Tο Ισοζύγιο Τρεχουσών Συναλλαγών και η σχέση του με τις Αποταμιεύσεις και Επενδύσεις

Γράφει ο Γιάννης Σαμαρτζής
Οικονομολόγος


Όλες οι συναλλαγές μιας χώρας που γίνονται με τον υπόλοιπο κόσμο, οι οποίες συμπεριλαμβάνουν τόσο τις εμπορικές όσο και τις χρηματοοικονομικές ροές της, καταγράφονται στο Ισοζύγιο Πληρωμών ή αλλιώς στο Ισοζύγιο Εξωτερικών Συναλλαγών.

Μέρος του Ισοζυγίου Εξωτερικών Συναλλαγών, και μάλιστα το σημαντικότερο για την οικονομική πορεία της χώρας, αποτελεί το Ισοζύγιο Τρεχουσών Συναλλαγών της. 

Το Ισοζύγιο Τρεχουσών Συναλλαγών στη χώρα μας είναι ο σημαντικότερος, ίσως, γενικός λογαριασμός, που τηρείται στην Τράπεζα της Ελλάδος και στον οποίο καταγράφονται όλες οι οικονομικές συναλλαγές μας με τις υπόλοιπες χώρες του εξωτερικού, μέσα σε συγκεκριμένο χρονικό διάστημα, συνήθως μέσα σε έναν χρόνο. Δηλαδή, στον λογαριασμό αυτόν καταγράφονται όλες οι εισπράξεις και οι πληρωμές κεφαλαίων σε συνάλλαγμα.

Επομένως, το Ισοζύγιο Τρεχουσών Συναλλαγών μετρά την οικονομική θέση της Ελλάδος και  καλύπτει όλες τις συναλλαγές που πραγματοποιούνται μεταξύ των κατοίκων μας και των μη κατοίκων μας (κατοίκων του εξωτερικού),  καταγράφοντας έτσι την αξία των πιστώσεων (εξαγωγών) και των χρεώσεων (εισαγωγών) της χώρας.

Κατά συνέπεια, όταν το Ισοζύγιο είναι αρνητικό, δηλαδή όταν υπάρχει έλλειμμα στο Ισοζύγιο Τρεχουσών Συναλλαγών, αυτό σημαίνει ότι η χώρα μας δαπανά περισσότερα από όσα κερδίζει από τις συναλλαγές της με τις υπόλοιπες Οικονομίες και, επομένως, είναι καθαρός οφειλέτης έναντι των κατοίκων του εξωτερικού.

Αντίθετα, όταν το Ισοζύγιο Τρεχουσών Συναλλαγών είναι θετικό, αυτό σημαίνει ότι η χώρα μας κερδίζει περισσότερα από τις συναλλαγές της με τις υπόλοιπες χώρες και, συνεπώς, είναι καθαρός πιστωτής (δανειστής).

Διακρίσεις του Ισοζυγίου Τρεχουσών Συναλλαγών
Το Ισοζύγιο Τρεχουσών Συναλλαγών, όπως προαναφέραμε, αποτελεί έναν από τους σημαντικότερους δείκτες πορείας στη διαχρονική εξέλιξη της οικονομίας μας και περιλαμβάνει τέσσερα επί μέρους Ισοζύγια:

• Το Εμπορικό Ισοζύγιο, το οποίο διακρίνεται στο εμπορικό ισοζύγιο χωρίς καύσιμα και στο εμπορικό Ισοζύγιο καυσίμων και περιλαμβάνει τις αξίες των εξαγωγικών προϊόντων που πουλάνε οι κάτοικοι της χώρας μας σε ξένους, καθώς και τις αξίες των εισαγωγικών προϊόντων (αγαθών) που αγοράζουν οι εγχώριοι κάτοικοι από τους ξένους.

• Το Ισοζύγιο Υπηρεσιών, το οποίο περιλαμβάνει τις εισπράξεις και τις πληρωμές από τον τουρισμό, τη ναυτιλία, τις μεταφορές και τις υπόλοιπες υπηρεσίες.

• Το Ισοζύγιο Εισοδημάτων, το οποίο περιλαμβάνει τις εισπράξεις και πληρωμές από αμοιβές, μισθούς, τόκους, μερίσματα και κέρδη.

