Λεξιστορείν: Δεν τον χωνεύω!

Λεξιστορείν: Δεν τον χωνεύω!

Λεξιστορείν: Δεν τον χωνεύω!

Αλέξανδρος Ν. Κατσαράς

ΑΝΑΓΝΩΣΤΗΚΕ 362 ΦΟΡΕΣ

Το ρήμα χωνεύω σημαίνει «ολοκληρώνω στο στομάχι την πέψη» αλλά και «ανέχομαι την συμπεριφορά κάποιου» (π.χ. δεν με χωνεύεις καθόλου) ή «αντιλαμβάνομαι, κατανοώ» (π.χ δεν μπορώ να χωνέψω καλά αυτό το μάθημα).

Ετυμολογικά προέρχεται από τη λέξη χοάνη, ένα είδος δοχείου για την τήξη των μετάλλων και το ρήμα χοανεύω= λιώνω μέταλλα σε υψηλή θερμοκρασία, λόγω της ομοιότητας που παρουσιάζει η χώνεψη-πέψη με τη διαδικασία της τήξης ενός μετάλλου.

Διαβάστε ακόμη

Αργύρης Αργυριάδης: Ο ανορθολογικός ψηφοφόρος

Μανώλης Κολεζάκης: Αγία Τριάδα στο Μανδρικό: ένα μικρό, αγροτικό, Χωριό

Στέφανος Φευγαλάς: Σούστα και Φοξ Τροτ: Oι μουσικοδιδάσκαλοι και το ρεπερτόριο του «Διαγόρα» Ρόδου στις αρχές του 20ούαιώνα

Γιάννης Παρασκευάς: ΝΕΑ ΑΓΟΡΑ: σημείο αναφοράς της πόλης

Δημήτρης Προκοπίου: Πόλεμος στη Μέση Ανατολή και Τουρισμός

Μαρία Καρίκη: Κάνοντας λάθη...

Θάνος Ζέλκας: Αν η Ρόδος μας μιλούσε…

Αγαπητός Ξάνθης: Η «Γραμμή» ως στοιχείο ζωής και εξέλιξης