Λεξιστορείν: Τον στραγγάλισε

Το ρήμα στραγγαλίζω έχει σήμερα τις σημασίες «πνίγω, θανατώνω κάποιον σφίγγοντας τον λαιμό του με τα χέρια, με σχοινί ή με ύφασμα» αλλά και μεταφορικά «καταπνίγω, καταπατώ»  (π. χ στραγγαλίζονται τα δικαιώματά μου).

Η λέξη ετυμολογείται από το ουσιαστικό « στραγγάλη »  που σημαίνει το σχοινί της αγχόνης, τον βρόχο, το οποίο με τη σειρά του προέρχεται από το ουσιαστικό στραγξ – στραγγός = η σταγόνα , η σταλαγματιά που είναι προϊόν συμπίεσης και πέφτει αργά.