• Το Ισοζύγιο Μεταβιβάσεων, το οποίο περιλαμβάνει τις εισπράξεις και τις πληρωμές της Γενικής Κυβέρνησης και κυρίως, τις εισπράξεις από την Ευρωπαϊκή Ένωση, τις πληρωμές προς την Ευρωπαϊκή Ένωση, καθώς και τις εισπράξεις από τα μεταναστευτικά εμβάσματα.

Σε γενικές γραμμές, θα πρέπει να αναφέρουμε ότι στη χώρα μας:
- Το εμπορικό ισοζύγιο, είναι μονίμως ελλειμματικό και μάλιστα σε πολλές διαχρονικές περιόδους οι εισαγωγές μας ήταν υπερδιπλάσιες των εξαγωγών. 

- Το ισοζύγιο υπηρεσιών, αντίθετα, είναι μονίμως θετικό, λόγω του τουριστικού και ναυτιλιακού συναλλάγματος.

- Το ισοζύγιο εισοδημάτων, είναι και αυτό μονίμως ελλειμματικό, εξαιτίας των μερισμάτων και, κυρίως, εξαιτίας καταβολής των τόκων από διεθνείς επενδύσεις και διεθνή δάνεια που δόθηκαν σε Έλληνες επιχειρηματίες από ξένους και ιδιαίτερα, λόγω των δανείων που δόθηκαν στο ελληνικό κράτος. 

- Το δε Ισοζύγιο μεταβιβάσεων, είναι μονίμως θετικό, εξαιτίας των ενισχύσεων διαφόρων επαγγελματικών ομάδων από τα ευρωπαϊκά ταμεία, όπως π.χ. είναι τα προγράμματα ΕΣΠΑ, οι αγροτικές ενισχύσεις, κ.ά.

Σχέση του Ισοζυγίου Τρεχουσών Συναλλαγών με τις Αποταμιεύσεις και Επενδύσεις
Όταν μια χώρα παρουσιάζει πλεόνασμα στο Ισοζύγιο Τρεχουσών Συναλλαγών, όπως π.χ. η Γερμανία, αυτό σημαίνει ότι οι αποταμιεύσεις της χώρας αυτής υπερβαίνουν τις επενδύσεις της και επομένως η χώρα αυτή αγοράζει περιουσιακά στοιχεία - υλικά ή άυλα - από άλλα κράτη, όπως π.χ. χρεόγραφα και διαφόρους άλλους τίτλους, ενώ παράλληλα χορηγεί δάνεια προς άλλα κράτη τα οποία έχουν την ανάγκη, δια μέσου της αγοράς ομολόγων. Δηλαδή, η χώρα αυτή (Γερμανία), στο παγκόσμιο οικονομικό σύστημα εμφανίζεται ως πιστωτής (δανειστής).

Αντίθετα, όταν μια χώρα παρουσιάζει έλλειμμα στο Ισοζύγιο Τρεχουσών Συναλλαγών - όπως συμβαίνει στην Ελλάδα, επί σειρά ετών - αυτό σημαίνει ότι οι αποταμιεύσεις μας υπολείπονται των επενδύσεων και επομένως η χώρα μας αναγκάζεται να πουλάει περιουσιακά στοιχεία σε άλλες χώρες (π.χ. στη Γερμανία) και παράλληλα να λαμβάνει δάνεια, εκδίδοντας τίτλους, είτε κρατικούς, συνήθως ομόλογα και έντοκα γραμμάτια του δημοσίου, είτε τίτλους ιδιωτικών επιχειρήσεων, καθώς και τίτλους διάφορων οργανισμών και επιχειρήσεων του δημοσίου που έχουν την ανάγκη δανεισμού.

Δηλαδή, εδώ, ένα μέρος των επενδύσεων της χώρας μας - το επιπλέον, ώστε οι αποταμιεύσεις μας να ισούνται με τις επενδύσεις - χρηματοδοτείται μέσω του εξωτερικού δανεισμού, με αποτέλεσμα να δημιουργείται έλλειμμα στο Εμπορικό μας Ισοζύγιο (το Εμπορικό Ισοζύγιο περιλαμβάνει τις εισαγωγές και τις εξαγωγές προϊόντων και συμπεριλαμβάνεται στο Ισοζύγιο Τρεχουσών Συναλλαγών).

