώνης αλλά και της Ιαπωνίας, της Ελβετίας και των ΗΠΑ οδηγεί σε εξαιρετικά ενδιαφέροντα συμπεράσματα για τη δυναμική των αγορών και τα πλεονεκτήματα που προσφέρει η συμμετοχή στην Ευρωζώνη. 

Μεγάλες διαφορές
Την Τρίτη 5 Ιουνίου το επιτόκιο στο δεκαετές ομόλογο του Γερμανικού Δημοσίου ήταν μόλις 0,4%, το χαμηλότερο στην Ευρωζώνη, και το υψηλότερο ήταν το επιτόκιο στο δεκαετές ομόλογο του Ελληνικού Δημοσίου, 4,48%, έντεκα φορές το Γερμανικό επιτόκιο, με διαφορά που ξεπερνάει τις 400 μονάδες βάσης. 
Κι αν η σύγκριση μεταξύ Ελλάδας και Γερμανίας είναι δύσκολη για τη χώρα μας εξαιτίας της τεράστιας διαφοράς στις οικονομικές επιδόσεις, τα επιτόκια των πρώην μνημονιακών χωρών -Ιρλανδία 0,96%, Ισπανία (άτυπο μνημόνιο για το τραπεζικό σύστημα) 1,36%, Πορτογαλία 1,80%- δείχνουν πόσο πίσω έχουμε μείνει και πόσο ακριβότερα θα πληρώσουμε την κάλυψη των δανειακών μας αναγκών στις αγορές εξαιτίας της χαμένης κυβερνητικής περιόδου ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ.

Άλλες χώρες της Ευρωζώνης με εξαιρετικά χαμηλό επιτόκιο για το δεκαετές ομόλογο του Δημοσίου είναι η Ολλανδία με 0,58%, η Αυστρία με 0,68%, η Γαλλία με 0,73% και το Βέλγιο -το οποίο πριν 15 χρόνια ήταν υπερχρεωμένο- με 0,78%. Η Ιταλία, λόγω της πολιτικής αναταραχής που έχει ξεσπάσει, είδε το επιτόκιο στο δεκαετές ομόλογο να ξεπερνάει το 3% και στη συνέχεια να κινείται γύρω στο 2,7%, περίπου διπλάσιο του Ισπανικού. Οι αγορές είναι επιφυλακτικές έναντι της Ιταλίας, θεωρούν όμως ότι η πτώση της κυβέρνησης Ραχόι και η αντικατάστασή του στην πρωθυπουργία από τον ηγέτη των Σοσιαλιστών κ. Σάντσες δεν δημιουργεί πρόβλημα. 

Ενδιαφέρουσες  συγκρίσεις
Όσο χαμηλό και να είναι το επιτόκιο στο δεκαετές ομόλογο του Γερμανικού Δημοσίου δεν συγκρίνεται με το αρνητικό επιτόκιο -0,03% που ισχύει για το δεκαετές ομόλογο της Ελβετίας. 
Ουσιαστικά οι επενδυτές δέχονται να πληρώσουν κάτι για να τοποθετήσουν τα χρήματά τους στο ασφαλές καταφύγιο των Ελβετικών ομολόγων. 

Εντύπωση προκαλεί και το εξαιρετικά χαμηλό επιτόκιο στα δεκαετή ομόλογα της Ιαπωνίας, μόλις 0,05%, παρά το γεγονός ότι το δημόσιο χρέος της χώρας ξεπερνάει αναλογικά και το Ελληνικό και κινείται γύρω στο 200% του ΑΕΠ. Είναι όμως κυρίως εσωτερικό και γι’ αυτό η χρηματοδότησή του είναι πολύ πιο εύκολη και με εξαιρετικά χαμηλό επιτόκιο. 

Η χρησιμότητα της Ευρωζώνης αναδεικνύεται μέσα από το επιτόκιο για το δεκαετές ομόλογο των ΗΠΑ, το οποίο είναι της τάξης του 2,92%. Μόνο η Ελλάδα έχει μεταξύ των χωρών της Ευρωζώνης υψηλότερο επιτόκιο δανεισμού από τις ΗΠΑ παρά το γεγονός ότι η Αμερικανική οικονομία είναι πολύ πιο δυναμική και με καλύτερη προοπτική από την Ευρωπαϊκή. Αυτό σημαίνει ότι έτσι όπως λειτουργεί η Ευρωζώνη και με τη χαλαρή νομισματική πολιτική που εφαρμόζει η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, τα επιτόκια δανεισμού των Ευρωπαϊκών κρατών είναι πολύ πιο χαμηλά απ’ ό,τι αφήνει να εννοηθεί, στις περισσότερες περιπτώσεις, η πραγματική κατάσταση της οικονομίας τους. Αυτό είναι καλό σε ό,τι αφορά τον έλεγχο του κόστους εξυπηρέτησης του δημόσιου χρέους, εφόσον περιορίζεται και αποδεσμεύει κονδύλια για κοινωνικές και επενδυτικές δαπάνες. 

Μπορεί όμως να θεωρηθεί αρνητικό με την έννοια ότι τα εντυπωσιακά χαμηλά επιτόκια δανεισμού -με την εξαίρεση της Ελλάδας- μπορούν να λειτουργήσουν σαν αντικίνητρο για τις αναγκαίες διαρθρωτικές αλλαγές και τον περιορισμό του δημόσιου χρέους σαν ποσοστό επί του ΑΕΠ.