Λεξιστορείν: Δεν τον χωνεύω!

Λεξιστορείν: Δεν τον χωνεύω!

Λεξιστορείν: Δεν τον χωνεύω!

Αλέξανδρος Ν. Κατσαράς

ΑΝΑΓΝΩΣΤΗΚΕ 364 ΦΟΡΕΣ

Το ρήμα χωνεύω σημαίνει «ολοκληρώνω στο στομάχι την πέψη» αλλά και «ανέχομαι την συμπεριφορά κάποιου» (π.χ. δεν με χωνεύεις καθόλου) ή «αντιλαμβάνομαι, κατανοώ» (π.χ δεν μπορώ να χωνέψω καλά αυτό το μάθημα).

Ετυμολογικά προέρχεται από τη λέξη χοάνη, ένα είδος δοχείου για την τήξη των μετάλλων και το ρήμα χοανεύω= λιώνω μέταλλα σε υψηλή θερμοκρασία, λόγω της ομοιότητας που παρουσιάζει η χώνεψη-πέψη με τη διαδικασία της τήξης ενός μετάλλου.

Διαβάστε ακόμη

Εμμανουήλ Ν. Κολεζάκης: Η ροδίτικη παραδοσιακή ενδυμασία

Γιάννης Σπιλάνης: Πυρκαγιές, συλλήψεις και δημόσιες (;) πολιτικές

Θανάσης Βυρίνης: Η Στατιστική μάς μαθαίνει να «διαβάζουμε» τον κόσμο μέσα από τους αριθμούς

Κυριάκος Μιχ. Χονδρός: Εκκλησίες και Μοναστήρια της Ρόδου προς τιμή της Μητέρας του Χριστού

Γιάννης Σαμαρτζής: Η χρησιμότητα του Ακαθάριστου Εγχώριου Προϊόντος (ΑΕΠ) και το κατά κεφαλήν ΑΕΠ στις χώρες της ΕΕ

Ελένη Κορωναίου: Ζούμε για να δουλεύουμε ή δουλεύουμε για να ζούμε;

Γεώργιος Τσερτεκίδης: Συγγνώμη σε δύο ήρωες

Μανώλης Κολεζάκης: Παραδοσιακή Αρχιτεκτονική και Διακόσμηση του Έμπωνα Ρόδου