Δεδομένου ότι στην Οικονομία υπάρχει ταυτότητα μεταξύ των αποταμιεύσεων και επενδύσεων και ότι στο τέλος της χρονικής περιόδου οι αποταμιεύσεις πρέπει να ισούνται με τις επενδύσεις, η Ελλάδα, εξαιτίας του δανεισμού της για την κάλυψη αυτού του κενού, στο παγκόσμιο οικονομικό σύστημα εμφανίζεται ως χρεώστης (οφειλέτης).

Συμπερασματικά, όταν η Αποταμίευση (Εθνική) υπολείπεται της Επένδυσης (Εγχώριας Επενδυτικής Δαπάνης), τότε ένα μέρος της Επένδυσης χρηματοδοτείται μέσω του εξωτερικού δανεισμού, με αποτέλεσμα να δημιουργείται έλλειμμα στο Εμπορικό Ισοζύγιο της χώρας.

Δηλαδή, στην προκειμένη περίπτωση, ο εξωτερικός δανεισμός αναλαμβάνει να καλύψει την αρνητική διαφορά μεταξύ των εγχώριων αποταμιεύσεων και επενδύσεων. Τα ελλείμματα στην Εθνική Αποταμίευση που συνδέονται με τα ελλείμματα στο Εμπορικό Ισοζύγιο ονομάζονται δίδυμα ελλείμματα.

Συνεπώς, το έλλειμμα του Ισοζυγίου Τρεχουσών Συναλλαγών - το οποίο (Ισοζύγιο) αποτελεί τον καθρέφτη της οικονομίας μας - εξ ορισμού αντανακλά την υστέρηση της Εθνικής Αποταμίευσης έναντι της Εθνικής Επένδυσης (εγχώριας Επενδυτικής Δαπάνης), η οποία υστέρηση (της Εθνικής Αποταμίευσης) «εκ ταυτότητος», ισοδυναμεί με την υστέρηση της συνολικής εγχώριας Παραγωγής, έναντι της συνολικής εγχώριας Κατανάλωσης , δηλαδή της συνολικής μας Ζήτησης και Δαπάνης. (Έκθεση της Τράπεζας της Ελλάδος για τη Νομισματική Πολιτική 2009-2010).

Κοντολογίς, το έλλειμμα του Ισοζυγίου Τρεχουσών Συναλλαγών εκφράζει τη διαφορά μεταξύ των Εθνικών Επενδύσεων και της Εθνικής Αποταμίευσης, η οποία (διαφορά) καλύπτεται με εξωτερικό δανεισμό. Επί πλέον, το έλλειμμα της εθνικής Αποταμίευσης, εκφράζει και τη διαφορά που υπάρχει μεταξύ της εγχώριας Παραγωγής και Κατανάλωσης.

Ωστόσο, η παραγωγική ανεπάρκεια που παρατηρήθηκε στην Ελλάδα, διαχρονικά και μάλιστα επί σειρά δεκαετιών, έναντι της καταναλωτικής δαπάνης, οφείλεται στην αποβιομηχανοποίηση της χώρας μας την τελευταία τριακονταετία, σε συνδυασμό με τις μεγάλες και επί σειρά ετών συσσωρευμένες απώλειες της ελληνικής ανταγωνιστικότητας στη διεθνή Οικονομία.

Πολλοί όμως θα αναρωτιούνται, πώς είναι δυνατόν στη χώρα μας οι επενδύσεις να υπερτερούσαν των αποταμιεύσεων επί τόσα έτη. Και όμως, τις προηγούμενες κυρίως τρεις δεκαετίες, οι επενδύσεις μας σε υπερβολικά μεγάλο ποσοστό κατευθύνθηκαν στην οικοδομή – η οποία στην Οικονομική επιστήμη θεωρείται καταναλωτικό και όχι παραγωγικό προϊόν.

