Λεξιστορείν: Ο έμπορος

Η λέξη αναφέρεται σήμερα  στο άτομο που με στόχο το κέρδος  αγοράζει και πουλάει  προϊόντα.

Στην αρχαιότητα έμπορος  ονομαζόταν εκείνος  που μετέφερε προϊόντα  της εργασίας του  στην πόλη για να τα πουλήσει. Αντίθετα, όσοι  μεταπωλούσαν είδη στην αγορά ονομάζονταν κάπηλοι.

Πρόκειται για  λέξη που προήλθε από τη φράση «εν πόρω ων» που σημαίνει «αυτός που βρίσκεται στη θάλασσα».

Αρχικά η λέξη δήλωνε τον ταξιδιώτη, αργότερα αυτόν  που πουλάει προϊόντα ταξιδεύοντας  μέσω θαλάσσης και στο τέλος καθιερώθηκε η σημασία της λέξης με τη σημερινή της  έννοια.