Η Santa Maria και η  ιστορία της!

Στον κόσμο των Φραγκολεβαντίνων του Νιοχωρίου της Ρόδου επιστρέφουμε πάλι όπως τον είχαμε παρουσιάσει το προηγούμενο διάστημα.

Αυτή τη φορά για να αναφερθούμε στην εκκλησία τους τη Santa Maria della Vittoria, που στέκει αγέρωχη στην πολυπολιτισμική Ρόδο, αποτελώντας ένα ακόμα σημείο αναφοράς.

Οι Λεβαντίνοι που ήταν Βενετσιάνοι, Γενουάτες, Γάλλοι, Ολλανδοί, Αυστριακοί, Άγγλοι και Ναπολιτάνοι είχαν ως κορμό στη Ρόδο τις δύο μεγάλες οικογένειες Bilioti και Masse που μέλη τους ζουν ακόμη στο νησί.

Δύο ήταν οι εκκλησίες τους: η Santa Maria και η San Francesco. 

Για την ιστορία της καθολικής εκκλησίας Santa Maria του Νιοχωρίου θα μας μιλήσει ο φιλόλογος Γρηγόρης Τσιόγκας ο οποίος ανέτρεξε σε σειρά εκδόσεων και συγγραμμάτων για τη συλλογή των ιστορικών πληροφοριών.

Σύμφωνα με το χρονικό της  Santa  Maria della Vittoria μέχρι το 1743 οι ελάχιστοι καθολικοί της Ρόδου, μαζί με τα πληρώματα των σκλάβων καθολικών που είχαν  τα Οθωμανικά πλοία, τα οποία αγκυροβολούσαν στη Ρόδο, χρησιμοποιούσαν για τις λειτουργικές τους ανάγκες ένα μικρό εκκλησάκι, («φραγκοαρμένικο», το αναφέρει ο Βρατσάλης στο βιβλίο του «Νιοχωρίτικα») που βρισκόταν κάπου ανάμεσα στη σημερινή Ψαροπούλα και στις Κάτω Πέτρες. Στον μικρό αυτό ναό υπηρετούσαν μόνιμα  από το 1717 και εντεύθεν δύο μοναχοί που στέλνονταν από τη Σμύρνη και βρίσκονταν υπό την προστασία του Γαλλικού υποπροξενείου της Ρόδου.

Στην εκκλησία είχε τοποθετηθεί και λατρευόταν το μαρμαρόγλυπτο εικόνισμα της βρεφοκρατούσας Παναγίας της Φανερωμένης, με ιπποτικό οικόσημο δίπλα της, που είχε βρει το 1693 κάποιος Σίμων-, καθολικός σκλάβος στις Οθωμανικές γαλέρες- σε χαλάσματα στο Κάστρο, κάπου ανάμεσα στην Οβριακή και στην κατεστραμμένη από την πολιορκία του 1522 εκκλησία της Santa Maria della Vittoria.

Αξίζει να αναφερθεί πως στο άνω μέρος της μαρμάρινης αυτής εικόνας χαράχθηκε η παρακάτω επιστολή αυτολεξεί μεταφερόμενη:

«Εν έτει 1693 εφανερώθη η παρούσα εικόν της Θεοτόκου εν τη εβριακή παράτινος Σίμου εκ του Αλιπασόγλου εκμαλώτον κατά δε τω 1753 ιστορίθει δι’ εξόδων του πάτερ Φιλίπιου Νταμούντεβάρκι (Ντε Μοντεβάρκη) Θοσκάνω (Τοσκάνου)
 Εν μηνός Οκτωβρίω»

Ο θεμέλιος λίθος στο Νιοχώρι
Το 1742 Φραγκισκανοί μοναχοί-ιερείς του Τάγματος του Padri Francescani Minori Riformati αγόρασαν δίπλα στη λίμνη του Νιοχωρίου (υπήρχε λίμνη σε μεγάλη εκτάση)  τα «χωράφια του Μουσταφά» και άρχισαν να ανεγείρουν μία μεγαλύτερη εκκλησία η οποία ένα χρόνο αργότερα ήταν πλέον έτοιμη. Στις 25 Μαρτίου, την ημέρα του Ευαγγελισμού, ο padre Michele, μετέφερε στους ώμους του τη μαρμαρόγλυπτη εικόνα της Παναγίας της Φανερωμένης και την τοποθέτησε στη νεόκτιστη εκκλησία όπου παρουσία του εξάρχου Κωνσταντινουπόλεως de Verdese τέλεσαν την πανηγυρική τους λειτουργία.

Στις 5 Νοεμβρίου 1849 τέθηκε ο θεμέλιος λίθος για την ανέγερση μεγαλύτερης εκκλησίας ικανής να ανταποκριθεί στις ανάγκες της πολυπληθέστερης πλέον κοινότητας των Φραγκολεβαντίνων της Ρόδου που αριθμούσε περί τα 200 άτομα.

Το έργο χρηματοδοτήθηκε με 4.000 φράγκα από την έδρα του Τάγματος των Φραγκισκανών μοναχών, στο Saint Maurice l Exil, κοντά στη Λυών και με οικονομική ενίσχυση από τον ευκατάστατο επιχειρηματία Henry Ducchi, σύζυγο της Adelle Masse καθώς και από μέλη της οικογένειας Masse της κοινότητας, δηλαδή των Φραγκολεβαντίνων που ζούσαν στη Ρόδο.

Για την ανέγερση του ναού αγοράσθηκε και χρησιμοποιήθηκε και οικοδομικό υλικό, πελεκητοί λίθοι από τα απομεινάρια της παλιάς καθολικής εκκλησίας του Αγίου Στεφάνου στο σημερινό Monte Smith εντός της οποίας θρυλείτο ότι είχε ενταφιαστεί ο ιππότης Gozon και που βρισκόταν αυτή την περίοδο εντός κήπου μουσουλμανικής ιδιοκτησίας. Κατά τη διάρκεια της κατασκευής του ναού προέκυψαν προβλήματα από τον πασά της Ρόδου τα οποία αντιμετωπίστηκαν με επιτυχία από τον υποπρόξενο της Γαλλίας και τον αιδεσιμότατο padre Giuseppe ο οποίος επιμελήθηκε προσωπικά την υλοποίηση του έργου.

Στις 24 Δεκεμβρίου 1851 αφού άντεξε στον ισχυρό και καταστροφικό σεισμό του Φεβρουαρίου καθιερώθηκε ως ο καινούργιος ναός της Santa Maria della Vittoria με μία πανηγυρική λειτουργία στην οποία συμμετείχε σύμπασα η καθολική κοινότητα με όλους τους προξένους της Ρόδου. Αργότερα προστέθηκε μία σειρά κτισμάτων που χρησίμευαν για τη διαμονή των ιερέων και τη φιλοξενία καθολικών επισκεπτών του νησιού. Το 1891 κτίστηκε  το παρεκκλήσι του San Antonio από τον φημισμένο Ροδίτη πρωτομάστορα Ελευθέριο Σελλά.

Στην κομψότατη νέα εκκλησία, χωρητικότητας περίπου πεντακοσίων ατόμων εντοιχίστηκε στην αψίδα πίσω από την Αγία Τράπεζα η μαρμαρόγλυπτη εικόνα της Βρεφοκρατούσας Παναγίας Φανερωμένης και εκεί στέκει μέχρι και σήμερα να μαρτυρεί την περιπέτεια της μικρής, αλλά σημαντικής για την ιστορία της Ρόδου, κοινότητας των Φραγκολεβαντίνων της.