Σύμφωνα με δημοσιευμένα στοιχεία προηγούμενων χρόνων της Τράπεζας της Ελλάδας, το Ισοζύγιο Τρεχουσών Συναλλαγών, μόνο το έτος 2013 παρουσίασε πλεόνασμα για πρώτη φορά από το 1948, μετά από 67 χρόνια, ποσού 1,2 δισ. ευρώ, δηλαδή το 0,7% του ΑΕΠ, έναντι ελλείμματος 4,6 δισ. ευρώ τον προηγούμενο έτος (2012) ή το 2,4% του ΑΕΠ. Το πλεόνασμα αυτό προέκυψε από την αύξηση των εισπράξεων από τις εξαγωγές αγαθών κατά 2%, από τις καθαρές εισπράξεις των ταξιδιωτικών υπηρεσιών (τουρισμός) κατά 18% και, κυρίως, από τη μείωση των πληρωμών για τις εισαγωγές αγαθών κατά 11%.

Βέβαια, όλα τα παραπάνω, και ιδιαίτερα η μείωση των εισαγωγών, επιτεύχθηκαν από τις τεράστιες θυσίες του ελληνικού λαού και τη βίαιη συρρίκνωση του κόστους εργασίας (της αγοραστικής δύναμης των εργαζομένων) και συγκεκριμένα: από τις σκληρές περικοπές μισθών και συντάξεων που προσέγγισαν το 40%, από την υπερβολική για τα ελληνικά δεδομένα αύξηση της ανεργίας που προσέγγισε το 28%, από το κλείσιμο άνω των 150.000 μικρομεσαίων επιχειρήσεων, από την υπερβολική αύξηση της φορολογίας, η οποία μείωσε ακόμη περισσότερο το διαθέσιμο εισόδημα των Ελλήνων πολιτών, κ.ά.

Από τα προαναφερόμενα συμπεραίνουμε ότι το κλειδί για τη χώρα μας τη σημερινή περίοδο, αποτελεί η Εθνική Αποταμίευση - η οποία συμπεριλαμβάνει το άθροισμα της ιδιωτικής αποταμίευσης, δηλαδή το διαθέσιμο εισόδημα των νοικοκυριών και των επιχειρήσεων, καθώς και τη δημόσια αποταμίευση, δηλαδή το διαθέσιμο εισόδημα του Κράτους και των Κρατικών Επιχειρήσεων.

Ιδιαίτερα τη σημερινή μας εποχή, η προσδοκώμενη αύξηση της Εθνικής μας Αποταμίευσης (η οποία θα προκύψει από τις πολλές δεκάδες δις. Ευρώ, τα οποία έχουν φυγαδευτεί στο εξωτερικό, ιδιαίτερα την τελευταία οκταετία), θα αποτελέσει ένα σημαντικότατο παράγοντα για την πολυπόθητη οικονομική μας ανάπτυξη, γιατί θα συνδεθεί άμεσα με την αύξηση της επενδυτικής μας δραστηριότητας, η οποία τα προηγούμενα χρόνια αποθαρρύνθηκε, με αποτέλεσμα να δημιουργηθούν οι προϋποθέσεις για μεγαλύτερες ανάγκες εισροής ξένου κεφαλαίου, δηλαδή ξένου δανεισμού.

Κατά συνέπεια, η αύξηση της αποταμίευσης, μέσω της αύξησης των καταθέσεων στις Τράπεζες (οι οποίες καταθέσεις, όπως προαναφέραμε, μειώθηκαν κατά την περίοδο της κρίσης, περίπου κατά το ήμισυ, ενώ και κατά την προηγούμενη προ κρίσεως περίοδο, πάλι υπολείπονταν αισθητά των επενδύσεων), θα αποτελέσει τη βασική προϋπόθεση για τη δημιουργία ενός ευνοϊκού επενδυτικού κλίματος, αφού θα συμβάλλει στην αύξηση της ρευστότητας στην Οικονομία.

Η αύξηση αυτή της ρευστότητας θα ωθήσει στην άντληση εγχώριων επενδυτικών κεφαλαίων και άρα στην ενίσχυση της επιχειρηματικότητας, με κύριο στόχο την οικονομική μας ανάπτυξη, η οποία θα προκύψει, μέσω της βελτίωσης της παραγωγής και παραγωγικότητας και θα μας οδηγήσει στην αύξηση του πραγματικού εισοδήματος των εργαζομένων, και το σημαντικότερο,  θα συμβάλλει στη μείωση της ανεργίας.